Saturday, October 29, 2011

Αντίο, παππού

Μαρτυρία προσωπική για τον εκ μητρός παππού μου δεν θέλω να γράψω. Όχι πως δεν τον θυμάμαι, και μάλιστα καθαρά. Στο πορτοφόλι μου, μέχρι να γεννηθεί ο γιός μου, δική του ήταν η μοναδική φωτογραφία. Αλλά πέρασα πολλά χρόνια μακριά του, ζώντας στην Θεσσαλονίκη ενώ αυτός ζούσε στα Τρίκαλα, μετά στην Αμερική, στην Κύπρο. Έγραφε πολύ στο τέλος της ζωής του. Ήθελε να γράψει αυτά που θυμότανε. Για τον εμφύλιο, για το βουνό και το αντάρτικο, για την εκπαίδευση, για τα αγαπημένα του Άγραφα, για τα δημοτικά τραγούδια, για τα χωριά που γνώρισε, για τις διώξεις στα χρόνια του 60, και της χούντας μετά. Πέθανε ενώ βρισκόμουν σε άλλη ήπειρο· δεν μπόρεσα να πάω την κηδεία. Απώλεια στην απώλεια, απώλεια της απώλειας ως τέτοιας· ούτε καν λίγος χρόνος για να κλάψεις.

Ας μιλήσουν άλλοι λοιπόν, πιο κοντινοί:
Σ’ αυτούς που φεύγουν
Έφυγε από τη ζωή αθόρυβα και πλήρης ημερών από τον εφήμερο και μάταιο τούτο κόσμο και εκηδεύθηκε προχθές την Τετάρτη 19-10-2011 ο εκλεκτός φίλος, συνάδελφος και συναγωνιστής Ηλίας Παπαγεωργίου.
Έφυγε ξαφνικά, χωρίς να δεχθούμε κάποιο προμήνυμα του θανάτου του. Οι φίλοι του, η παρέα μας δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τον απρόσμενο χωρισμό του.
Ο μεταστάς υπήρξε εις την ζωή του ένας συνεπής ιδεολόγος και διακεκριμένος αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, νεαρός ενετάχθη στις γραμμές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της Ιταλογερμανικής κατοχής υπερασπιζόμενος μέσα από τις αντιστασιακές αυτές οργανώσεις την εθνική τιμή και αξιοπρέπεια με θάρρος, με συνέπεια, με αυταπάρνηση και με προσωπικό κόστος.
Υπήρξε σ’ όλη του την ζωή ένας σωστός και τίμιος οικογενειάρχης και ένας δάσκαλος με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Εκατοντάδες μαθητές μαθήτευσαν κοντά του και διακρίθηκαν στον επιστημονικό και κοινωνικό στίβο. Γαλούχησε πολλές σειρές μαθητών στην μεθόριο, την ορεινή Πίνδο και στον Δήμο Τρικάλων όπου υπηρέτησε. Πέραν από το διδασκαλικό του έργο ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Πολλά από τα ποιήματά του εδημοσιεύθησαν και στον καθημερινό ημερήσιο τύπο της πόλης μας.
Ευτύχησε να έχει σύντροφο της ζωής του μια σπάνια γυναίκα και ν’ αποκτήσει εξαίρετα παιδιά τα οποία και ετακτοποίησε όλα με τον καλύτερο τρόπο. Καμάρωσε τα παιδιά του, τις νύφες, τους γαμπρούς του, τα εγγόνια του.
Έφυγε ευτυχισμένος και η ψυχή του αναπαύεται εν ειρήνη, ήσυχος ότι επιτέλεσε στο ακέραιο το καθήκον του αφήνοντας πίσω του Παρακαταθήκη. Η είδηση του θανάτου του Ηλία Παπαγεωργίου λύπησε βαθύτατα όλους τους συναγωνιστές του συναδέλφους, τους φίλους του και όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, διότι με το άμεπτο ήθος του, τις γνώσεις του, την προσφορά του είχε κερδίσει την αγάπη και την εξαιρετική εκτίμηση όλων.
Έτσι εξηγείται ο πόνος και η θλίψη όλων αυτών που ήλθαν να τον αποχαιρετήσουν στην τελευταία του κατοικία.
Ας είναι ελαφρό το χώμα της γης που τον σκέπασε στον Άγιο Βησσαρίωνα Πύλης Τρικάλων.
Ώρα καλή Ηλία. Αντίο φίλε συνάδελφε και συναγωνιστή και καλή αντάμωση με την αγαπημένη σου γυναίκα και τον λατρευτό σου Γιάννη που τόσο πρόωρα είχες αποχωρισθεί.
Β. Δογάνης, Έρευνα.
Παράλληλα υπήρξε ένας άνθρωπος με ευαισθησίες και δημοκρατικές αρχές, που εξέφραζε και με την συμπεριφορά του, αλλά και με γραπτά του, στις τοπικές εφημερίδες, αποκορύφωμα των οποίων ήταν η έκδοση σε βιβλίο, το 2007, του προσωπικού του ημερολογίου, που αποτελεί ένα μοναδικό ντοκουμέντο για την ιστορία της κοινωνίας μας, απ’ τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα. Επίσης εφέτος εξέδωσε και μία συλλογή ποιημάτων του, που αναδύουν αγάπη, ανθρωπιά κι’ ευαισθησία [...] ο αποθανών διακρινόταν για την συνεπή και άκαμπτη στάση του στις αρχές της Δημοκρατίας, με αγώνες, παρά τις διώξεις που κατά καιρούς δοκίμασε.
Θ.Λ, Πρωινός λόγος
Σήμερα ήρθε η μάνα μου, με ένα βιβλίο που βρήκε στη βιβλιοθήκη του μετά την κηδεία. Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα. Δεν είχα μέχρι σήμερα ιδέα ότι ήμουν μόνο ο δεύτερος κομμουνιστής της οικογένειας με παθιασμένη αγάπη για τον Κάφκα. Με πήραν τα δάκρυα, επιτέλους. Γιατί οι μακρινοί με συντρόφευαν πάντα. Οι μακρινοί. Αντίο, παππού.

Friday, October 28, 2011

Μολότωφ Κοκτέιλ #55

Σύμφωνα με πολλούς σημερινούς κινηματίες --ανάμεσά τους, και αυτούς που προκρίνουν τη διαφωνία με άλλους με μέσα άλλα από λεκτικά κοκτέιλ μολότωφ-- ο μαρξισμός είναι ξεπερασμένος και αδυνατεί να απευθυνθεί στις σύγχρονες συνθήκες και συσχετισμούς.

Στην κατεύθυνση της επεξήγησης των πρακτικών συνεπειών τούτης της θέσης, καλό θα ήταν να θυμίσουμε σε τι συνίστατο ο Μαρξισμός, τι είδους κοκτέιλ έφτιαχνε. Το κοκτέιλ Μαρξισμός λοιπόν συνίστατο στην κριτική επεξεργασία και μετασχηματισμό τριών συστατικών:

1/3 Φιλοσοφία (γερμανική, κατά προτίμηση Χέγκελ)
1/3 Πολιτική οικονομία (αγγλική, κατά προτίμηση Ρικάρντο και Σμιθ)
1/3 Επαναστατική πολιτική πρακτική (γαλλική, κατά προτίμηση 1789-94, 1848, 1871)

Ας δούμε τώρα τα οψιόν μετα-μαρξιστικών κοκτέιλ που, σε αντίθεση με το παραπάνω απαρχαιωμένο και ανεδαφικό μιξ, "προσαρμόζονται στις συνθήκες της εποχής μας":

1. Κοκτέιλ "Αχαχούχα": 
1/3 Λαζόπουλος
1/3 Ράδιο Αρβύλα
1/3 Πιτσιρίκος

2. Κοκτέιλ "Κολωνάκι":
1/3 Athens Voice
1/3 Lifo
1/3 ποιητικός-μεταφυσικός-αισθαντικός-λυρικός αριστερισμός σε "ανένταχτο" μπλογκ της αρεσκείας σας

3. Κοκτέιλ "ΚουλτουροΑυτονομία":
1/3 Καστοριάδης με ολίγη Άρεντ
1/3 Νέγκρι και Χαρτ (ή Χόλογουεϊ)
1/3 Μπούχτσιν (ή Ντελέζ/Γκαταρί ή Ντεμπόρ)

4. Κοκτέιλ "Μπάχαλο":
1/3 Μπακούνιν (ή Κροπότκιν)
1/3 Νετσάγιεφ (ή ταινίες του Νικολαϊδη αν δεν βρίσκετε)
1/3 Ποδοσφαιρική θύρα οργανωμένων της αρεσκείας σας (ή ταινίες Σταμάτη Γαρδέλη/Γιάννη Δαλιανίδη αν δεν βρίσκετε)

5. Κοκτέιλ "Πατριωτικόν"
1/3 Καραμπελιάς (ή Θεοδωράκης)
1/3 Κονδύλης
1/3 Εθνοαπελευθερωτικό κίνημα της αρεσκείας σας

6. Κοκτέιλ "Κουλουβάχατα"
1/3 Μπλογκ με κοκτέιλ #1
1/3 Μπλογκ με κοκτέιλ #2
1/3 Μπλογκ με κοκτέιλ #5

ή

1/3 Μπλογκ με κοκτέιλ #2
1/3 Μπλογκ με κοκτέιλ #3
1/3 Μπλογκ με κοκτέιλ #4


Καλές καταπόσεις! Άσπρο πάτο!

Μολότωφ Κοκτέιλ #54

-Πώς φοβίζουν τα παιδιά τους να φάνε το φαγητό τους στη χώρα των τεράτων;
-Τούς λένε ιστορίες για μας, δεν τό ξερες;

Wednesday, October 26, 2011

Μολότωφ Κοκτέιλ #53

Η σημερινή αστική τάξη επιθυμεί διακαώς να ξαναγράψει την ιστορία της κρίσης ως παραμύθι της ωραίας κοιμωμένης: αδημονεί για την στιγμή που της δίνεται το σωτήριο φιλί και αφυπνίζεται, λευτερωμένη επιτέλους από τον θανατερό της ύπνο με τους διαρκείς εφιάλτες του. Για όσους δεν αρέσκονται στα ορθόδοξα παραμύθια, απ' την άλλη πλευρά, το ενδιαφέρον δεν έγκειται στην αναμονή του πρίγκηπα που λέγεται "πνευματική και ηθική αφύπνιση", αλλά στην σωστή δοσολογία απ' το φαρμάκι της άσχημης και δύσμορφης μάγισσας με τα μήλα. Το όνομά του είναι: εξεγερμένη ταξική συνείδηση.

Μολότωφ Κοκτέιλ #52

Άσχημα νέα: το γεγονός ότι θα βρεις πολύ περισσότερους ανθρώπους που ελκύονται απ' τη φράση "ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ' την Ευρώπη" από ότι ανθρώπους που ελκύονται απ' τη φράση "υπαρκτός σοσιαλισμός" δεν οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι η πρώτη είναι πιο ποιητική. Για τον κομμουνισμό ισχύει ό,τι και για τους κομμουνιστές: αγαπιούνται τόσο περισσότερο όσο λιγότερο γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχουν.

Μολότωφ Κοκτέιλ #51

Τι δυστυχία, αυτή των ανθρώπων που διατείνονται ότι, αν και πολύ θα ήθελαν να είναι με το μέρος των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων τάξεων, ωστόσο δεν τις βρίσκουν πουθενά! Ευτυχώς που, όταν χρειαστεί, τους βρίσκουν πρώτες αυτές.

Μολότωφ Κοκτέιλ #50

Χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη εξυπνάδα σε έναν μορφωμένο άνθρωπο για να μπορέσει να εξαπατήσει το ταξικό ένστικτο ενός αμόρφωτου εργάτη. Και επειδή η πάρα πολύ μεγάλη εξυπνάδα είναι σπάνια, οι μορφωμένοι άνθρωποι αρκούνται συνήθως στο να εξαπατούν τον εαυτό τους ότι το κατάφεραν, ενώ στην πραγματικότητα εξαπάτησαν μόνο άλλους, εξίσου έξυπνους με αυτούς μορφωμένους ανθρώπους.

Μολότωφ Κοκτέιλ #49

Ανάμεσα στην δευτέρα παρουσία ενός επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος και την δευτέρα παρουσία ενός Επαναστατικού Κόμματος που φυσικά ομολογείται ότι δεν υπάρχει ακόμα αλλά διαβεβαιώνεται ότι θα έλθει, φτάνει βέβαια πρώτα να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη το υπάρχον Κομμουνιστικό Κόμμα, προτιμώ την πρώτη: θα πάρει σαφώς λιγότερο χρόνο, μιας και είναι ευκολότερο να φυτρώσει κάτι αληθινό απ' την αφελή πίστη παρά από την ενσυνείδητη απάτη.

Μολότωφ Κοκτέιλ #48

Η ανεκτικότητα απέναντι στο άκουσμα της λέξης "κομμουνισμός" στους κόλπους της αστικής και μικροαστικής τάξης είναι ευθέως αντίστροφη προς την βιωσιμότητά τους ως τάξεων: όσο ο αστός και ο μικροαστός αισθάνονται ταξικά ασφαλείς, επιτρέπουν στον εαυτό τους κατ' εξαίρεσιν μια ωραία, νοσταλγική βόλτα στα χωράφια της "κομμουνιστικής ιδέας" -- ως "ιδέας" φυσικά, δηλαδή ως ενός πράγματος του οποίου η θελκτικότητα είναι συνώνυμη με τον μη πραγματοποιήσιμο χαρακτήρα του. Όταν η ταξική αυτή ασφάλεια χάνεται, χάνεται μαζί της και το τελευταίο ψήγμα ανεκτικότητας απέναντι σε τέτοιου είδους λαθραίους συναγελασμούς με ουτοπίες, και το "ανοιχτό πνεύμα" το διαδέχεται το λυσσαλέο μένος και η ανοιχτή έχθρα.

Αντιμέτωπος μ' αυτή την κατάσταση, ο αισιόδοξος κομμουνιστής σκέφτεται: το ότι αυξάνονται κάθετα αυτοί που εύκολα με αποκαλούσαν σύντροφο και εξίσου εύκολα αποκηρύσσουν τις ιδέες μου μετά βδελυγμίας είναι σημάδι του ότι οι ιδέες μου βρίσκονται ένα τόσο μικρό βηματάκι κοντύτερα στο να γίνουν πραγματικότητα. Η έχθρα των αστών απέναντί μου αυξάνεται όσο αυξάνεται και η εκμεταλλεύσιμη για την δική μου πλευρά επέλαση της πραγματικότητας που τους φέρνει σε κατάσταση υστερίας.

Ο απαισιόδοξος κομμουνιστής σκέφτεται: είναι ακριβώς οι παρακμάζουσες τάξεις που δίνουν την έγκριση και σφραγίδα τους σε ό,τι το αποτρόπαιο και αιματηρό στην ιστορία. Γιατί στα μάτια τους, και όχι αδικαιολόγητα, η αποσύνθεσή τους φαντάζει ως καταστροφή του κόσμου όλου -- και έτσι επιθυμούν και απεργάζονται μια καταστροφή ακόμα μεγαλύτερη, τόσο μεγάλη ώστε να ανατρέψει τις ολέθριες για τους ίδιους συνέπειες της πρώτης.

Sunday, October 9, 2011

6/10/2011-Περί λογοκρισίας

λογοκρισία, η [loγokrisía] Ο25 : 1. ο προληπτικός έλεγχος που ασκείται συνήθ. από μια αρχή σε προϊόντα του γραπτού ιδίως λόγου αλλά και σε θεάματα ή ακροάματα (βιβλία, έντυπα, εφημερίδες, επιστολές, κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα κτλ.) με δικαίωμα επέμβασης στο περιεχόμενό τους (διαγραφές, τροποποιήσεις, απαγόρευση δημοσιοποίησης, κυκλοφορίας κτλ.): Tο δικτατορικό καθεστώς επέβαλε αυστηρή ~ στον τύπο. Οι επιστολές προς και από τους κρατουμένους υποβάλλονται σε ~ από τη διεύθυνση των φυλακών. Προληπτική ~, ο έλεγχος που ασκείται πριν από τη δημοσιοποίηση, την κυκλοφορία των προϊόντων. (έκφρ.) η ψαλίδα* της λογοκρισίας. 2. η υπηρεσία που ασκεί τον έλεγχο: H ~ έκοψε μερικές σκηνές του έργου, γιατί τις θεώρησε πολύ τολμηρές.
[λόγ. λογοκρι(τής) -σία απόδ. γαλλ. censure]
Λεξικό της κοινής νέας ελληνικής


Το πρώτο πράγμα που θα όφειλε να παρατηρήσει κανείς σχετικά με την κοινή αντίληψη περί λογοκρισίας είναι ότι πριμοδοτεί μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή της: πιο συγκεκριμένα, την αντίληψη ότι η λογοκρισία είναι α) κατασταλτική σε χαρακτήρα, με άλλα λόγια ότι συνίσταται κατ' ουσίαν στην απαγόρευση, αποσιώπηση και την φίμωση του λόγου και β) ότι εκδηλώνεται τεχνικά με την απαλοιφή, τη διαγραφή εδαφίων, κινηματογραφικών σκηνών, στίχων, κλπ που κρίνονται, από ένα θεσμικό όργανο, μη αποδεκτά.

Τόσο η μία όσο και η άλλη διάσταση είναι φυσικά σημαντικές στην πρακτική της λογοκρισίας. Σαφώς όμως, δεν είναι οι μόνες, ούτε ορίζουν συνολικά το φαινόμενο. Για παράδειγμα, στον πιο πάνω ορισμό του Λεξικού της κοινής νέας ελληνικής γίνεται λόγος όχι μόνο για "διαγραφές" ή για "απαγόρευση" αλλά και για "τροποποιήσεις". Οι τροποποιήσεις δεν συνίστανται αποκλειστικά στην διαγραφή ή την αποσιώπηση, φυσικά. Περιλαμβάνουν ακόμα και την επέμβαση με σκοπό την πρόσθεση λέξεων, κινηματογραφικών σκηνών, στίχων, κλπ που δεν υπήρχαν σε ένα αρχικό έργο, είτε σε αντικατάσταση κάποιων που απαλείφθηκαν, είτε ως απαραίτητα μέρη μιας διαδικασίας αναμόρφωσης ή ανασκευής αρχικών διατυπώσεων, εικόνων, κλπ. Μια από τις συνέπειες αυτής της ευρύτερης αντίληψης για το τι συνιστά λογοκρισία είναι και η αναγκαστική μετατόπιση από μια καθαρά κατασταλτική/απαγορευτική αντίληψη της λειτουργίας της σε μια αντίληψη που περιλαμβάνει παραγωγικές διαστάσεις στην λογοκριτική διαδικασία. 

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα από τον κινηματογράφο, και συγκεκριμένα από τον αμερικανικό κινηματογράφο:

Στην χρυσή δεκαετία του 30 στο Χόλιγουντ, την εποχή του λεγόμενου studio system, η λογοκρισία των κινηματογραφικών έργων ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας των μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο με τις κρατικές αρχές, και επικεντρωνόταν κυρίως στην προληπτική λογοκρισία, από τα ίδια τα στούντιο, σκηνών στο σενάριο που αφορούσαν την αναπαράσταση της σεξουαλικής δραστηριότητας, των "μη κανονικών" σεξουαλικοτήτων, ή παράνομων πράξεων. Ο αμερικανικός κινηματογράφος ανέπτυξε σε ό,τι αφορά ορισμένα "απαγορευμένα" θέματα μια γλώσσα έμμεσης απεικόνισης, παρακάμπτωντας άμεσες και ρητές αναφορές σε ζητήματα για τα οποία υπήρχε λογοκρισία. Αυτές οι τεχνικές έμμεσης απεικόνισης όμως αποτελούν ουσιαστικά μέρη της παραγωγικής γλώσσας του κινηματογράφου της εποχής, μιας και η λογοκρισία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια έκφραση που βασιζόταν περισσότερο στον συμβολισμό και στην συμβολική κινηματογραφική γλώσσα από ό,τι θα γινόταν υπό άλλες περιστάσεις. Με άλλα λόγια, η λογοκριτική καταστολή είχε επίσης δημιουργικές και παραγωγικές συνέπειες από αισθητική άποψη. 

Ο ερχομός της αντικομμουνιστικής παράνοιας, του λεγόμενου red scare, είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του λογοκριτικού μηχανισμού στην περίοδο 1947-1954, καθώς η HUAC, η House of Unamerican Activities Committee, είχε πλέον ενεργό ρόλο στην λογοκρισία σκηνών από κινηματογραφικά έργα.

Πώς όμως να ερμηνεύσει κανείς το μετέπειτα στάδιο στον αμερικανικό κινηματογράφο, στο οποίο α) η λογοκρισία δεν αφορά πια παρά σπάνια παρεμβάσεις κάποιου θεσμικού κρατικού οργάνου αλλά είναι αποτέλεσμα τεχνικών marketing research, και β) δεν εκδηλώνεται  αναγκαστικά με την απαλοιφή ή τη διαγραφή σκηνών, αλλά με την εκ των προτέρων πρόνοια για την κατασκευή εναλλακτικού μοντάζ, εναλλακτικών σεναρίων, κλπ;

Ας δώσουμε ένα μόνο ενδεικτικό παράδειγμα: την ταινία Blade Runner (1982) του Ridley Scott --που βασίστηκε, ως γνωστό, στο μυθιστόρημα του Philip K. Dick Do Androids Dream of Electric Sheep?. Σύμφωνα με την wikipedia, η αρχική κόπια της ταινίας προβλήθηκε σε δειγματοληπτικό κοινό το 1982, δεν βρήκε καλή ανταπόκριση, και η ταινία ξαναμονταρίστηκε από το στούντιο πριν την προβολή της στους κινηματογράφους, με την πρόσθεση voice-over αφήγησης και διαφορετικό --"ευτυχές"-- τέλος. Το λεγόμενο "director's cut" --η εκδοχή του ίδιου του σκηνοθέτη για την ταινία-- κυκλοφόρησε δέκα χρόνια αργότερα, το 1992. Τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι πολύ συχνές στο Χόλιγουντ, αλλά ποτέ δεν εννοιολογούνται με όρους "λογοκρισίας", αν και φυσικά περιλαμβάνουν τα βασικά στοιχεία της διαδικασίας αυτής: το "γούστο της αγοράς" δεν περιλαμβάνεται στην χαρτογράφηση του πώς λειτουργεί η σύγχρονη λογοκρισία, αν και είναι ουσιώδες συστατικό της, αποτελώντας βασικό λόγο μη έκδοσης βιβλίων που δεν αναμένεται να πουλήσουν, μη έγκρισης σεναρίων, μη γυρίσματος ή συνέχισης τηλεοπτικών εκπομπών ή σειρών, κατάργησης στηλών σε εφημερίδες, μη συμπερίληψης σκηνών, ανακατασκευής κινηματογραφικών μοντάζ, κλπ. 

Καθώς η λογοκρισία περνά από τον έλεγχο του κράτους και των θεσμικών οργάνων του στην παντοκρατορία του (ήδη κατασκευασμένου) "γούστου του καταναλωτή" συμβαίνει κάτι πολύ ουσιώδες: ενώ πριν η λογοκρισία ήταν είτε προληπτική (από τον "εργοδότη") είτε κατασταλτική (από τα αρμόδια θεσμικά όργανα), αρχίζει όλο και περισσότερο να αποσπάται εντελώς από το κράτος και τον εργοδότη και να εσωτερικεύεται, να γίνεται κάτι το οποίο ο πολιτισμικός παραγωγός κάνει μόνος του στον εαυτό του. Στο μετανεωτερικό παράδειγμα δεν υπάρχουν πολιτικές συνέπειες για όποιον παραβαίνει κανόνες που έχουν γίνει πια άρρητοι· υπάρχουν οικονομικές συνέπειες. Το να "λογοκριθείς" λόγω εμπορικών συσχετισμών δεν είναι κάτι δραματικό, κάτι για το οποίο θα μπορείς αργότερα να περηφανεύεσαι. Το λογοκριμένο έργο σήμερα δεν είναι "αντικαθεστωτικό". Είναι απλώς ασύμφορο, και συνεπώς η ηρωική στάση απέναντι στη λογοκρισία (ας θυμηθούμε τον Ντε Σαντ ή τον Γκράμσι, να γράφουν στις φυλακές, να διακομίζουν κρυφά τα γραπτά τους, κλπ) είναι ουσιαστικά άνευ νοήματος. Σαφώς πιο διαδεδομένο λοιπόν, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, είναι να αυτολογοκρίνεται κανείς προληπτικά, και να αυτολογοκρίνεται όλο και περισσότερο χωρίς καν να συνειδητοποιεί ότι αυτολογοκρίνεται, συγχέοντας την αυτολογοκρισία με την πηγαία και αυθόρμητη έκφραση αυτού που πραγματικά σκέφτεται.

Πράγμα που μάς φέρνει σε μια ελάχιστα συζητημένη σκοπιά του προβλήματος της λογοκρισίας, που είναι το γεγονός ότι η λογοκρισία είναι στην ουσία μια διπλή, ανακλαστική ενέργεια: δεν λογοκρίνεται απλώς κάτι· λογοκρίνεται επίσης το γεγονός ότι λογοκρίθηκε. Μαζί με την λογοκρισία, υπάρχει η λογοκρισία της ίδιας της λογοκρισίας, μια απαραίτητη μετα-λογοκρισία. Έτσι, το μοντάζ σε ένα έργο από όπου κόπηκαν κάποιες σκηνές θα κάνει το παν ώστε να μην φαίνεται ότι κόπηκε οτιδήποτε· ένα κείμενο το οποίο έχει υποστεί λογοκρισία θα είναι αναδομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να εξαλειφθούν όχι απλά κομμάτια του, αλλά και τα ίχνη της λογοκρισίας που τα εξάλειψε· και ούτω κάθε εξής. 

Με δεδομένο τον διπλό, ανακλαστικό χαρακτήρα της λογοκρισίας, οδηγούμαστε σε μια μάλλον αναπάντεχη ανακάλυψη: αν συγκρίνουμε την εξωτερικά επιβαλλόμενη, θεσμικά ελεγχόμενη λογοκρισία που χαρακτηρίζει την εποχή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 με την εσωτερικευμένη, άτυπη, καταναλωτικά ρυθμιζόμενη λογοκρισία που κυριάρχησε στη Δύση από τα τέλη του 50 ως σήμερα, θα δούμε ότι αν η πρώτη διατηρεί το ίχνος της λογοκριτικής πρακτικής έστω στην ίδια την ύπαρξη ενός θεσμικού οργάνου υπεύθυνου για τη λογοκρισία (και συχνά η παρακμή του θεσμικού αυτού οργάνου συνδέεται με την επανακυκλοφορία ή ανακάλυψη λογοκριμένων έργων, σκηνών, κλπ), η δεύτερη έχει ολοκληρωτικά λογοκρίνει την ίδια την ύπαρξη λογοκρισίας, έχει εξαλείψει το ίχνος της εντελώς (και έτσι είναι όλο και λιγότερες οι περιπτώσεις όπου υπάρχει καν κάπου λογοκριμένο υλικό ή μαρτυρία περί λογοκρισίας, μιας και η λογοκρισία γίνεται πια όλο και περισσότερο καθαρά προληπτική υπόθεση, και μιας και δεν βιώνεται καν ως τέτοια).

Με άλλα λόγια, η διαφορά μεταξύ της δυτικής κοινωνίας πριν το 1960 και μετά δεν είναι απλά ή μονοδιάστατα ότι υπάρχει μεγαλύτερη "ελευθερία λόγου" στην μετά το 1960 εποχή· είναι ότι η ύπαρξη της λογοκρισίας έχει λογοκριθεί με πολύ μεγαλύτερη επάρκεια και συστηματικότητα το δεύτερο στάδιο, με αποτέλεσμα να έχουμε το εξής παράδοξο: η συντριπτική πλειοψηφία των αρθρογράφων λέει τα ίδια πράγματα, η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών παρουσιάζει τα ίδια τετριμμένα κλισέ, η συντριπτική πλειοψηφία των μουσικών έργων το ίδιο, και γενικότερα υπάρχει όλο και περισσότερη ουσιαστική μονοφωνία, χωρίς όμως κανείς να βλέπει πουθενά την παρέμβαση κάποιας λογοκρισίας, και με τρόπο επομένως που εμφανίζεται "φυσικός", σχεδόν νομοτελειακός. Ο Πρετεντέρης, ο Μανδραβέλης, η Τριανταφύλλου μιλούν όπως μιλούν γιατί αυτή είναι η ελεύθερη άποψή τους και όχι γιατί αυτό που λένε είναι το αποτέλεσμα του ότι βασίζουν την καριέρα τους στη μεσολάβηση πολλαπλών φίλτρων προληπτικής, εσωτερικευμένης αυτολογοκρισίας αυτού που βλέπουν γύρω τους ή αυτού που θα τους υπαγόρευε η πραγματικότητα· όλοι όσοι εκπροσωπούν την κυρίαρχη άποψη τυχαίνει απλώς να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, να χρησιμοποιούν τα ίδια επιχειρήματα, να καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα:  αυτή είναι η "κοινή λογική" της εποχής, και κάθε αντίρρηση σε τούτη τη λογική κινδυνεύει να χαρακτηριστεί συνομωσιολογική.

Χωρίς μια πιο εκλεπτυσμένη, πιο θεωρητικοποιημένη και πιο ιστορικοποιημένη αντίληψη για τη λειτουργία της λογοκρισίας, η κοινωνία μας είναι καταδικασμένη να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην μονοφωνία χωρίς να καταλαβαίνει τι της συμβαίνει, και οι σκέψεις μας να γίνονται όλο και πιο μονοδιάστατες και ακίνδυνες χωρίς την παραμικρή αντίληψη της ύπαρξης "Μεγάλου Αδελφού" ή της ανάγκης ηρωϊκής αντίστασης εναντίον του. Το μυθιστόρημα του Όργουελ είναι έργο καθαρής ιδεολογίας και όχι κριτικής σκέψης για αυτόν ακριβώς τον λόγο: η μυθολογία περί "Μεγάλου Αδελφού" απετέλεσε έναν έξοχο τρόπο της απόσπασης της προσοχής των δυτικών κοινωνιών από την υλοποίηση της εσωτερίκευσής του, χωρίς δράματα καταπίεσης και καταστολής, χωρίς κραυγές διαμαρτυρίας, χωρίς ηρωικές δυνατότητες και προοπτικές. Η Δύση λογόκρινε τον τρόπο με τον οποίο λογοκρίνεται τόσο αποτελεσματικά, ώστε σήμερα το άκουσμα της λέξης "λογοκρισία" να παραπέμπει μόνο σε άλλες χώρες ή/και άλλες εποχές, ποτέ στην αυτοσυνείδηση του τι έχει συμβεί και τι εξακολουθεί να συμβαίνει στις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες. 

6/10/2011-Αποκατάστασις


Αποκατάστασις (wikipedia):

Στωικισμός
Σύμφωνα με τον Edward Moore του St. Elias School of Orthodox Theology της Nebraska, η αποκατάστασις εννοιολογήθηκε αρχικά στην πρώιμη στωική σκέψη, κυρίως από τον Χρύσιππο, του οποίου η σκέψη επηρεάστηκε από την θεωρία των επαναλήψεων και των κοσμολογικών κύκλων στην βαβυλονική αστρολογική σκέψη. Η επιστροφή (αποκατάστασις) των πλανητών και των άστρων στα σωστά ουράνια σημάδια τους, δηλαδή, στις αρχικές τους θέσεις, θα έφερνε μια θερμική έκρηξη στο σύμπαν (εκπύρωσις) [...] Ο Οριγένης της Αλεξάνδρειας συσχέτισε την έννοια της αναγέννησης και αναδόμησης του κόσμου στους στωικούς με την ενεργό καθοδήγηση και συντήρηση του Λόγου, που εκλαμβάνεται ως εκδήλωση του Διός, όταν ο Δίας ξαναεξωτερικεύει τις σκέψεις του. Στην ερμηνεία του Οριγένη, στην στωική φιλοσοφία ο κόσμος είναι μια φυσική έκφραση των τέλειων σκέψεων του Δία και η αποκατάστασις είναι η συστροφή με την οποία ο Δίας επιστρέφει στην ενδοσκόπηση. Ο Λάιμπνιτζ διερεύνησε τόσο τους στωικούς όσο και τη φιλοσοφία του Οριγένη σε δυο δοκίμια που έγραψε λίγο πριν πεθάνει, τα "Αποκατάστασις" και "Αποκατάστασις πάντων" (1715). 

Ιουδαϊσμός
Η έννοια του "αποκαθιστώ", "επιστρέφω" στην εβραϊκή Βίβλο είναι το κοινό εβραϊκό ρήμα שׁוּב (shuwb/shuv), όπως χρησιμοποιείται στο Μαλαχίας 4:2, μοναδική χρήση της ρηματικής μορφής της αποκαταστάσεως στην Πεντάτευχο. Το ρήμα χρησιμοποείται για την "αποκατάσταση" της περιουσίας του Ιώβ, και χρησιμοποείται επίσης με την έννοια της σωτηρίας ή λύτρωσης αιχμαλώτων, και για την αποκατάσταση της Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για έννοια παρόμοια με το tikkun olam στον χασιδικό ιουδαϊσμό.

Νέα Διαθήκη
Η χριστιανική έννοια της αποκαταστάσεως συμπεριλαμβάνει την αποκατάσταση του κόσμου στην αρχική του κατάσταση, όπως στον Κήπο της Εδέμ. Η λέξη "αποκατάστασις" εμφανίζεται στην Βίβλο μόνον στις Πράξεις των Αποστόλων 3:21. Ο Πέτρος θεραπεύει έναν ανάπηρο ζητιάνο και μετά απευθύνεται στους έκπληκτους θεατές. Το κήρυγμά του εντάσσει τον Ιησού στα εβραϊκά του συμφραζόμενα, ως εκπληρωτή του αβρααμικού συμβολαίου, και λέει: "Ο Ιησούς πρέπει να παραμείνει στους ουρανούς έως ότου έρθει ο καιρός ο Θεός να αποκαταστήσει τα πάντα, όπως υποσχέθηκε πολύ καιρό πριν μέσω των ιερών του προφητών."

[...]
Η συνήθης ερμηνεία της χρήσης από τον Πέτρο της φράσης περί "αποκαταστάσεως" όλων αυτών για τα οποία μίλησε ο Θεός είναι ότι η φράση αναφέρεται στην αποκατάσταση του βασιλείου του Ισραήλ ή/και του Κήπου της Εδέμ, και όχι "όλων των πραγμάτων τα οποία υπήρξαν ποτέ." 

[...]
Πατριστικός Χριστιανισμός
[...]
Ο Konstantinovsky (2009) λέει πως οι χρήσεις της αποκαταστάσεως στα χριστιανικά γραπτά πριν από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (543) και το Ανάθεμα (553) που προκηρύχθηκε ενάντια στους "Οριγενιστές" και τον Evagrius Ponticus, ήσαν ουδέτερες και αναφερόταν κυρίως σε έννοιες παρόμοιες με την γενική "αποκατάσταση όλων των πραγμάτων που ειπώθηκαν" (restitutio omnium quae locutus est Deus) του Πέτρου στις Πράξεις 3:21 και όχι, για παράδειγμα, στην συμφιλίωση όλων των ψυχών που υπήρξαν ποτέ. Ο όρος "αποκατάστασις" δεν αναφέρεται στο Ανάθεμα του 533.  
[...]

Γνωστικισμός
Το γνωστικό ευαγγέλιο του Φιλίππου περιέχει τον ίδιο τον όρο αλλά δεν διακηρύττει την γενική συμφιλίωση.

Λούθηρος
Στην μετάφρασή του της Βίβλου, ο Λούθηρος απέδωσε τον ελληνικό όρο Αποκατάστασις με το γερμανικό herwiedergebracht werde, "θα επιστρέψει."

[...]
Ο Λούθηρος αποκήρυξε ανοιχτά την πίστη ότι οι διάβολοι θα έφταναν τελικά να λάβουν ευλογία. 

Σημείωση Radical Desire:
Είναι εύλογο και προφανές ότι η έννοια της "αποκαταστάσεως" προϋποθέτει μια θεώρηση του χρόνου ως ουσιαστικά και τελικά αναστρέψιμου. Η "αποκατάστασις" είναι εφικτή στον βαθμό που ο χρόνος μπορεί να αναστραφεί, και ο χρόνος μπορεί να αναστραφεί επειδή υπάρχει Θεός, δημιουργός του κόσμου, ικανός να άρει αυτό που φαίνεται φυσικός νόμος. Η αποκατάστασις προϋποθέτει λοιπόν επίσης την ύπαρξη μιας δύναμης υπερφυσικής, μιας δύναμης που βρίσκεται έξω από τα όρια του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε με την εμπειρία.

Πρόκειται, όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, για μια ιδέα που αντίκειται στην σύγχρονη (μετά τον 18ο αιώνα, τον Διαφωτισμό και τις Αμερικανικές και Γαλλικές Επαναστάσεις) αντίληψη περί ιστορίας, για την οποία η ιστορία είναι υλική έννοια (και όχι άχρονη, θεολογικού τύπου αλληγορία) ακριβώς επειδή δεν είναι αναστρέψιμη, επειδή δεν μπορεί να φτιαχτεί (να αποκατασταθεί) ό,τι καταστράφηκε. Αξίζει να θυμηθούμε το ότι η περίφημη Θέση ΙΧ του Βάλτερ Μπένγιαμιν για την "Φιλοσοφία της Ιστορίας" είναι μια θέση ακριβώς για το αδύνατο της αποκαταστάσεως, μια θέση δηλαδή ουσιωδώς μη θεολογική:

Τα μάτια του είναι διάπλατα ανοιχτά, το στόμα του ανοιχτό και οι φτερούγες του τεντωμένες. Έτσι ακριβώς πρέπει να είναι και ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παράδεισου αδράχνοντας τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Η θύελλα τον ωθεί ακαταμάχητα προς το μέλλον, στο οποίο η πλάτη του είναι στραμμένη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια φθάνει μπροστά του ως τον ουρανό.
Οι όποιες πολιτικές αναγωγές και τα όποια πολιτικά συμπεράσματα ανήκουν στους αναγνώστες.

2/10/2011-3/10/2011- Συντηρητικές προϋποθέσεις της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας

1. Να μην έχεις γνώμη για όλα τα πράγματα και να κάνεις όσο μπορείς πιο ξεκάθαρο ότι υπάρχουν χιλιάδες πράγματα για τα οποία δεν έχεις καμία γνώμη. Αυτοί που μπορούσαν να έχουν γνώμη για όλα τα πράγματα ήταν οι άνθρωποι της κλασικής εποχής, και αυτό συνέβαινε επειδή ο κόσμος τους τούς παρουσιαζόταν στον νου ως μια αδιάρρηκτη και έλλογη ενότητα. Αλλά ο δικός μας κόσμος δεν μπορεί να εμφανιστεί στην συνείδηση με τέτοιο τρόπο, και στο κάτω-κάτω οι αρχαίοι αυταπατώνταν: ο κόσμος τους δεν ήταν στην πραγματικότητα ούτε "ενιαίος" ούτε "άρρηκτος"· μάλλον, τούτες οι πολύτιμες για την σκέψη των αρχαίων ποιότητες ήταν ιδεολογικά επιφαινόμενα ενός κόσμου που ήταν αποτέλεσμα πρότερων αποκλεισμών, τόσο της πλειοψηφίας του πληθυσμού και των εργασιακών του μελημάτων, όσο και της σφαίρας της ιδιωτικής ζωής. Η γνώμη για όλα καταργεί τις διακρίσεις ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο, το καταστροφικά επείγον και το τετριμμένα αναπόφευκτο, και εκχυδαϊζει την σκέψη όσο τίποτε. Αν θέλεις να αναλογιστείς πρακτικά το μέγεθος του κακού που κάνει στον άνθρωπο το να προσπαθεί να έχει γνώμη για όλα, κάνε μια βόλτα στα σχόλια σε ελληνικά ιστολόγια. Ή σκέψου ότι η γενιά που οδήγησε την Ευρώπη στην διάλυση και την σημερινή νέα γενιά στην εκ προοιμίου εξαθλίωση είναι ακριβώς η γενιά που είχε γνώμη για όλα. Μην της μοιάζεις.

2. Από όλες τις γενιές που προηγούνται, η πιο άχρηστη και επιζήμια είναι εξ ορισμού η αμέσως προηγούμενη, αυτή που είναι σε σημαντικό ποσοστό ακόμα ζωντανή. Γιατί; Επειδή είναι η μόνη γενιά που αναλαμβάνει η ίδια την διαχείριση των ιδεών και των πρακτικών της, και έτσι δυσχεραίνει περισσότερο από όλες τις άλλες την διαδικασία αλύπητου καψίματος και πετάγματος της άχρηστης παλιατζούρας, που οι προηγούμενες, όντας νηφάλια πεθαμένες, επιτρέπουν αδιαμαρτύρητα. Η διαδικασία αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος του τι σημαίνει "κληρονομώ", και η αμέσως προηγούμενη γενιά μπορεί να οριστεί και έτσι: "αυτή που δεν μπορεί να κληρονομηθεί." Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε ότι σε ό,τι αφορά την αυτοδιαχείρισή της, η αμέσως προηγούμενη γενιά πριμοδοτεί ως σημαντικό και άξιο λόγου ακριβώς ό,τι πιο άχρηστο και επιζήμιο έχει σκεφτεί και θέσει σε πράξη. Σε ό,τι αφορά τους προγόνους που διαλέγει, ο σωστός ριζοσπάστης έχει την χρήσιμη εκείνη συντηρητικότητα που του επιβάλλει να εμπιστεύεται αυτούς που έχουν μουστάκες και μακριές γενειάδες ή φορούν καλτσοδέτες και κορσέδες περισσότερο από τους φρεσκοξυρισμένους και ενδυματολογικά οικείους βρυκόλακες που ζουν ανάμεσά μας.

3. Μπορείς να εντοπίσεις εύκολα τόσο τον αριστεριστικό όσο και τον αντιδραστικό κρετινισμό σε όσους υποπτεύεσαι ότι ανήκουν στις δύο αυτές κατηγορίες καλώντας τους να ερμηνεύσουν το ακόλουθο απόσπασμα:
Η παράδοση από όλες τις πεθαμένες γενιές βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών. Και ίσα ίσα όταν φαίνονται να ασχολούνται για να ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να φτιάσουν κάτι που δεν υπήρχε ακόμα, σε τέτοιες ίσα ίσα εποχές επαναστατικής κρίσης επικαλούνται με αγωνία τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα πολεμικά τους συνθήματα, τις φορεσιές τους για να παρουσιάσουν με αυτή την μεταμφίεση, που την έκανε ο χρόνος σεβάσμια, και με αυτή τη δανεισμένη γλώσσα την καινούργια σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας. Έτσι, ο Λούθηρος μεταμφιέστηκε σε απόστολο Παύλο, η επανάσταση του 1789-1814 ντύθηκε διαδοχικά τη φορεσιά της ρωμαϊκής δημοκρατίας και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η επανάσταση του 1848 δεν ήξερε τίποτα καλύτερο να κάνει, παρά να παρωδήσει πότε το 1789 και πότε την επαναστατική παράδοση του 1793-95. Έτσι μεταφράζει και ο αρχάριος που έμαθε μια νέα γλώσσα πάντοτε ξανά στη μητρική του γλώσσα. Μα τότε μόνο έχει αφομοιώσει το πνεύμα της καινούριας γλώσσας και μπορεί ελεύθερα να δημιουργεί σε αυτήν, όταν κινείται σε αυτή χωρίς να θυμάται την παλιά και ξεχνάει σε αυτή την προγονική του γλώσσα.
Κ. Μαρξ , 18η Μπρυμαίρ
Ο αριστεριστής κρετίνος θα συγκρατήσει μόνο την αρχή και το τέλος του παραπάνω αποσπάσματος: την ρήση ότι η παράδοση των παλιών γενιών μας "βαραίνει σαν εφιάλτης" που πρέπει να ξεφορτωθούμε, και την παρατήρηση περί του αναγκαίου της λήθης της παλιάς γλώσσας για να εκμαθηθεί μια νέα. Με άλλα λόγια, αυτό που θα συγκρατήσει είναι η ψευδαίσθηση ότι ο Μαρξ προτείνει μια έννοια της επανάστασης ως κάτι του απόλυτα νέου, εντελώς άριζου στο παρελθόν, χωρίς κανένα παρελθοντικό ίχνος, και ότι συνεπώς καταδικάζει κάθε επανάσταση που επαναλαμβάνει μεταμφιεσμένα στοιχεία του παρελθόντος. Ο αριστεριστής κρετίνος πιστεύει στην απόλυτη καινοτομία χωρίς επανάληψη, πιστεύει ότι είναι εφικτό το να κρίνεις κάτι ως νέο χωρίς να μπορείς να το συγκρίνεις με το αντίθετό του, ότι μπορείς καν να κατανοήσεις καν το νέο χωρίς αναφορά σε κάτι που επαναλαμβάνεται. Αν ο αριστεριστής κρετίνος ήταν δάσκαλος δεύτερης γλώσσας λοιπόν (για να σκεφτούμε τι κομίζει η μεταφορά του Μαρξ), θα θεωρούσε αποτελεσματικότερη την διδασκαλία εκείνη που θα βασιζόταν στην εξάλειψη της μνήμης του μαθητή του, ώστε αυτός να μπορεί να αφιερωθεί στην νέα γλώσσα χωρίς να παρεμποδίζεται από την παλιά. Αλλά ένας τέτοιος μαθητής θα ήταν ανίκανος να μάθει οποιαδήποτε γλώσσα, γιατί η μνήμη είναι απαραίτητη για την εκμάθηση νέων πραγμάτων, και γιατί, φυσικά, η πρώτη γλώσσα έχει κάτι κοινό με τη δεύτερη --έχει δομή, συντακτικό, γραμματική-- και η εξάλειψη αυτού που είναι κοινό από το μυαλό κάθε άλλο παρά θα διευκόλυνε τον μαθητή να μην παραμείνει γλωσσικά αφασικός. Ο αριστεριστής κρετίνος τα παρακάμπτει όλα αυτά, κι έτσι παρακάμπτει το γεγονός ότι ο αρχάριος σε μια νέα γλώσσα κάνει λάθη, βρίσκεται όμως ακριβώς για αυτόν ακριβώς τον λόγο σε ένα μεταβατικό σημείο ανάμεσα στην παλιά και τη νέα γλώσσα, έχει δηλαδή ήδη αρχίσει να μαθαίνει τη νέα γλώσσα. Και χωρίς να είσαι ποτέ αρχάριος --κάτι αφόρητο για τον αριστεριστή, που θέλει το ανώτατο πτυχίο της επανάστασης αμέσως-- δεν μαθαίνεις ποτέ μια νέα γλώσσα. 'Η αλλιώς, αυτός που επαναλαμβάνει καταχρηστικά το παλιό το κάνει καταχρηστικά μόνο όταν βρίσκεται ήδη στο κατώφλι της εκμάθησης του νέου, σε αντίθεση με αυτόν που περιμένει να μάθει απευθείας το νέο χωρίς πρώτα να κατακτήσει το παλιό, μένοντας έτσι διαρκώς κουμπούρας: για ποιον άλλο λόγο, πρέπει να θυμίσεις στον αριστεριστή κρετίνο, γράφει ο Μαρξ ότι "ίσα ίσα όταν φαίνονται να ασχολούνται για να ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να φτιάσουν κάτι που δεν υπήρχε ακόμα, σε τέτοιες ίσα ίσα εποχές επαναστατικής κρίσης επικαλούνται με αγωνία τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους"; Δηλαδή, ότι η επανάληψη του παλιού είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο γίνεται βιώσιμη η αγωνία της κατάκτησης του νέου, την ίδια βέβαια στιγμή που μια τέτοια επανάληψη παρεμποδίζει το νέο από το να αποκτήσει μια καθαρή άρθρωση που θα ήταν, σε πρώτο στάδιο, ταυτόχρονα υποκειμενικά αφόρητη και ακατάληπτη από όλους; Και γιατί, αν η συνταγή του Μαρξ για τον ριζοσπάστη ήταν τάχαμου να υποβάλλει τον εαυτό του σε αφασική λήθη περίμενοντας την επιφοίτηση ex nihilo καινοτομιών, να επιμένει να θυμάται ο ίδιος τόσο καλά το επαναστατικό παρελθόν;

Ο αντιδραστικός κρετίνος, αντίστροφα, έχει συγκρατήσει μόνο τις αναφορές στην επανάληψη του παλιού: για αυτόν, το απόσπασμα είναι απλώς η ομολογία ότι η επανάσταση δεν είναι παρά επανάληψη, ότι δεν υπάρχει επανάσταση που δεν επαναλαμβάνει μηχανικά και αναπόδραστα το παρελθόν, και συνεπώς ότι στην επανάσταση δεν υπάρχει απολύτως τίποτα νέο. Αν ο αριστεριστής δάσκαλος ξένης γλώσσας θα υπέβαλλε ευχαρίστως τον μαθητή του σε διάσειση ελπίζοντας να του προκαλέσει την απαραίτητη αμνησία, ο αντιδραστικός θα του ξεκαθάριζε εξαρχής ότι δεν γίνεται να μάθεις καμία νέα γλώσσα, γιατί η εκμάθηση της παλιάς σε καταδικάζει σε αιώνια νοητικά κάτεργα. Όταν ο Μαρξ μιλά για τον Λούθηρο, το 1789, και το 1848, ο αντιδραστικός κρετίνος νομίζει ότι το κάνει σαρκαστικά, γελώντας με την απέλπιδη και αδιέξοδη επανάληψη του παλιού. Έτσι, ο αντιδραστικός κρετίνος δεν βρίσκεται σε θέση να σου εξηγήσει γιατί ο Μαρξ κλείνει το εδάφιο και την παράγραφο με μια αναφορά στην καθημερινή καινοτομία που ενσαρκώνεται στη γλωσσομάθεια, η οποία φυσικά δεν είναι κανενός είδους "παρωδία" της μητρικής γλώσσας, ούτε μπορεί ποτέ να γίνει έτσι κατανοητή. Ούτε, όπως ακριβώς και ο αριστεριστής κρετίνος, μπορεί ο αντιδραστικός κρετίνος να αναλογιστεί γιατί ο Μαρξ παρουσιάζει την θεατρική επανάληψη του παρελθόντος ως αναπόφευκτη και απαραίτητη ακριβώς στις στιγμές εκείνες που το διακύβευμα ήταν πραγματικά, και όχι θεατρινίστικα, να φτιαχτεί κάτι που "δεν υπήρχε ακόμα".

Η επανάσταση ως κάτι το απόλυτα και θαυματουργά νέο, η επανάσταση ως εκ προοιμίου καταδικασμένη στην οπισθοδρομική επανάληψη: ο γερο-Μαρξ σου έδωσε ένα πολύτιμο εργαλείο για να ξεχωρίζεις τους αριστεριστές από τους αντιδραστικούς κρετίνους. Δώσε σημασία στον γερο-Μαρξ. Μην γίνεσαι αριστεριστής. Μην γίνεσαι αντιδραστικός. Μην γίνεσαι κρετίνος.

4. Επειδή ζει και λειτουργεί σε ένα εχθρικό προς ό,τι εκπροσωπεί ο ίδιος περιβάλλον, ο ριζοσπάστης πρέπει να καταβάλει πολύ μεγάλη ενέργεια για να ανταποκριθεί στα στοιχειώδη καθήκοντα που τού επιβάλλονται από τις θέσεις του. Για το λόγο αυτό, πρέπει να καλλιεργεί με ευλάβεια το μέτρο: να είναι μετρημένος στα λόγια του, να αποφεύγει άσκοπες συγκρούσεις, να διαφυλάττει την ενέργειά του για εκεί που έχει σημασία. Να είναι, με λίγα λόγια, εχθρός της υπερβολής, η οποία είναι πάντοτε το χαρακτηριστικό σημάδι του μικροαστισμού, που ως γνωστόν κάνει τις επαναστάσεις του στα λόγια, αφού έχει πρώτα καταστήσει την επανάσταση συνώνυμη με το προσωπικό ξέσπασμα ανεπίλυτων απωθημένων. Η ίδια η επαναστατικότητα περιέχει εξ ορισμού ένα ποσοστό υστερικής προδιάθεσης· αν αυτή η προδιάθεση δεν τιθασεύεται από το έλλογο στοιχείο, αν δεν μετριάζεται από ένα "ψυχρό ρεύμα", τότε παραδίδεται εξ ολοκλήρου στην υστερική θεατρικότητα. Και οι υστερικοί δεν έχουν διάρκεια· φτάνουν σε πολύ σύντομο χρόνο από την ευφορική εκτόνωση των συμπτωμάτων τους στην απάθεια και την αδράνεια. Είναι πολύ εύκολο να προσληφθείς ως ριζοσπάστης για μια στιγμή -- η ιστορία είναι γεμάτη από ριζοσπάστες τέτοιου είδους, και πίσω από τις ακατάπαυστες κραυγές τους διακρίνεται ήδη ο ξεφουσκωμένος κομφορμισμός του μελλοντικού ευυπόληπτου πολίτη, ή, ακόμα χειρότερα, η αντεστραμμένη, αντιδραστική υστερία του φασίστα. Είναι πολύ δυσκολότερο να παραμείνεις ριζοσπάστης για μια ζωή -- ακόμα και αν, για παράδειγμα, ο ριζοσπαστισμός ευτυχήσει να αποκτήσει κοινωνική υπόσταση και ιστορική δικαίωση τέτοια που να μην είναι πλέον ακραία μειονοτικό φαινόμενο.

26/5/2011-9/10/2011-Κοκτέιλ Μολότωφ

#1
Αν έπρεπε να περιγράψει κανείς την κατάσταση στην σημερινή αριστερά θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του να φανταστεί τον Στάλιν με multiple personality disorder να στέκεται μπροστά σε ένα χωλ με καθρέφτες, χωρίς να γνωρίζει ότι πάσχει από Αλτζχάιμερ:

"Είσαι προδότης!" θα φώναζε στον εαυτό του.
"Όχι, εσύ είσαι προδότης και ρεβιζιονιστής!" θα του απαντούσε ο ίδιος.
"Είστε και οι δυο προδότες, ζιζάνια διχόνοιας και προαγωγοί παρεκκλίσεων!" θα λεγε με μια τρίτη φωνή ο ίδιος.
"Όποιος μιλάει για προδοσία είναι προδότης, πράκτορας των ιμπεριαλιστών και εχθρός του λαού!" θα απαντούσε μια τέταρτη περσόνα.

Κάθε περσόνα θα ετοιμαζόταν να εκτελέσει την άλλη, αλλά κάπου εκεί θα παρενέβαινε σωτήρια η Αλτζχάιμερ από την οποία θα έπασχαν --φευ, αναπόφευκτα-- όλες μαζί από κοινού, και ο Στάλιν θα ξέχναγε ποια ήταν η διαφωνία, και μετά ότι υπήρξε ποτέ τέτοια, και μετά ότι είναι ο Στάλιν, και θα την έπεφτε χαμογελαστός και αθώος κάθε πρόθεσης, καλής ή κακής, για έναν γλυκό υπνάκο.

#3
Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένας μπούφος, εργατικός αλλά φτωχός, και αυτό το τελευταίο τό φερε βαρέως.

Μια μέρα, περνάει κάτω απ' το κλαδί του μια αλεπού. "Μπούφο", τού λέει, "τι γίνεται; Πώς πάει η ζωή;"

"Χάλια, κυρ αλεπού, χάλια, όλο δουλεύω και όλο χρωστάω και δεν έχω να θρέψω την γυναίκα μου και τα παιδιά μου όπως παλιά."

"Α, μπούφο," του λέει η αλεπού, "δεν το ξέρεις ότι αυτά με τις δουλειές είναι ξεπερασμένα και σε πάνε πίσω; Η κοινωνία έχει πλέον αλλάξει, και συ προσπαθείς ακόμα με τούτα τα παλιά μέσα να φτιάξεις τη ζωή σου;"

"Μα, υπάρχουνε καινούργια δηλαδή;" είπε ο μπούφος.

"Βεβαίως," απαντά η αλεπού. "Να παίζεις το λαχείο."

"Μα", λέει ο μπούφος, "το λαχείο μπορεί και να μην το κερδίσω, ενώ με τη δουλειά κάτι μπορώ να εξασφαλίσω, όσο λίγο και να ναι."

"Ανοησίες", λέει η αλεπού. "Στην νέα κοινωνία, όλοι όσοι παίζουν λαχείο κερδίζουν, φτάνει να το πιστέψουν. Λέγεται 'αυτοκαθορισμός' αυτό, δεν το ξέρεις;"

"Καλά", λέει ο μπούφος, "μεθαύριο που θα χω λίγο χρόνο απ' τη δουλειά, να πάω να παίξω ένα λαχείο."

"Α, όχι!" απαντά η αλεπού. "Τη δουλειά πρέπει να την παρατήσεις για να παίξεις λαχείο. Δεν γίνονται και τα δυο. Ή το ένα ή το άλλο."

"Και γιατί αυτό;" ρωτάει τότε ο μπούφος.

"Γιατί η δουλειά είναι κάτι που εφεύραν κάποιοι επιτήδειοι για να σε εμποδίσουν να παίζεις λαχεία, φυσικά. Άσε που σε εκμεταλλεύονται κιόλας και ζουν και αυτοί απ' τον κόπο σου. Για αυτό δεν θέλουν να σε δουν να λευτερώνεσαι ως μπούφος απ΄ τις παλιές σου προκαταλήψεις, για αυτό δεν θέλουν να δεις τις ατελείωτες προοπτικές του λαχείου: γιατί μετά δεν θα θες να ξαναπάς στη δουλειά." Αυτό είπε η αλεπού με ύφος περισπούδαστο και φλογερά επαναστατικό.

"Α, μάλιστα, εντάξει τότε!" είπε ο μπούφος, παράτησε τη δουλειά, και το ριξε στα λαχεία. Και έτσι πέρασε ο καιρός και η οικογένεια των μπούφων, έχοντας συναινέσει να ζει με λοταρία, άρχισε αυστηρότερη δίαιτα μέχρι να κερδηθεί το λαχείο γιατί φαγητό πια δεν έμπαινε ούτε το λίγο που έμπαινε παλιότερα στο σπίτι. Και μέχρι να ρθει η άνοιξη είχε όλη αδυνατίσει τόσο πολύ, που πεφτε κάτω στο έδαφος καθώς προσπαθούσε να πετάξει. Και έτσι γέμιζε το δάσος ημιθανείς μπούφους, γέμιζε και την κοιλίτσα της άκοπα η πάντα πεινασμένη αλεπού, η οποία χαμογέλαγε γιατί είχε παίξει επίσης λαχείο, μόνο που το δικό της λεγόταν "μπούφος."

#6
-"Είμαι κομμουνιστής."
-"Και μεις, και μεις, όλοι κομμουνιστές είμαστε πλέον σ' αυτή τη ζωή, η ιδέα του κομμουνισμού, έγινε και συνέδριο..."
-"...Και που λέτε, ως κομμουνιστής..."
-"Σιγά ρε που είσαι εσύ κομμουνιστής. Επαναστάτη του καναπέ! Ο αληθινός κομμουνιστής ρε δεν λέει ότι είναι κομμουνιστής..."
-"...θεωρώ ότι το βασικό μου μέλημα όταν σκέφτομαι πολιτικά δεν είναι να εξωραϊζω και να διακοσμώ την αστική δημοκρατία..."
-"Είναι φασίστας! Φασίστας!"
-"...αλλά να προσπαθώ να δώσω χρήσιμα όπλα στην εργατική τάξη."
-"Καλέ, αυτός είναι κομμουνιστής! Όξαποδώ, απολίθωμα! Ουουουουου!"

#9
Παρά την συγκριτική της παντοδυναμία στο ελληνικό πρωτάθλημα, η ποδοσφαιρική μου ομάδα είχε σαιζόν τα τελευταία χρόνια που φαινόταν να παραπαίει. Δεν ενέπνεε καμιά εμπιστοσύνη. Όταν οι οπαδοί αιθάνονταν ξεκάθαρα ότι απειλούνταν ο υπαριθμόν ένα στόχος του σωματείου και του τότε προέδρου του, ήτοι το πρωτάθλημα, πρόβαιναν στο αγανακτισμένο σύνθημα --γνωστό και από παραλλαγές σε άλλες ομάδες-- "ε-ε-ε, ο-ο-ο, φέρτε το πρωτάθλημα και φύγετε από δω!" Το σύνθημα απευθυνόταν κυρίως στους παίχτες, τους οποίους το οπαδικό συναίσθημα είχε φαινομενικά απαξιώσει πλήρως ως σαπάκια, παλτά, και ούτω κάθε εξής.

Λέω "φαινομενικά", διότι το σύνθημα ήταν βαθιά παράδοξο. Πώς γίνεται παίχτες στους οποίους δεν έχεις καμία εμπιστοσύνη, τους οποίους μάλιστα θα ήθελες να δεις άμεσα να εκπαραθυρώνονται μαζικά απ' την ομάδα, να είναι επίσης παίκτες από τους οποίους δικαιούσαι να απαιτείς παρ' όλα αυτά να κερδίσουν το πρωτάθλημα; Και δεύτερον, αν αυτοί οι παίχτες όντως κερδίσουν το πρωτάθλημα, όπως άλλωστε απαιτείς, τότε γιατί επίσης να "φύγουν από δω" όπως επίσης απαιτείς, εφόσον ο βασικός σου στόχος, και αυτός με βάση τον οποίο κρίνεις τα πάντα, είναι να κερδίσει η ομάδα το πρωτάθλημα; Υπάρχει περίπτωση και να πάρουν το πρωτάθλημα οι παίχτες και να πρέπει να φύγουν μαζικά; Μα τότε, δεν θα άρχιζες να διαμαρτύρεσαι αυτόματα και εκ νέου, πιστεύοντας πλέον ότι η μαζική απομάκρυνση παικτών που έχουν πετύχει τον ύψιστο στόχο δηλώνει χαμήλωμα του πήχυ και τσιγκουνιές του προέδρου;

Ο σημερινός αντικαπιταλισμός, σε Ελλάδα και Ευρώπη, μου θυμίζει έντονα τις επιτελεστικές αντιφάσεις του λατρεμένου αυτού γηπεδικού συνθήματος: η απαίτηση απ' τον καπιταλισμό είναι να φέρει πίσω τη χαμένη ευμάρεια και να φύγει, μόνο που αν μπορούσε όντως να τη φέρει πίσω κανείς δεν θα επιθυμούσε να φύγει, γιατί τότε ο καπιταλισμός θα είχε αποδείξει ότι δεν είναι σαπάκι και παλτό αλλα παιχτούρα μεγάλη και ζηλευτή· οπότε, αν τυχόν κόλλαγε κάποιος και έμενε να επαναλαμβάνει το σύνθημα που φώναζαν όλοι μαζί όσο ο καπιταλισμός έφερνε συνέχεια ήττες, θα τον έπαιρναν με τις πέτρες εν χορώ οι πρώην αγανακτισμένοι. Το μυστικό, και με το σύνθημα και με τον σημερινό αντικαπιταλισμό, είναι ότι προσμένει κανείς τη σωτηρία ρητά και αποκλειστικά από αυτόν που ήδη έχει απαξιώσει ως ανίκανο να τη φέρει.

Όταν το ποδόσφαιρο αρχίζει να επικαθορίζει την πολιτική, η κριτική σκέψη οφείλει να μαθαίνει απ' το ποδόσφαιρο.

#11
Για να φτιάξεις μακαρόνια με κιμά, χρειάζονται τα εξής υλικά: α) μακαρόνια β) κιμάς γ) βούτυρο δ) κρεμμύδι ε) τοματοπελτές στ) αλάτι και πιπέρι ζ) μαϊντανός. Κάποια λίγα υλικά παραπάνω μπορούν να προστεθούν αν είσαι μερακλής και έχεις καλή αίσθηση γευστικών ισορροπιών.

Τώρα, αν, θέλοντας να κάνεις τα μακαρόνια με κιμά πιο πρωτότυπα, προσπαθήσεις να αφαιρέσεις κάποια από αυτά τα υλικά αντικαθιστώντας τα με ανανά, φράουλες, τραχανά, φασόλια γίγαντες, σαντιγί, λακέρδες, φασκόμηλο, ξύδι και ρίγανη, δεν θα έχεις φτιάξει μακαρόνια με κιμά, και δεν θα έχεις φτιάξει που να τρώγεται.

Η υπόθεση "ανανέωση/προσαρμογή του μαρξισμού σε σύγχρονες καπιταλιστικές συνθήκες" προχωρά κάπως ανάλογα. Στην αρχή ο δυτικός μαρξισμός και αργότερα οι μεταμαρξισμοί και διάφορες άλλες εκδοχές μη μαρξιστικής κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας, θεώρησαν ότι στην βασική συνταγή Χέγκελ+πολιτική οικονομία+κριτική της ιδεολογίας+ιστορικός υλισμός+θεωρία της προλεταριακής εξουσίας έπρεπε να βγάλουν ορισμένα υλικά και να προσθέσουν άλλα. Να βγάλουν, πχ την τάξη και να την κάνουν φύλο, σεξουαλικότητα, "ταυτότητα". Να βγάλουν την καθορισμένη άρνηση και να βάλουν αποδόμηση. Να βγάλουν την δικτατορία του προλεταριάτου και να την κάνουν αυτοποίηση του πλήθους. Όλες αυτές οι ιδέες συνοδεύτηκαν από πειστική θεωρητική νομιμοποίηση: οι δυτικές κοινωνίες ήταν διαφορετικές από τις αγροτικές και ουσιαστικά φεουδαλικές κοινωνίες όπου αναπτύχθηκε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, το ίδιο και η σχέση κράτους και πολιτικής κοινωνίας, ο καπιταλισμός είχε εξελιχθεί σφοδρά από την εποχή του Μαρξ, τα πεδία συγκρότησης κοινωνικών υποκειμένων είχαν αλλάξει, το ίδιο και η σημασία επικοινωνιακών και κοινωνικών τεχνολογιών, κλπ κλπ. Όλα φυσιολογικά, ωραία και καλά.

Η άλλη όμως όψη της προόδου που επιτεύχθηκε με τους τρόπους αυτούς --η όψη που επιφυλάσσει η ιστορική ειρωνεία-- είναι ότι από τη στιγμή που ο καπιταλισμός εισήλθε σε βαθιά και κατά τα φαινόμενα μακρά κρίση, όλη αυτή η ανανεωτική γνώση επανεμφανίζεται ως το ανάλογο της ψηλοτάκουνης γόβας κατά την προσπάθεια πανικόβλητης εγκατάλειψης βυθιζόμενου πλοίου, ή ανθοδέσμης ως εργαλείου θραύσης διπλού και ενισχυμένου παραθύρου σε φλεγόμενο σπίτι. Με άλλα λόγια, δεν αποδεικνύονται και πολύ χρήσιμα από πρακτική σκοπιά, την στιγμή ακριβώς που χρειάζονται επειγόντως ως πρακτικά εργαλεία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η πασιφανής ανεπάρκεια τέτοιων εργαλείων για τις σημερινές περιστάσεις, σε συνδυασμό με την ενσωματωμένη στην συνείδηση της πλειοψηφίας απαξίωση των παλαιοτέρων, αφήνει την ίδια αυτή πλειοψηφία χωρίς εναλλακτική άλλη από την επιστροφή στον φασίζοντα πρωτογονισμό: "που ναι οι κλέφτες να τους κρεμάσουμε", "να καεί, να καεί το μπουρδέλο η βουλή", "σκάβουν λαγούμια για να ξεφύγουν, πιάστε τους", "πρώτα να δράσουμε και μετά να σκεφτούμε γιατί δρούμε", "το κίνημα είναι το παν, ο στόχος τίποτα", κλπ κλπ.

Κάπου, σε κάποιο σημείο του δρόμου, την πατήσαμε. Πού ακριβώς; Ποιο ήταν το υλικό που προσθέσαμε που έκανε τα μακαρόνια με κιμά κάτι αγνώριστο και επιπλέον άχρηστο για βρώση; Δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να το εντοπίσεις. Αυτό που μπορείς όμως να πεις είναι το εξής: αν ο Έγελος είχε δίκαιο, η κεντρικότητα της αντίφασης και του ανταγωνισμού μεταξύ πόλων στην ιστορική διαδικασία σημαίνει επίσης ότι δεν μπορείς απλώς να "προσθέτεις" πράγματα σε άλλα πράγματα και να έχεις κάτι "πιο πλήρες" σαν αποτέλεσμα. Σημαίνει ότι όσο περισσότερα προσθέτεις, τόσο λιγότερα έχεις -- κάτι σαν το χρέος που όσο το πληρώνεις, τόσο μεγαλώνει, δηλαδή. Γιατί, βλέπεις, αυτά που προσθέτεις δεν προστίθενται σε αυτά που είχες, αλλά τα ακυρώνουν· δεν τα βοηθούν να μεγαλώσουν, αλλά τα διαβρώνουν απ' τη ρίζα. Και έτσι αντί να έχεις μακαρόνια με κιμά σε γκουρμέ έκδοση, έχεις ένα έκτρωμα που δεν τρώγεται με τίποτα -- το "καλοσυνάτες νοικοκυρές, τίμιοι δεξιοί πατριώτες, αριστεροί δοσίλογοι" κλπ του Κύρκου δια του Χάρι Κλυν, θεμελιώδη αλληγορία του γιατί, διαλεκτικά, η πρόσθεση αντίθετων και ανόμοιων πραγμάτων δεν είναι καθόλου πρόσθεση. Και έτσι, αντί να έχεις "ευρωπαϊκό μαρξισμό" καταλήγεις να έχεις μια πολύ μεγάλη σύγχυση μες στον εγκέφαλο, τέτοια που τα βροντάς κάτω από καθαρή αποθάρρυνση με το κουβάρι που δεν ξεμπλέκεται, και αρχίζεις και συ να τσιρίζεις "κλέφτες!" "κλέφτες!" "βοήθεια!" "βοήθεια!" και λοιπά.

Για αυτό λοιπόν η διαλεκτική λέει: η δογματική προσήλωση στα παλιά επαναστατικά εργαλεία, όταν γνωρίζει τον εαυτό της ως μία στιγμή στην ιστορική διαδικασία και όχι ως απόλυτο ορίζοντά της, είναι αυτή που σε σώζει από τον άγονο --και ασύνειδο-- δογματισμό του συρμού· το να γνωρίζεις πότε πρέπει να οπισθοχωρείς είναι ο μόνος τρόπος που έχεις, όταν βρίσκεις ανυπέρβλητα εμπόδια, για να κάνεις τελικά βήματα μπροστά· και το να γνωρίζεις πού και πότε πρέπει να είσαι άκαμπτος και άτεγκτος είναι το μόνο που σου επιτρέπει να είσαι σωστά προσαρμοστικός, δηλαδή να μαθαίνεις νέα πράγματα χωρίς να πετάς συνέχεια όσα έμαθες ήδη απ' το παράθυρο.

#16
-Κοίτα, εδώ που τα λέμε το είχαμε παρατραβήξει ως κοινωνία. Χρειαζόμαστε λίγη δημοσιο-οικονομική πειθαρχία. Είχαμε εισέλθει σε μια ηθική παρακμή παιδί μου. Πίστεψέ με, θα μας κάνει καλό η ηθική ανάταση.
-Μάλιστα, να πειθαρχήσω και να αναταθώ ηθικά.

...

-Πειθάρχησα, αλλά τώρα είναι χειρότερα. Και αντί για ηθική ανάταση νιώθω κατάθλιψη. Τι γίνεται;
-Κοίταξε παιδί μου, οι μακρο-οικονομικοί και μικρο-οικονομικοί δείκτες, σε συνδυασμό με τα rates των spreads, την στατιστική επιστήμη...καταλαβαίνεις. Πρέπει να κάνεις λίγη υπομονή.

...

-Έκανα υπομονή, αλλά τώρα είναι ακόμα χειρότερα. Τι γίνεται;
-Κοίταξε, θα πονέσεις. Τρεις απ' τους πέντε στην οικογένειά σου θα μείνουν άνεργοι, οι υπόλοιπο δύο θα παίρνουν τα μισά, και όλοι μαζί θα χρωστάτε το ισοδύναμο δύο εξοχικών στη Μύκονο. Αλλά τουλάχιστον παιδί μου δεν θα ζείτε στα Γκούλαγκ των κομμουνιστών. Εδώ έχουμε δημοκρατία. Έχεις την ελευθερία της γνώμης σου. Μπορείς να διαμαρτυρηθείς, με νομοταγή πάντα βέβαια τρόπο, έτσι παιδί μου; Οχι σαν αυτή την αντιπαραγωγική αληταρία που είχαμε στο παρελθόν, με ωριμότητα!
-Μάλιστα. Θα διαμαρτυρηθώ με νομοταγή και ώριμο τρόπο.

...

-Συγνώμη, διαμαρτυρήθηκα με νομοταγή και ώριμο τρόπο αλλά ήρθαν οι αστυνομικοί, μου έσπασαν το κεφάλι και με φλόμωσαν στα χημικά.
-Ναι παιδί μου, σε κατανοώ. Διάβασε σε παρακαλώ την πεντακοσιοσέλιδη εργασία μου για το γιατί δεν γινόταν αλλιώς μέχρι να γυρίσω απ' τα μπάνια μου στις Κυκλάδες, και να ξέρεις παιδί μου ότι ο καπιταλισμός τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τη στάση σου.
-Ναι, να σας πω, μήπως όμως είναι λίγο άδικο όλο αυτό, να σας πληρώνω φόρους, να μου κόβετε τον μισθό και τα επιδόματα, να με πετάτε άνεργο στο δρόμο, και μετά να με δέρνετε;
-Τι λες παιδί μου; Αυτά τα λένε οι φανατικοί, οι κομμουνισταί! Αυτοί που περιμένουν τη δευτέρα παρουσία! Εδώ θα μείνεις παιδί μου, μαζί μας, που σε φροντίζουμε.
-Ναι, δεν ξέρω, λέω να την ψάξω λίγο κάπου αλλού, μήπως και υπάρχει καμιά εναλλακτική.
-Τι είπες ρε πουστρόπαιδο! Έχει αδιέξοδα ρε αλήτη η δημοκρατία; Βαράτε τον!

#23
Με κούρασε το μπαγιάτικο 1968. Και ακόμα περισσότερο, με κούρασαν οι χωρίς φαντασία μεταπράτες που το πουλάν για φρέσκο. Τίποτε χειρότερο για την φαντασία στην εξουσία από το να καταλήξει μέσο για την ιδεολογική εξουσία αυτών που δεν έχουν φαντασία.

#24
Θα υποστήριζα την υποχρεωτική επωνυμία στα ιστολόγια αν ήταν μόνο το ένα σκέλος ενός νόμου του οποίου το άλλο σκέλος θα περιελάμβανε την υποχρεωτική ανωνυμία δημοσιογράφων και παρουσιαστών στην τηλεόραση και τις μεγάλες εφημερίδες. Θεωρώ την δημοσίευση του ονόματός μου πολύ μικρό κόστος μπρος στην χαρά της επιστροφής των επώνυμων τίποτε στην φυσική τους κατάσταση σειριακής ανταλλαξιμότητας.

#26
Αριστεριστής είναι κάποιος που δεν ξέρει πού πάει, γιατί πάει και τι περιμένει να βρει, ούτε από ποιο δρόμο θα πάει εκεί· ξέρει όμως ότι η ώρα για να πάει είναι τώρα και θυμώνει με όσους δεν τσακίζονται να τον ακολουθήσουν.

#28
"Άραγε είναι επειδή σπανίζουν σήμερα οι προδότες που σπανίζουν τόσο και οι ήρωες, ή επειδή έχουν εκλείψει πια οι ήρωες που λιγόστεψαν τόσο πολύ οι προδότες;" ρώτησε κάποιος, συγγραφέας του θεάτρου προφανώς. Πολλά κακά πράγματα συμβαίνουνε στις μέρες μας, σκεφτόταν, μα τραγωδία καμιά.

#29
Σε συντριπτική αντίθεση προς τον ολοκληρωτισμό, όπου τον αποκλειστικό έλεγχο της πολιτικής εξουσίας έχει ένα και μόνο κόμμα, στην δημοκρατία τον αποκλειστικό έλεγχο της πολιτικής εξουσίας τον έχουν δύο (!!!!) κόμματα: η κεντροδεξιά και η κεντροαριστερά, οι σοσιαλδημοκράτες και οι Χριστιανοδημοκράτες, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι, και όλα τα άλλα θεσπέσια έμπρακτα δείγματα της πολυφωνίας την οποία κατακτήσαμε με αίμα και θυσίες στην αντίστασή μας κατά του ολοκληρωτισμού. Στην πράξη βέβαια, τα δύο αυτά κόμματα ξεθωριάζουν σε ένα και μόνο βασικό ιδεολογικό μόρφωμα, αλλά αυτό δεν είναι παρά ασήμαντη λεπτομέρεια που αρέσκονται να υπερτονίζουν οι νοσταλγοί του ολοκληρωτισμού.

#30
Είναι τρομακτικό πράγμα το να σκέφτεσαι σήμερα. Είναι μια απονενοημένη προσπάθεια να περάσεις ανάμεσα από τον συμβιβασμό με την πραγματικότητα που οδηγεί στη συμμαχία με την βλακεία και την αμείωτη ένταση της ιδέας που οδηγεί στην ολίσθηση στην τρέλα.

Φοβάμαι ότι αυτό το γνωρίζουν ήδη όλοι, βαθύτερα από όσο μπορούν να εξηγήσουν.

Φοβάμαι ότι το να μην σκέφτονται είναι ήδη μια βάσιμη επιλογή αυτοπροστασίας αυτών που έχουν δοκιμάσει να σκεφτούν και τρόμαξαν.

Φοβάμαι ότι Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα αλλάζουν πια ρόλους πολλές φορές κάθε μέρα. Και ότι μόνο μια σωτήρια αμνησία τους εμποδίζει να θυμηθούν ότι ήταν πριν λίγο οι ίδιοι ο άλλος τους πόλος. Και ότι μόνο επειδή το ξεχνούν μπορούν να παίξουν τον τωρινό εαυτό τους ως αντίβαρο του άλλου με κάποια ελάχιστη πειστικότητα.

Φοβάμαι πως όταν ο Χέγκελ έλεγε ότι αυτό που υπάρχει είναι το λογικό είχε εσφαλμένα μπερδέψει το γεγονός ότι υπήρχε ο ίδιος με κάποιον οικουμενικό νόμο. Φοβάμαι ότι στην πραγματικότητα, το ένα πράγμα που υπήρχε ενώ δεν ήταν λογικό να υπάρχει ήταν η ευφυία του ίδιου του Χέγκελ, δηλαδή αυτού που θεωρούσε ότι αυτό που υπάρχει είναι το λογικό.

Φοβάμαι ότι είναι απόλυτα εφικτό να βρίσκεσαι στην αλήθεια αλλά όχι στην πραγματικότητα, ή να βρίσκεσαι στην πραγματικότητα αλλά όχι στην αλήθεια, ή να μην βρίσκεσαι ούτε στην πραγματικότητα ούτε στην αλήθεια, αλλά είναι ανέφικτο να βρίσκεσαι τόσο στην αλήθεια όσο και στην πραγματικότητα.

#34
"Ρωτάω" σημαίνει πατώ γερά τα πόδια μου σε ένα έδαφος, λυγίζω τα γόνατα, κατεβάζω την λεκάνη και εκσφενδονίζω ένα σώμα λίγο ψηλότερα. Αυτός που έχει μόνο ερωτήσεις είναι κάποιος που επιχειρεί άλματα χωρίς να πατά πουθενά. Μόνο αυτός που μπορεί να καταφάσκει έχει επίσης διαφυλάξει το δικαίωμά του να ρωτά.

#40
Απέναντι στο Πραγματικό της δημοκρατίας --την υποχώρηση του φαντασιακού της συμμετοχής και συναίνεσης και την ανάδυση της ταξικής δικτατορίας που το φαντασιακό αυτό απαρνιόταν και συγκάλυπτε-- ο κόσμος εξακολουθεί να ζητά "πραγματική δημοκρατία". Πρόκειται για λεξιλογική παρεξήγηση: "πραγματική δημοκρατία" με τους όρους που τίθεται το ζητούμενο σήμερα σημαίνει απλώς: φαντασιακή απάρνηση του Πραγματικού της δημοκρατίας.

#42
Με τη δημοκρατία συνεπώς ισχύει αυτό που ισχύει με κάθε ψευδαίσθηση: αν δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις την ψευδαίσθησή σου, θα πρέπει να την χάσεις.

#43
imac, ipod, ipad, iphone, youtube, wii: οι προσωπικές αντωνυμίες του πρώτου ενικού, δεύτερου ενικού και πληθυντικού και πρώτου πληθυντικού έχουν απαλλοτριωθεί από τις πολυεθνικές. Εφεξής, διαθέσιμες στην ανθρωπότητα ως τρόποι αντωνυμικού προσδιορισμού που δεν έχουν ακόμη απαλλοτριωθεί είναι μόνο αυτές του τρίτου ενικού και του τρίτου πληθυντικού. Οι άνθρωποι θα πρέπει να βολευτούν μιλώντας για τον εαυτό τους και τους άλλους στο τρίτο πρόσωπο.

#44
Η φράση "δημοσιογραφία των πολιτών" μού ακούγεται τόσο ευοίωνη όσο και η φράση "ασθένεια των δυτών". Είναι σαν να προσπαθείς να εξαλείψεις το κακό πολλαπλασιάζοντάς το επί δύο.

Saturday, October 1, 2011

25/9/2011-Ιχθυόσκαλα

Νύχτα άσχημου πονόδοντου η προχθεσινή. Η επιλογή καναλιών σε μια απ' τις σπάνιες βραδιές μπροστά στην τηλεόραση αρκετά περιορισμένη. Κάποια στιγμή, κατέληξα στην δορυφορική ΕΡΤ, όπου παιζόταν η εκπομπή "Νυχτερινή βάρδια". Τίτλους επεισοδίου: "Ιχθυόσκαλα", και θέμα η ολονύχτια εργασία ενός ετερογενούς πλήθους ψαράδων, μεταφορέων κιβωτίων, καθαριστών και τεμαχιστών μεγάλων ψαριών, παγοπωλών, και εμπόρων αλιείας στην ιχθυόσκαλα στο Κερατσίνι, εργασία απαραίτητη ώστε να καταλήξουν τα ψάρια στις λαϊκές, τα σουπερμάρκετ και τα εστιατόρια της Αθήνας.

Σε μια εποχή όπου η "ανυπαρξία" ή το "τέλος" της εργατικής τάξης αποτελεί μόνιμη επωδό των συζητήσεων περί των αδιεξόδων του ταξικού αγώνα, η υπενθύμιση ότι συχνά ο δομικός ρόλος της εργατικής τάξης στην οικονομία συνίσταται στην αυτοεξαφανιζόμενη εργασία είναι σημαντική: οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται στην ιχθυόσκαλα αποκλειστικά την νύχτα και πηγαίνουν για ύπνο όταν ο υπόλοιπος κόσμος, αυτός που θα επισκεφθεί τις αγορές για να αγοράσει το εμπορεύσιμο είδος, ξυπνά. Είναι δομικά αόρατοι, μιας και η ίδια η φύση της εργασίας τους είναι τέτοια ώστε να εξαφανίζεται χωρίς ανθρώπινο ίχνος πάνω στην φενάκη του "φυσικού" προϊόντος το οποίο, σε ό,τι αφορά την συνείδηση του καταναλωτή, βρήκε μόνο του τον δρόμο από τη θάλασσα σε ένα κασόνι και αυτο-επενδύθηκε με πάγο συντήρησης αναμένοντας να φαγωθεί. Αν υπάρχει αντίληψη ανθρώπινης εργασίας όταν βλέπεις ψάρια προς πώληση, είναι αυτή της εργασίας των λιανοπωλών στη λαϊκή, οι οποίοι όμως είναι ο προτελευταίος (πριν τον αγοραστή) κρίκος μιας αλυσίδας που ξεκινά στο πέλαγος, εγχώριο ή ξένο. Οι διαμεσολαβήσεις απ' τις οποίες περνά το κάθε εδώδιμο είναι, ιδιαίτερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, πολλαπλές και πολύπλοκες, όπως είναι και για κάθε εμπόρευμα. Η απόκρυψή τους αποτελεί βασικό κομμάτι της ομαλής λειτουργίας της "αγοράς", την ίδια στιγμή που συντελεί σε αυτή την όλο και εντεινόμενη βεβαιότητα ότι "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη", που αποτελεί την "φυσική" συνείδηση ανθρώπων για τους οποίους η "τάξη" είναι κάτι για το οποίο διαβάζουν σε βιβλία κοινωνιολογίας και η "εργασία" είναι ένα φαινόμενο που λαμβάνει χώρα αποκλειστικά σε γραφεία, ή στην χειρότερη περίπτωση --αυτή της χειρωνακτικής εργασίας-- σε οικοδομές.

Στην μισή ώρα του ντοκυμαντέρ κυριαρχεί η εικόνα: η διαδοχή των εργασιών, από την προσάραξη των καραβιών μέχρι το στήσιμο των πάγκων, την μεταφορά των κιβωτίων, την παραγωγή και θραύση πάγου, την αποσυσκευασία των ψαριών που έρχονται από το εξωτερικό, τον καθαρισμό ή την προετοιμασία για πώληση των ψαριών (κάποιος χτυπάει ένα-ένα τα χταπόδια στην προβλήτα, κάποιος άλλος καθαρίζει από τα εντόσθια και κόβει φιλέτα με γρήγορες και πανομοιότυπες κινήσεις), τις αγοραπωλησίες με τους εμπόρους της λιανικής. Το ομιλών μέρος είναι λιτό --ένα λεπτό μία στις τόσες με έναν από τους ανθρώπους που εργάζονται εκεί-- όπως λιτή είναι και η έκφρασή τους για τη ζωή τους στην ιχθυόσκαλα.

Μού κάνουν εντύπωση κατ' αρχάς τα ελληνικά τους, που είναι χωρίς εξαίρεση σωστά, χωρίς σολοικισμούς, συγκεκριμένα και δωρικά: απαντούν σε ερωτήσεις για το ωράριό τους, τη φύση της εργασίας τους, το πόσα χρόνια την κάνουν, το αν ελπίζουν να φύγουν από την ιχθυόσκαλα κάποια στιγμή στη ζωή τους. Κάποιοι από αυτούς προέρχονται, έστω και σε μικρή σχετική ηλικία, από ένα παρελθόν ποικιλόμορφα προλεταριακό (πρώην καπνεργάτες, πρώην οικοδόμοι, πρώην ψαράδες), κάποιοι είναι τρίτης γενιάς εργαζόμενοι στην ιχθυόσκαλα, ένας είναι ακόμα μαθητής και πηγαίνει στο σχολείο το απόγευμα. Η λεγόμενη "προσωπική" ζωή δεν εμπλέκεται στις απαντήσεις τους. Η γενικότερη στάση είναι αυτή του στωϊκισμού απέναντι στο δυσάρεστο αλλά απαραίτητο, αυτό το οποίο είναι εξίσου απρεπές να φουσκώσεις σε προσωπική σημασία και να υποτιμήσεις: την εργασία.

Στα πρόσωπά τους και στις λέξεις τους βρίσκεις αυτό που σπανίζει στην υπόλοιπη Ελλάδα, αυτή για την οποία "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη": μέτρο. Μέτρο στην έκφραση του προσώπου και στη γλώσσα, μέτρο στο περιεχόμενο αυτού που η γλώσσα διακομίζει, μέτρο στην έκφραση συναισθημάτων, μέτρο στον τρόπο με τον οποίο τοποθετούν την προσωπικότητά τους απέναντι στην εργασία τους. Η ησυχία τους, η αξιοπρεπής απόσυρση στο αδήλωτο της ύπαρξής τους την ώρα που στέκονται μπροστά στην κάμερα, η σεμνότητά τους, όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσιάζουν στα μακρινά πλάνα, όταν κυριαρχούν οι φωνές και η βοή του συνόλου που εργάζεται, συννενοείται, δίνει και παίρνει οδηγίες.

Η Ελλάδα, όπως και κάθε γωνιά της γης, είναι γεμάτη τέτοιους ανθρώπους, ανθρώπους που ζουν έξω από το έντονα ναρκισιστικό και αυτοαναφορικό πλαίσιο της white collar κουλτούρας, που με την σειρά της φαντάζεται τον κόσμο όλο ως φτιαγμένο κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή της, εθισμένο με τις εικονοκεντρικές και θεαματικές έξεις της (η ζωή είναι εικόνα, η εμπειρία είναι αναπαράσταση, η υποκειμενικότητα είναι ζήτημα αντανάκλασης στον καθρέφτη), συγκροτημένο γύρω από τις αυτο-επικυρωτικές φαντασιώσεις της (η εργασία είναι πια "νοητική", "άυλη", ζήτημα ενός κυκλώματος ανάμεσα στον εγκέφαλο και τον υπολογιστή, ο κόσμος τρέφεται με "ιδέες"). Επιστρέφω νοητικά στην διαπίστωση που έκανα στο κείμενο "Eμπειρία": "Η αυθεντική εμπειρία είναι πάντα εμπειρία σύνδεσης με κάτι που δεν είναι εδώ και δεν είναι τώρα." Το εξαφανισμένο ίχνος ατέλειωτων νυχτών πίσω απ' τον τοίχο μιας ανύπαρκτης για την συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αθηναίων αποθήκης, ο σπασμένος κρίκος ανάμεσα στις νύχτες αυτές και ένα κυριακάτικο οικογενειακό μεσημεριανό στην κουζίνα· τι αξίζει μια πολιτική γραφή που δεν κουβαλά αυτό το ίχνος, που δεν μετατρέπει την αόρατη εργασία στην εργασία του αόρατου εντός της;

23/9/2011-"Οι νόμοι της αγοράς θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο από τους καταναλωτές"

Έλαβα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα σήμερα για την οργάνωση μποϋκοτάζ στην αγορά γάλατος και ψωμιού εδώ στην Κύπρο. Σύμφωνα με το μήνυμα, η Κύπρος έχει το ακριβότερο γάλα και το ακριβότερο ψωμί στην ΕΕ (δεν νομίζω ότι είναι τα μόνα ακριβότερα προϊόντα της χώρας, αλλά δεν είναι της παρούσης αυτό), ενώ από 1 Οκτώβρη οι εταιρείες σκοπεύουν να αυξήσουν κι άλλο τις τιμές. Πιθανώς η πρωτοβουλία να άντλησε έμπνευση από την ομιλία της Λ. Κανέλη στη Βουλή, για τις τιμές των ίδιων προϊόντων στην Ελλάδα. Όπως και να έχει, είναι απόλυτα εύλογη η ανησυχία των νοικοκυριών για τις ολιγοπωλιακά ελεγχόμενες τιμές βασικών προϊόντων διατροφής σε περίοδο συρρικνούμενων οικογενειακών εισοδημάτων και απόλυτα δικαιολογημένη και νόμιμη η πρωτοβουλία αυτή.

Μού έκανε όμως εντύπωση η επιμονή, σε αυτή την ιστορική φάση, της ρητορικής των καταναλωτικών δικαιωμάτων, και συγκεκριμένα το εξής σημείο:
Μην περιμένετε από καμία κυβέρνηση και κανένα καταναλωτικό σύνδεσμο να λύσει τα οικονομικά προβλήματά σας. Οι νόμοι της αγοράς θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο από τους καταναλωτές. Εμείς έχουμε τα χρήματα, εμείς έχουμε τη δύναμη, εμείς καθορίζουμε τους νόμους της αγοράς. Δεν υπάρχει τίποτα παράνομο σ' αυτή την ενέργεια.
Παράνομο φυσικά και δεν υπάρχει κάτι σε μια οργάνωση καταναλωτικού μποϋκοτάζ. Αλλά υπάρχουν κάποια άλλα προβλήματα σ' αυτές τις φράσεις:

Πρώτον, η επίκληση των "νόμων της αγοράς" είναι εξ ορισμού αντιφατική σε αυτό το πλαίσιο συμφραζομένων. Η φράση "νόμοι της αγοράς" αναφέρεται σε απρόσωπους, μη ενσυνείδητους, μη λεκτικά διατυπωμένους και αυθόρμητα διαμορφωνόμενους συσχετισμούς. Συνεπώς, δεν συνάδει η επίκλησή τους με οποιοδήποτε "θα πρέπει να επιβάλλονται." Η μόνη αιτιολόγηση για την ηθική νομιμότητα του "θα πρέπει να επιβάλλονται" (εν προκειμένω από τους καταναλωτές) είναι ότι δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου "νόμοι της αγοράς", αλλά αποτελέσματα ενσυνείδητων και σχεδιασμένων πρακτικών, πχ, των πρακτικών ολιγοπωλίων ή καρτέλ. Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε ταυτόχρονα το μύθευμα της "αόρατης χειρός" και την αδήριτη πραγματικότητα της οργάνωσης ολιγοπωλίων και της ανάγκης οργάνωσης αντίδρασης στις πρακτικές τους. Ή δεχόμαστε ότι η οικονομική ζωή ρυθμίζεται από τυχαίες και αυθόρμητες αλληλεπιδράσεις παραγωγής και ζήτησης και ότι έτσι πρέπει να ρυθμίζεται, ή όχι. Στην δεύτερη περίπτωση, που είναι και η μόνη που δικαιολογεί οργανωμένη αντίδραση, δεν κατανοώ την εξ αρχής απαξίωση του ρόλου της κυβέρνησης. Εάν δεν θεωρούμε ότι "οι νόμοι της αγοράς" αποτελούν απρόσωπες και αυθόρμητα αναπτυσσόμενα δυνάμεις, εάν θεωρούμε αντίθετα ότι αποτελούν οργανωμένες και ενσυνείδητες πρακτικές που νομιμοποιούν οργανωμένες αντιδράσεις, τότε για ποιο λόγο δεν θα πρέπει να απαιτούμε από το κράτος την παρέμβαση στην οικονομία και να αγωνιζόμαστε για να την εξασφαλίσουμε; Επειδή το κράτος θα παρεμπόδιζε ένα laissez faire το οποίο όχι μόνο δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει, αλλά οργανωνόμαστε κιόλας για να το παρακάμψουμε στην αντίθετη κατεύθυνση από ότι το παρακάμπτουν οι άλλοι; 

Δεύτερον, από πού ακριβώς προκύπτει ότι "εμείς καθορίζουμε τους νόμους της αγοράς" με την ιδιότητά μας ως καταναλωτές; Οι αντιδράσεις για τις τιμές ψωμιού και γάλατος σε Ελλάδα και Κύπρο δεν αναδύθηκαν το 2004. Ούτε το 2007. Αναδύονται τώρα. Γιατί; Όχι επειδή δεν υπήρχε ολιγοπώλιο πριν, αλλά επειδή η οικονομική στενότητα που έφερε η ύφεση κάνει τις ολιγοπωλιακές τιμές εύλογα και δικαιολογημένα δυσβάσταχτες. Και γιατί υπάρχει ύφεση και συνεπώς δυσκολία να ανταπεξέλθει το καταναλωτικό κοινό στις τιμές βασικών για την επιβίωση τροφίμων; Μήπως καθόρισαν την ύπαρξή της οι καταναλωτές όπως υποτίθεται πως καθορίζουν τους "νόμους της αγοράς";  Όχι βέβαια. Το κεφάλαιο καθορίζει τους "νόμους της αγοράς", οι αντιφάσεις του κεφαλαίου οδήγησαν στην ύφεση, και καμιά φενάκη δήθεν ξυπνήματος των καταναλωτών ως καταναλωτών και δήθεν ελέγχου της αγοράς από την καταναλωτική τους βούληση δεν πρόκειται να το αλλάξει αυτό. Είναι απόλυτα νόμιμο να υπάρχει ανησυχία και οργή για τις τιμές, είναι απόλυτα κατανοητό να ξεσηκώνεται ο κόσμος, όχι όμως και να αναπαράγονται διαρκώς στο ιδεολογικό επίπεδο οι ίδιες θλιβερές αυταπάτες. 

Τρίτον, τι λογική έχει η ακλόνητη πίστη στα "δικαιώματα του καταναλωτή" όταν έχουν ποδοπατηθεί αλύπητα και με υποτονικότατες αντιδράσεις τα δικαιώματα του εργαζόμενου και τα δικαιώματα του πολίτη, το δικαίωμα στον μισθό και το δικαίωμα στην συνδιαμόρφωση πολιτικών αποφάσεων; Θεωρεί η σημερινή ανθρωπότητα ότι αν και ένα κομμάτι της δεν έχει το δικαίωμα να παίρνει μισθό για εργασία, σύνταξη ή ιατρική περίθαλψη, ή το δικαίωμα να καταργήσει ή να σταματήσει διατάγματα και ρυθμίσεις που της επιβάλλουν την δεινή αυτή κατάσταση, έχει ωστόσο διατηρήσει αλώβητο το "δικαίωμα" να ρυθμίζει τις τιμές προϊόντων στο σουπερμάρκετ; Ως πότε θα συνεχίσει να συγχέεται η ιδεολογική χρυσόσκονη του καπιταλιστικού εποικοδομήματος με την πραγματικότητα την ώρα που και οι πιο θεμελιώδεις ανάγκες ισοπεδώνονται; 

Η κατά φαντασίαν αυτονομία, όπως και η κατά φαντασίαν ελεύθερη βούληση, αποτελούν θεμελιώδη εμπόδια για την κατάκτηση πραγματικής αυτονομίας και ελεύθερης βούλησης (που φυσικά δεν είναι, ούτε μπορούν ποτέ να γίνουν, απόλυτες): όσο ο άνθρωπος αρνείται να κατανοήσει τις πραγματικές περιστάσεις του αναζητώντας προστασία σε φαντασιακές ιδιότητες, τόσο βαθύτερα θα υποδουλώνεται. Αυτό πρέπει να γίνει ο μοχλός ολικού μετασχηματισμού και υπερκέρασης κάθε "κινήματος" που σήμερα επιμένει να αυτοκαθορίζεται ως κίνημα "υπερπολιτικού" και "καταναλωτικού" χαρακτήρα.

22/9/2011-Εισαγωγή στο Βιβλίο των μικρών συλλογισμών


Σύμφωνα με την Καμπάλα του Λούρια (1534-1572), η πηγή του θεϊκού φωτός στον κόσμο είχε αρχικά ασφαλιστεί μέσα σε δέκα αγγεία, τα οποία όμως δεν κατόρθωσαν να το κρατήσουν μέσα τους και έσπασαν σε κομμάτια. Το αποτέλεσμα αυτής της κοσμικής κλίμακας καταστροφής (Σεβιράτ χα Κελίμ) ήταν ο κατακερματισμός και εκτοπισμός έξι από τις δέκα θεμελιώδεις αρχές του κόσμου, τις Σεφιρότ. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε, κατά συνέπεια, απαρτίζεται από τα θραύσματα αυτών των κάποτε εντελών αρχών. Η πολιτισμική και συμβολική τάξη της ανθρωπότητας μετατρέπεται σε έναν τόπο ερειπίων: οι αξίες που την συγκροτούν παραμένουν ενσωματωμένες στην ύλη, αλλά με τρόπο χαοτικό και άτακτο. Η Τικκούν, η επανασυγκόλλησή τους, που είναι ταυτόχρονα η αποκατάσταση της συμβολικής και πολιτισμικής τάξης σε οργανική ολότητα, αποτελεί την μεσσιανική ελπίδα της ανθρωπότητας.

Ο καβαλιστικός μύθος αποκτά ειδικό βάρος στα πλαίσια μιας γενεαλογίας του θραύσματος ως μέσου διά του οποίου αποτυπώνεται ο θρυμματισμένος κόσμος της ανθρώπινης κατάστασης. Στη Δύση, ο Μισέλ ντε Μονταίν (1533-1592), που είναι σχεδόν ακριβώς σύγχρονος του Λούρια, τελειοποιεί το σχετικά σύντομο δοκίμιο ως αύταρκες μέσο φιλοσοφικής διερεύνησης. Στον επόμενο αιώνα, τα Pensées (Στοχασμοί) του μαθηματικού και φιλοσόφου Μπλαιζ Πασκάλ (1623-1662) κατακτούν την επιγραμματικότητα του αφορισμού ως θεμελιώδους μέσου φιλοσοφικής απόφανσης, επιστρέφοντας, μορφικά τουλάχιστον, τον φιλοσοφικό λόγο στην συμπυκνωμένη και αφοριστική έκφραση του Ηράκλειτου. Αλλά η αισθητική του θραύσματος ως ενσυνείδητη και θεωρητικοποιημένη πρακτική —και συνεπώς, έστω και έμμεσα, ως ανταπόκριση στην διάγνωση του κόσμου που διατυπώθηκε στην εβραϊκή Καμπάλα— θα εμφανιστεί στους Γερμανούς Ρομαντικούς, τον Φρίντριχ Σλέγκελ (1722-1829) στη φιλοσοφία και τον Νοβάλις (1772-1801) στην ποίηση. Το ρομαντικό θραύσμα είναι μια παραδοξότητα: στόχος του είναι ακριβώς η αποκατάσταση της ολότητας, η υπερκέραση της διαίρεσης και της διχοτόμησης, του χωρισμού που συγκροτεί την κοσμική ιστορία· όμως αυτή η αποκατάσταση και αυτή η υπερκέραση δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με τρόπο περατό και ενικό: “Είναι το ίδιο μοιραίο για τον νου το να διαθέτει σύστημα και το να μην διαθέτει”, με τα λόγια ενός από τα μυριάδες θραύσματα που έγραψε ο Σλέγκελ μεταξύ του 1798 και 1800· “ακόμα και το μεγαλύτερο σύστημα είναι ένα θραύσμα”. Το ρομαντικό θραύσμα είναι μια ολότητα σε μινιατούρα, “πλήρες ως προς τον εαυτό του σαν έναν σκατζόχοιρο” (Σλέγκελ, Θραύσμα Ατενέουμ #206)· ή αλλιώς, είναι η εν-τύπωση της εικόνας της ολότητας σε έναν κόσμο ανεξάλειπτα θρυμματισμένο, το παράγωγο της διαλεκτικής διαμεσολάβησης της επιθυμίας για ολότητα και του κατακερματισμού που αποτελεί το όριό της, το μέσο “γνωσιακής χαρτογράφησης” (Fredric Jameson) της ολότητας του κόσμου στην προ-μεσσιανική εποχή της θραύσης των αγγείων. Πράγμα που καθιστά το ρομαντικό θραύσμα υπόσχεση, προαναγγελία μιας ολότητας που-θά-’ρθει, αλλά που δεν είναι ακόμα (“Noch Nicht”, όχι ακόμα, κατά την διάσημη διατύπωση του Ernst Bloch για τον αστερισμό στον οποίο παραμένει προσανατολισμένη η ουτοπική επιθυμία).

Όχι τυχαία, οι σπουδαιότεροι σύγχρονοι εκπρόσωποι του είδους του οποίου το ύφος και τις τροπικότητες διεκδικεί το βιβλίο που ακολουθεί είναι είτε Γερμανοί είτε γερμανόφωνοι Εβραίοι: Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900), Καρλ Κράους (1874-1936), Φραντς Κάφκα (1883-1924), Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940), Τέοντορ Αντόρνο (1903-1969). Στους πέντε τους, θα μπορούσε κανείς να πει, παραδόθηκε η κληρονομιά του γερμανικού ρομαντικού θραύσματος από τη μία, και της καβαλιστικής μυθολογίας των κατακερματισμένων Σεφιρότ από την άλλη: το μικρό δοκίμιο και ο αφορισμός, λογοτεχνικός ή φιλοσοφικός ως προς τον χαρακτήρα του, ήταν τα θεμελιώδη χαρακτικά τους εργαλεία , αυτά με τα οποία πελέκησαν την ουσία των πραγμάτων πάνω σε μικρές επιφάνειες χαρτιού.

Ανάμεσα στις εκφραστικές επιθυμίες του εικοστού αιώνα θα πρέπει να αφεθεί κάποιος χώρος για αυτή την επιθυμία συμπύκνωσης που φτάνει στο όριο της φυσικής μικροσκοπικότητας, της κυριολεκτικής εν-τύπωσης της σκέψης ως ίχνους υπό εξαφάνιση (ο Ελβετός Ρόμπερτ Βάλζερ, ένας από τους συγγραφείς που θαύμαζε περισσότερο ο Κάφκα, είναι ο προστάτης άγιος της μικροσκοπικής γραφής· το έργο που έγραψε κατά την διάρκεια του εθελοντικού εγκλεισμού του σε άσυλο διαβάζεται μόνο με μεγεθυντικό φακό, όντας γραμμένο με τρόπο μικροσκοπικό πάνω σε φύλλα ημερολογίων, αποδείξεις και έντυπα ταχυδρομείου).

Αλλά μια γραφή που εκδηλώνεται ως ίχνος υπό εξαφάνιση είναι επίσης μια γραφή που εντυπώνει πάνω στον υλικό της χαρακτήρα τα σημάδια μιας εποχής βαρβαρότητας, μιας εποχής όπου ο ίδιος ο λόγος κινδυνεύει να εκπέσει από τον ορίζοντα της ανθρώπινης ιστορίας, και όπου συντηρείται, τρόπον τινά, στα κρυφά, στα περιθώρια των ορατών αλλά κενών νοήματος γραμμάτων του Τύπου (που ο Κράους τόσο απεχθανόταν) ή μιας λογοτεχνίας βυθισμένης στον κομφορμισμό και την κενοδοξία. Το Βιβλίο των μικρών συλλογισμών —101 σπαράγματα γραμμένα, σχεδόν όλα, από τον Νοέμβριο του 2010 ως τον Ιανουάριο του 2011— είναι τεκμήριο της επιστροφής μιας τέτοιας εποχής. Είναι επίσης μια προσπάθεια απότισης φόρου τιμής στην κληρονομιά όσων έγραψαν “μηνύματα σε μπουκάλι” (Αντόρνο) —επιστολές που ρισκάρουν εκ των προτέρων την απουσία παραλήπτη— στο όλο και πιο επίκαιρο για μας παρελθόν των πρώτων τριών δεκαετιών του ευρωπαϊκού εικοστού αιώνα.

Λευκωσία, 21/9/2011

19/9/2011-"Reason and Revolution"

1. Στις 8 Σεπτέμβρη αναδημοσίευσα κείμενο της Ελευθεροτυπίας όπου στον σχετικό πίνακα με τα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την Ελλάδα του 2011 αναφέρεται ότι ο αριθμός εργαζομένων στη χώρα είναι 4.161.125, οι οικονομικά μη ενεργοί κάτοικοι (συνταξιούχοι, ανήλικοι, άνθρωποι με προβλήματα αναπηρίας, κλπ) είναι 4.275.027 (δηλαδή κάπου εκατόν κάτι χιλιάδες περισσότεροι από τους εργαζόμενους), και οι άνεργοι 793.865

2. Σύμφωνα με δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν λίγο αργότερα, ο αριθμός των ανέργων έσπασε το "φράγμα" των 800.000 από τον περασμένο Ιούνιο (το Βήμα μιλά για 810.821 ανέργους), παρά την αναμενόμενη ανακούφιση που φέρνει η εποχιακή απασχόληση (κυρίως στον τουρισμό). Αναφέρεται δε ότι δεν αργεί η ώρα που οι άνεργοι θα φτάσουν το 1.000.000 ανθρώπους. 

3. Το Σάββατο που πέρασε δημοσίευσα άρθρο της Ημερησίας, σύμφωνα με το οποίο φέτος αναμένεται "ρεκόρ εξόδου" από την εργασία στον δημόσιο τομέα, με πάνω από 50.000 υπαλλήλους να αναμένεται να βγαίνουν εσπευσμένα --και ουσιαστικά με το ζόρι-- στην σύνταξη μέσα στο 2011, προκαλώντας τεράστιο πρόβλημα στα ασφαλιστικά ταμεία.

4. Τώρα, σύμφωνα με τα σημερινά δημοσιεύματα, η τρόικα ζητά την απόλυση 100.000 δημοσίων υπαλλήλων (μονίμων και συμβασιούχων) ως το 2015. Είναι πολλοί εργαζόμενοι για την Ελλάδα το 40% του πληθυσμού της. Είναι λίγοι άνεργοι το 16%. 

Μιλούμε δηλαδή για μια πολύ βάσιμη πιθανότητα οι εργαζόμενοι στο σύνολό τους στην Ελλάδα να πέσουν κάτω από τα 4.000.000 στο άμεσο μέλλον, οι άνεργοι να ανέλθουν στο 1.000.000, με τους οικονομικά ανενεργούς να ανεβαίνουν επίσης πάνω από τους 4.300.000. Προφανώς, μιλούμε για στατιστικά που αναδεικνύουν πρώτα από όλα το ανέφικτο του κράτους πρόνοιας, μιας και οι εισφορές μιας ήδη από παντού χαρατσωμένης μειοψηφίας 4.000.000 εργαζομένων δεν μπορούν να συγκρατήσουν το βάρος της στήριξης των ιδίων, πόσο μάλλον αυτό ενός άμεσα διαφαινόμενου 5.300.000 μη εργαζομένων. Η Ελλάδα εξελίσσεται ταχύτατα σε χώρα όπου η εργασία είναι καθαρά μειοψηφικό φαινόμενο, σε χώρα δραστικής συρρίκνωσης του παραγωγικού δυναμικού, δηλαδή "καταστροφής της ζωντανής εργασίας". 

Αλλά μήπως είναι δυνατόν να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις δανειακές της υποχρεώσεις μια χώρα όπου η ίδια η δημοσιονομική πολιτική που σχεδιάστηκε με αυτόν τον θεωρητικό ή υποθετικό στόχο έχει ταυτόχρονα συρρικνώσει κάθετα τα εισοδήματα και μειώσει δραστικά τον εργαζόμενο πληθυσμό; Αυτό επίσης είναι μαθηματικά αδύνατον, και συνεπώς η χώρα είναι μαθηματικά βέβαιο πως δεν θα μπορεί να συνεχίσει να ανταποκρίνεται σε αυτές. 

Το ερώτημα είναι πώς γίνεται αυτό που μπορεί να καταλάβει ένας απλός φιλόλογος να μην μπορούν να το καταλάβουν επιτελεία ειδικών και οικονομολόγων. Ούτε αυτό φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό. Δεν είναι δυνατό το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κάτω από την αιγίδα του οποίου ο παραγωγικός τομέας συρρικνώνεται διαρκώς ενώ οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι αυξάνονται ραγδαία, να θεωρεί ότι ένα κράτος στο οποίο τα 1.000 ευρώ τον μήνα θεωρούνται πλέον καλός μισθός για την μειοψηφία που έχει καν εργασία, και στο οποίο η ιδέα "ενός εργαζομένου σε κάθε οικογένεια" (ΓΑΠ στην ΔΕΘ) πλασάρεται λίγο-πολύ ως υπερφιλόδοξη ουτοπία, θα καταφέρει να συνεχίσει να ανταπεξέρχεται σε δανειακές υποχρεώσεις.

Όταν οι "παρενέργειες" μιας θεραπείας είναι τα αποκλειστικά της αποτελέσματα, είναι καιρός να αναρωτηθεί κανείς αν στην πραγματικότητα η "θεραπεία" δεν ήταν παρά μια πρόφαση για να επιτευχθούν ως στόχοι όσα εμφανίστηκαν ως απλές παρενέργειες. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν σήμερα να θεωρεί κανείς ότι στόχος του ΔΝΤ και όσων οδήγησαν την χώρα σε αυτό ήταν ο "εξορθολογισμός" του κρατικού ελείμματος και η μείωσή του. Είναι αδύνατο ένας τέτοιος στόχος να εξυπηρετηθεί με τα μέσα που υιοθετήθηκαν. 

Το ερώτημα λοιπόν είναι το τι και ποιον εξυπηρετεί η διαμόρφωση, στην χώρα-πειραματόζωο, μιας κατάστασης στον τομέα εργασίας όπου το εργατικό δυναμικό χωρίζεται σε βεβαρυμένο από παντού, υποαμειβόμενο και χαρατσωμένο εργαζόμενο και σε περιθωριοποιημένο και χωρίς πρόσβαση σε κοινωνική πρόνοια ή μέριμνα άνεργο. Αυτή είναι η πραγματική διαίρεση την οποία επιτρέπει η τεχνητή διαίρεση των συμφερόντων δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων ή ελεύθερων επαγγελματιών: όλοι τους θα διαιρεθούν στις δύο αυτές κατηγορίες, οι οποίες είναι οι μόνες που έχουν σημασία από την σκοπιά των δομικών προτεραιοτήτων του εγχώριου και διεθνούς κεφαλαίου (συρρίκνωση σε παγκόσμια κλίμακα του ποσοστού του εργαζόμενου πληθυσμού, εξάλειψη των δομών του κράτους πρόνοιας και κάθετη μείωση μισθών ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για την συντήρηση του ποσοστού κέρδους σε αποδεκτά για το ίδιο το κεφάλαιο επίπεδα). 

Τα περιθώρια συμβιβασμού με ένα σύστημα χωρίς payback, χωρίς πλάνο διάσωσης ή εξόδου από το τούνελ, χωρίς δυνητικές καταφατικές απολήξεις (έχουμε πει παλιότερα ότι φτάσαμε στο σημείο οι άνεργοι να ζηλεύουν τους εργαζόμενους σχεδόν όσο ζηλεύουν οι εργαζόμενοι τους ανέργους), έχουν εκμηδενιστεί. Αυτό λέει η καθαρή λογική. Η καθαρή λογική λέει ότι ο συμβιβασμός του κόσμου της εργασίας με ένα σύστημα που είναι φτιαγμένο για να τον καταστρέψει είτε ξεζουμίζοντάς τον μέχρι θανάτου είτε πετώντας τον να πεθάνει στα σκουπίδια είναι αδύνατος. Η καθαρή λογική λέει ότι δεν είναι εφικτή καμιά ρεφορμιστική λύση συμβιβασμού με ένα τέτοιο σύστημα. Η καθαρή λογική λέει ότι η επανάσταση ενάντια στο σύνολο των καπιταλιστικών δομών εκμετάλλευσης της εργασίας είναι η μοναδική διέξοδος που απέμεινε στον άνθρωπο που δεν συντηρείται από την εργασία άλλων. 

Ας το λάβουν υπόψη αυτό οι πολιτικοί σχηματισμοί της αριστεράς. Θα κριθούν όχι με βάση το αν μιλούν για ένα αφηρημένο ιδανικό αλλά αν οργανώνονται για να βοηθήσουν έμπρακτα τον κόσμο της εργασίας να κάνει αυτό που αποτελεί πια μια έλλογη αναγκαιότητα.

16/9/2011-Αισθάνομαι...IV: Ορισμένες συνοπτικές διατυπώσεις

1. Το τέλος του "τέλους της ιστορίας" μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το 2008 σηματοδοτεί την επιβεβαίωση της αξίας της εγελιανής κατηγορίας της άρνησης της άρνησης και, συνεπώς, την επιστροφή της ίδιας της διαλεκτικής.

2. Το τέλος του "τέλους της ιστορίας" σηματοδοτεί επίσης το τέλος του μεταμοντερνισμού, που δεν είναι παρά η αισθητική έκφραση του κόσμου από την οπτική του τέλους της ιστορίας.

3. Το τέλος του μεταμοντερνισμού είναι η αφετηρία της ολοκλήρωσης της κριτικής του κατανόησης, σύμφωνα με το εγελιανό σχήμα της κουκουβάγιας που πετά πάντα το σούρουπο. Αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την αισθητική και πολιτική του μέλλοντος με καμία ακρίβεια, μπορούμε ωστόσο να μιλήσουμε για την αισθητική και πολιτική του μεταμοντερνισμού με πολύ μεγάλη ακρίβεια.

4. Η επιστροφή της φιλοσοφίας στο έργο του Αλαίν Μπαντιού είναι ένα από τα συμπτώματα του τέλους του μεταμοντερνισμού.

5. Το δεύτερο είναι η επιστροφή της έννοιας του κομμουνισμού.

6. Καμία ανακλαστική άμυνα απέναντι σε αυτές τις δύο επιστροφές δεν μπορεί να αποφύγει την κατηγορία της νοσταλγίας, την οποία χρησιμοποιεί η ίδια πολεμικά, ξεχνώντας ότι η νοσταλγία κόβει το ίδιο αιχμηρά και από τις δύο της πλευρές: ο Μπένγιαμιν έλεγε ότι τίποτε δεν είναι πιο απελπιστικά απόμακρο στην σύγχρονη εποχή από ότι το άμεσο παρελθόν. Ήταν, όπως δείχνει η φράση, ένας διαλεκτικός στοχαστής.

7. Το να σκέφτεσαι ξαναέγινε ενδιαφέρον γιατί επιστρέφουν οι πραγματικές (και όχι εικονικές και ρητορικές) συνθήκες ακαθοριστίας μέσα στις οποίες --και μόνο μέσα στις οποίες-- μπορεί να υπάρξει σκέψη.

16/9/2011-Αισθάνομαι...ΙΙΙ: "There's no emoticon for what I'm feeling"


Ο "τύπος με τα κόμικ" της σειράς ενήλικων κινουμένων σχεδίων The Simpsons είναι ένας χαρακτήρας εξ ολοκλήρου γαλουχημένος σε μια παράλληλη πραγματικότητα, αυτή των κόμικ και του ίντερνετ, των chat rooms και των forums. Εξ ού και ο νεολογισμός "emoticon", νεότευκτη λέξη για την απίσχνανση του συναισθήματος σε ένα γραφικό κώδικα σημείων στίξης όπως η άνω και κάτω τελεία, οι παύλες και οι παρενθέσεις. Το "emoticon" είναι η μεταμόρφωση του συναισθήματος σε προσομοίωση με όρους φυγής από τη γλώσσα, καταφυγής στα μη λεκτικά ή προφερόμενα κομμάτια της που είναι ταυτόχρονα τα σύγχρονα (ανάλογα του ιδεογράμματος:  :-), :-(, ;-), κλπ. Πρόκειται για μια βουβή γλώσσα, μια γλώσσα νηπιακών περιγραμμάτων που "εξοικονομεί" έναν λόγο ο οποίος προσποιείται ότι είναι διαθέσιμος εν τη αρνήσει του, για τον οποίο δηλαδή υποθέτουμε ότι είναι πάντα εκεί, απλά δεν έχουμε τον χρόνο να τον χρησιμοποιήσουμε.

Ο "τύπος με τα κόμικ" όμως αισθάνεται κάτι για το οποίο δεν μπορεί να βρει κατάλληλο emoticon, και ως εκ τούτου παραμένει βουβός ως προς το τι αισθάνεται. Χωρίς την ιδεογραμματική αναπαράσταση, το συναίσθημα μένει ανέκφραστο -- πράγμα που σημαίνει επίσης ότι μόνο τα συναισθήματα που μπορούν να συρρικνωθούν στην λίγο-πολύ παιδαριώδη εικονογραφία του emoticon, στην γλώσσα ενός μη λόγου --ή έστω ενός παραπληρωματικού λόγου, λόγου έξω από τον λόγο, άλαλου λόγου-- είναι πλέον εκφράσιμα. 

Την ίδια στιγμή --και παραδόξως, με δεδομένη την ένδεια της γλώσσας της αναπαράστασης-- επισημαίνεται δια της φράσης ότι η αναπαράσταση προηγείται πια λογικά του ίδιου του συναισθήματος, έτσι ώστε πρώτα να καταγράφεται η απουσία κατάλληλου emoticon και έπειτα η ύπαρξη συναισθήματος. Για να το διατυπώσουμε αλλιώς: η εικονικότητα είναι πρωταρχική, ενώ η συναισθηματική πραγματικότητα ακολουθεί: είναι το πρακτικά άχρηστο, ακοινώνητο υπόλειμμα της εικονικοποίησης.

Ο  HAL του Κούμπρικ, οι ήρωες του Μπέκετ, ο "Ρουβάς" του Μητσικώστα, ο "τύπος με τα κόμικ" των Simpsons αποτελούν ένα εικονοστάσιο υποκειμένων μετά την κατάρρευση της "συναισθηματικής αγωγής", για να θυμηθούμε τον Φλωμπέρ, και συνάμα, μετά την ερείπωση του οικοδομήματος του λόγου. Είναι ως εκ τούτου τα μετα-ανθρώπινα "φαντάσματα" τα οποία εξορκίζονται με την φλυαρία περί συναισθημάτων που κυριαρχεί --με μια επιφανειακή μόνο παραδοξότητα-- στην μετανεωτερική εποχή. Διότι η μετανεωτερικότητα δεν μπορεί να οριστεί απλά με όρους "μαρασμού της διαθετικότητας" χωρίς επίσης να διευκρινιστεί ότι ο μαρασμός αυτός δίνει το έναυσμα μιας υστερικής υπεραναπλήρωσης του χαμένου αντικειμένου, έτσι ώστε ο μετανεωτερικός άνθρωπος να πασχίζει διαρκώς να αναδείξει και να προβάλλει τα συναισθήματά του, εκβιάζοντάς τα, ουσιαστικά, να υπάρξουν: "πώς αισθάνεστε με το Χ ή Ψ;" είναι μια κλασική δημοσιογραφική ερώτηση, ενώ στις ακαδημαϊκές τάξεις διδασκαλίας των ανθρωπιστικών επιστημών ακούγεται όλο και συχνότερα η θλιβερή ερώτηση προς τους φοιτητές: "πώς αισθάνεστε για τον Ρασκόλνικοφ, την παραβολή του σπηλαίου, την Μαντάμ Μποβαρί, την αποδόμηση, τον ρόλο των φύλων στην τάξη των φυλάκων της Πολιτείας;" -- με το "αίσθημα" να λογίζεται ως το πάντα διαθέσιμο, λιγότερο εκφοβιστικό και λιγότερο απειλητικό υποκατάστατο της σκέψης. 

Η έκθλιψη της αλήθειας ως κάτι για το οποίο είναι δυνατόν να μιλήσουμε δημιουργεί ένα κενό το οποίο έρχεται να καλύψει κακήν-κακώς το συναίσθημα, ωσάν να μην τελούσε μαζί με την αλήθεια και το συναίσθημα υπό έκθλιψη, ωσάν να ήταν το προφανέστερο και πιο απλό των πραγμάτων να αισθάνεσαι κάτι, και ας μειώνονται κάθε μέρα οι άνθρωποι που είναι ικανοί ευφορίας στο άκουσμα μιας συμφωνίας, ή δακρύων στο άκουσμα ενός κομματιού για το πιάνο, ή έκστασης μπροστά από έναν πίνακα ζωγραφικής, ή ρίγους μπροστά σε ένα ποίημα. 

Αυτή η ακατάσχετη συναισθηματική φλυαρία της εποχής, που απλώνεται πάνω σε όλα τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά μέσα σαν κατάρα, θα δημιουργούσε χωρίς αμφιβολία αποστροφή σε έναν αρχαίο Έλληνα, για τον οποίο η παράδοση στο αισθητό σε βάρος του νοητού ήταν σημάδι ανισορροπίας και αμετροέπειας. Αλλά θα δημιουργούσε επίσης δυσφορία σε έναν Ρομαντικό, για τον οποίο το αίσθημα ήταν ιερό, αλλά επίσης απαιτητικό μορφικά, γεμάτο αποχρώσεις και σημεία μεταβολής που εξυπακούουν μια νέα εκφραστική γλώσσα· και θα ξένιζε για έναν μοντερνιστή, για τον οποίο το αίσθημα είναι ή μια συγκεντρωμένη έκρηξη εκφραστικής έντασης μέσα σε ένα τοπίο οργανωμένο με ενσυνείδητη αυστηρότητα, ή τίποτε απολύτως. Η δική μας συναισθηματική φλυαρία προσομοιάζει πολύ περισσότερο αφενός στην εποχή της ανακάλυψης της "ευαισθησίας" στα τέλη του 18ου αιώνα --αλλά χωρίς τον ενθουσιώδη ανθρωπισμό της εποχής-- ή στην στερεοτυπική συναισθηματολογία της Βικτωριανής εποχής -- αλλά χωρίς την πίστη στην στήριξη του συναισθηματικού από την πρακτική κοινωνική και οικονομική πρόοδο, απέναντι στο κόστος της οποίας συνιστούσε ένα κάποιου είδους συμβολικό αντίβαρο. "Εμείς, οι άλλοι Βικτωριανοί", όπως έλεγε ο Φουκώ, βυθισμένοι στον συναισθηματικό αναλφαβητισμό καθώς φλυαρούμε για κάτι του οποίου οι ίδιες οι προϋποθέσεις (το υποκείμενο, ο λόγος, το διυποκειμενικό εκφραστικό συμβόλαιο) έχουν εκλείψει, εμείς είμαστε που τολμούμε ακόμη να προφέρουμε το ρήμα "αισθάνομαι."