Friday, September 30, 2011

30/6/2011-Βάση και εποικοδόμημα revisited

Μπορεί ένα σχεδόν καθολικά αποκηρυγμένο κομμάτι του μαρξιστικού θεωρητικού οπλοστασίου όπως η αντίληψη περί βάσης και εποικοδομήματος να μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποια θεμελιώδη πράγματα για το παρόν; Ας ξεκινήσουμε με μια σύνοψη του νοήματος των όρων. Είναι γνωστό ότι η λέξη "βάση" περιγράφει τον τρόπο παραγωγής ενώ η λέξη "εποικοδόμημα" το πολύπλοκο σύνολο ιδεολογικών μηχανισμών (εκπαίδευση, θρησκεία, φιλοσοφία, ΜΜΕ), πολιτικών θεσμών (κοινοβουλευτισμός, αντιπροσωπευτική δημοκρατία, εκλογές), και πολιτισμικών πρακτικών (ρητορικές, μέσα συμβολοποίησης της πραγματικότητας, κλπ), τα οποία συναπαρτίζουν την απτή --και συνάμα τεθλασμένη-- αντανάκλαση της βάσης στην κοινωνική ζωή. 

Τι συμβαίνει όμως όταν η "βάση", ο τρόπος παραγωγής, περνά σε ένα στάδιο ανάπτυξης όπως είναι αυτό της σταδιακής υποκατάστασης του βιομηχανικού από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και συνεπώς, της όλο και μεγαλύτερης βαρύτητας του λεγόμενου "πλασματικού κεφαλαίου" για την συντήρηση του τρόπου παραγωγής; Θα μπορούσε κανείς να πει ότι συμβαίνουν τουλάχιστον δύο πράγματα:

α) ένα κομμάτι του "εποικοδομήματος" --ας το πούμε "έμφαση στο φαντασιακό, στην θεσμοποιημένη μυθοπλασία"-- μετατοπίζεται προς την ίδια την βάση. Δεν περιορίζεται στο να την νομιμοποιεί και να την αναπαράγει, αλλά αρχίζει να παίζει πρωτογενή ρόλο για την ίδια την λειτουργία του τρόπου παραγωγής: οι προσδοκίες μελλοντικών κερδών, η ικανότητα να αγνοηθούν κίνδυνοι και όρια και να τονωθεί η επενδυτική αισιοδοξία και αποφασιστικότητα, η ίδια η πίστη στην "αυτορύθμιση" της αγοράς ως δομικό και θεσμικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας της, η πειθάρχηση των πληθυσμών στη βάση κάποιας υποτιθέμενης ηθικής οικονομίας της δοκιμασίας και της ανταμοιβής, όλα αυτά τα στοιχεία του ιδεολογικού εποικοδομήματος αρχίζουν να λειτουργούν ταυτόχρονα και ως συστατικά των θεμελίων του τρόπου παραγωγής· είναι σαν τα υλικά των θεμελίων ενός σπιτιού να αρχίσουν να περιλαμβάνουν λιγότερο τσιμέντο και μπετόβεργες και περισσότερο την αισθητική της οικογένειας που ζει σε αυτό, τις προσδοκίες της για το πώς θα προσληφθεί η αγορά του σπιτιού απ' το φιλικό της περιβάλλον, κλπ. Με λίγα λόγια, ανακύπτει μια μερική εξομοίωση βάσης και εποικοδομήματος η οποία προφανώς καταργεί την ιδέα της ανάκλασης: το εποικοδόμημα, σε ορισμένα του τουλάχιστον σημεία, δεν ανακλά με τρόπο θολό, υπόγειο ή έμμεσο τη βάση, αλλά συνεπικουρεί στην σύστασή της ως τέτοια.

β) Η διπλή λειτουργία στοιχείων του εποικοδομήματος ως στοιχείων επίσης σύστασης της βάσης τα καθιστά όχι περισσότερο αλλά λιγότερο προσβάσιμα στην κριτική επεξεργασία: είναι πολύ διαφορετικό πράγμα για μια κοινωνία που διατηρεί μνήμες βιομηχανικής και παραγωγικής ανάπτυξης να αντιμετωπίζει μια φάση χρηματοπιστωτικής επέκτασης από ότι είναι για μια κοινωνία που έχει απωλέσει τους βασικούς της δεσμούς με την υλική παραγωγή και την εργατική κουλτούρα να αντιμετωπίζει την χρηματοπιστωτική κατάρρευση. Το γιγάντιο μυθιστόρημα Ο τρόπος που ζούμε τώρα (1875) του Άντονυ Τρόλοπ --πάνω από 900 σελίδες-- πηγάζει άμεσα από την ικανότητα αντίληψης (λανθασμένης, αλλά κριτικά ενεργοποιήσιμης) του σπεκουλαδόρικου παρόντος ως παρέκκλισης από ένα υγιές και ηθικό παρελθόν βασισμένο στην σκληρή εργασία και την προτεσταντική ηθική. Σήμερα, κανένα τέτοιο μυθιστόρημα δεν είναι εφικτό· κανείς δεν έχει συναίσθηση της παραγωγικής "νόρμας" απ' την οποία το παρόν θα μπορούσε να ανακατασκευαστεί ως παρέκκλιση.

Τούτο σημαίνει όμως --και εδώ ερχόμαστε σε ένα τρίτο σημείο-- ότι η συμμετοχή στοιχείων του εποικοδομήματος στην άμεση σύσταση της βάσης (αντί για ιδεολογική της και εκ των υστέρων ανάκλαση) οδηγεί σε μια αντινομία: από τη μία πλευρά, το εποικοδόμημα στερείται κάθε δυνατότητας κριτικής αυτονόμησης απ' τη βάση, σε τέτοιο βαθμό που οι άνθρωποι  θεωρούν με κάθε βεβαιότητα ότι εξεγείρονται όταν οι ίδιοι οι όροι της εξέγερσής τους ανακλούν βασικά χαρακτηριστικά της κυρίαρχης ιδεολογίας (π.χ, την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας, τα "δικαιώματά" τους ως πολιτών-καταναλωτών που υπάρχουν σε κενό αέρος, χωρίς καμία εξάρτηση από το κρατικό μονοπώλιο της βίας, την αναζήτηση της τελειοποίησης, και όχι της καταστροφής, των πολιτικών θεσμών του αστικού κράτους κλπ)· από την άλλη, και την ίδια στιγμή, η βάση στερείται επίσης της αυτονομίας της από το εποικοδόμημα σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι αδύνατον να παράξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα χωρίς την ενσωμάτωση στην λειτουργία της των φαντασιακών στοιχείων που ενοικούν στο εποικοδόμημα.

Φαινομενολογικά, η αντινομία αυτή εκδηλώνεται ως εξής: οι άνθρωποι υποτιμούν την εξάρτηση του εποικοδομήματος από τη βάση στον βαθμό ακριβώς που υπερτιμούν την αυτονομία της βάσης από το εποικοδόμημα. Θεωρούν την ανατροπή του τρόπου παραγωγής τόσο υπερβολικά εύκολη ώστε έμπρακτα να την καθιστούν αδύνατη, παρά το γεγονός ότι ο τρόπος αυτός βρίσκεται όντως σε δεινό αδιέξοδο.  Υποτιμούν τόσο τους επικαθορισμούς από την οικονομία ώστε να τους καθιστούν ανίκητους, παρά το γεγονός ότι η οικονομική μηχανή έχει μπλοκάρει. Δίνουν τόση μεγάλη σημασία στον αυθόρμητο χαρακτήρα της σκέψης τους ώστε να την δένουν ακόμα σφιχτότερα σε αυτό που υποτίθεται πως αμφισβητεί, παρά το γεγονός ότι αυτό που αμφισβητείται στερείται κοινωνικής νομιμοποίησης όλο και περισσότερο. Χάνουν τόσο την επαφή τους με αυτό που την ίδια στιγμή θεωρούν προφανές που η σκέψη τους βρίσκεται ταυτόχρονα σε πλήρη αναντιστοιχία με το χαρακτήρα της βάσης και είναι ταυτόσημη με αυτόν. 

Με λίγα λόγια, όσο περισσότερο το εποικοδόμημα παίζει άμεσο, πρωταρχικό ρόλο στην οικοδόμηση της ίδιας της βάσης, όσο περισσότερο η θεμελιώδης λειτουργία της βάσης εξαρτάται από τα στοιχεία του φαντασιακού και της μυθοπλασίας, τόσο τα στοιχεία αυτά απολυτοποιούνται, αποκόπτονται από κριτικούς μηχανισμούς αυτοελέγχου και επαλήθευσης, και απομακρύνονται από κάθε δυνατότητα κριτικής χαρτογράφησης της κοινωνικής ζωής. Η σημερινή, δήθεν κριτικά κυνική διαπίστωση ότι "έχουμε χούντα" είναι χαρακτηριστικό δείγμα της βραχυκύκλωσης της σκέψης που έχει προκαλέσει αυτή η μοιραία στροφή στις σχέσεις βάσης και εποικοδομήματος: οι άνθρωποι θεωρούν "κριτική" σκέψη μία σκέψη η οποία απαρνείται το θεμελιώδες γεγονός ότι κάθε ιστορική δημοκρατία είναι δικτατορία κάποιων επί κάποιων άλλων--των ελεύθερων πολιτών πάνω στους δούλους, των πολιτών μιας χώρας πάνω στους μη πολίτες των αποικιών, της τάξης των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής πάνω στους μη ιδιοκτήτες. Η διαπίστωση, εν έτει 2011, ότι "έχουμε δικτατορία" μόνο και μόνο επειδή οι πολίτες αναγκάστηκαν να συνειδητοποιήσουν δια της βίας ότι εξακολουθεί να υπάρχει κράτος, επιφορτισμένο με την βίαια προστασία των κυρίαρχων δικαιωμάτων των εχόντων, μαρτυρά πολλά για την σημερινή ταύτιση της κριτικής σκέψης με την αναπαραγωγή ιδεολογικών φαντασιώσεων, που με την σειρά της συνδέει την ιδεολογία με την ίδια την λειτουργία μιας οικονομίας της οποίας το μεγαλύτερο κομμάτι τρέφεται από την ακατάσχετη και ανεξέλεγκτη μυθοπλασία. 

28/6/2011-Το χρυσόψαρο

Είναι οκτώ ψάρια στο σύνολο. Διαταγμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να οριοθετούν τις τέσσερις γωνίες του καμβά και το κέντρο του. Στη μία διαγώνιο, οι γωνίες έχουν από ένα ψάρι, κόκκινο και στις δύο περιπτώσεις. Στην άλλη, από δύο. Ένα, το μικρότερο όλων, βρίσκεται αριστερά απ' το κέντρο του πίνακα, έκκεντρη πινελιά που τελικά τονίζει την γεωμετρική συμμετρία.

Το χρυσόψαρο δεν είναι ανατομικά σωστό και φαίνεται συγκριτικά γιγάντιο, δεσπόζοντας σε όλο το κέντρο του πίνακα, όπου μέσα απ' την γαλαζοπράσινη και μωβ βλάστηση (ίνες, περιελίξεις, κυματοειδή ζιγκ-ζαγκ) ανοίγει κάτι σαν ένας μητρικός θύλακας από σκοτάδι για να το αγκαλιάσει. Χώρος, χώρα. Γύρω απ' το σώμα του, σαν αύρα, ίχνη από χρυσάφι που φωσφορίζουν παλλόμενα. 

Ο πίνακας, από μία άποψη, είναι μια σπουδή πάνω στις οπτικές ποιότητες της χρήσης του χρυσού, του κίτρινου και του κόκκινου (λέπια, πτερύγια, μάτια) πάνω σε μαύρο φόντο. Το χρυσόψαρο κολυμπά σιωπηλά, μια περιφερόμενη ηλεκτρισμένη ύπαρξη, μια οριοθετημένη κι όμως κινούμενη --πόσο υπόκωφα, υποσυνείδητα κινούμενη!-- ένταση από χρώμα. Το χρυσόψαρο είναι το καθαρό χρώμα, το χρώμα ως μορφή και ως περιεχόμενο της πράξης που λέγεται ζωγραφική. 

Ο πίνακας μου έκανε πάντα βαθιά εντύπωση, και όταν, χρόνια αφού τον πρωτοείδα, διάβασα τη φράση "seized by the event"--αρπαγμένος, τρόπον τινά, απ' τα νύχια του συμβάντος-- στην Ηθική του Μπαντιού,  η εικόνα στον νου μου ήταν αυτή του χρυσόψαρου του Κλέε: φορέας ηλεκτρόπληκτος, πυρήνας ενικός, άηχη έκρηξη, ίχνος συμβαντικό μιας χαμένης πρωτοπορίας, κάπου στα 1925. Έτσι απέκτησε την αλληγορία της η σφοδρή επιθυμία.

20/6/2011-Παρατηρήσεις για την χρονικότητα και την πολιτική ΙΙ

Ο χαρακτήρας αυτής της ανάρτησης αφορά περισσότερο ερωτήσεις παρά παρατηρήσεις, οπότε ο τίτλος της είναι αρκετά καταχρηστικός, αλλά ας είναι.

Σκεφτόμουν κατά βάση ότι μέσα στην λέξη "κρίση" κρύβουμε ή συμπκυκνώνουμε τουλάχιστον δύο ειδών κρίσης, των οποίων ο χαρακτήρας είναι πολύ διαφορετικός όταν εξεταστεί από τη σκοπιά της χρονικότητας: η πρώτη είναι η κρίση συσσώρευσης, που όπως αντιλαμβάνομαι είναι βασικά υφεσιακή σε χαρακτήρα, και περιλαμβάνει σε πολύ περίοπτη θέση την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας. Διάβασα σήμερα τη διαβεβαίωση του οικονομολόγου Γκι Σορμάν ότι "δεν θα καταρρεύσει ούτε η Ελλάδα ούτε η ευρωζώνη", συνοδευόμενη από την άποψη ότι "ολόκληρη η Ευρώπη θα παγιδευτεί απλώς σε µια βραδεία ανάπτυξη που θα συνοδευτεί από µια αύξηση της ανεργίας", και μου φάνηκε πως η παράδοξα απαισιόδοξη αισιοδοξία της ίσως να είναι χαρακτηριστική του χάσματος ανάμεσα στο πρώτο είδος κρίσης απ' το δεύτερο. Ο Σορμάν, με άλλα λόγια, δίνει πρωταρχική θέση στην υφεσιακή κρίση, στην διεθνή επιβράδυνση της ανάπτυξης, την οποία μοιάζει να θεωρεί σημαντικότερη από την κρίση κρατικού χρέους. Αυτή η τάση μου θύμισε το αρχικό τμήμα του δοκιμίου του Balakrishnan, στο οποίο (το δοκίμιο, όχι το συγκεκριμένο τμήμα) αναφέρθηκα στο πρώτο μέρος των "Παρατηρήσεων για την χρονικότητα". Το αναπαράγω εδώ:
Από τον Άνταμ Σμιθ στον Τζον Στούαρτ Μιλ, οι πρώιμοι θεωρητικοί του πλούτου των εθνών υπήρξαν απαισιόδοξοι σε ό,τι αφορά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης των κοινωνιών τους. Υπέθεσαν ότι η αύξηση παραγωγικότητας που πηγάζει από την εξειδίκευση και τον καταμερισμό εργασίας θα ανατρεπόταν από ένα σημείο και μετά εξαιτίας της εξάντλησης της καλλιεργήσιμης γης και της αύξησης του πληθυσμού. Ο ιστορικός E.A. Wrigley σημειώνει σχετικά:
Για λόγους που ευσύνοπτα ανέπτυξε ο Σμιθ και οι επίγονοί του, η δυναμική της ανάπτυξης αναμενόταν να ατονήσει μετά από ένα χρονικό σημείο εξαιτίας των αλλαγών που είναι ενδογενείς στην ίδια την διαδικασία ανάπτυξης, δίνοντας έτσι τη σειρά τους σε εύθετο χρόνο στην συνεπαγωγή του στάσιμου κράτους. Επίσης, οι οικονομολόγοι της κλασικής εποχής αμφισβητούσαν ξεκάθαρα ότι το επίπεδο πραγματικών μισθών που επικρατούσε τότε θα μπορούσε να διατηρηθεί επ’ αορίστω χρόνω. Η ιδέα της σταθερής και ουσιαστικής βελτίωσης των αληθινών μισθών για την μάζα του πληθυσμού ήταν ένα ουτοπικό όνειρο και όχι μια πιθανότητα την οποία θα μπορούσε να αναλογιστεί ένας λογικός και ενημερωμένος άνθρωπος, όσο και αν θα ήθελε να την δει να πραγματώνεται.[2]
Το απόσπασμα εξηγεί γιατί ο Άνταμ Σμιθ και οι σύγχρονοί του μπορούσαν να σκεφτούν ότι η στάσιμη Κίνα του 18ου αιώνα βρισκόταν κατά κάποιο τρόπο μπροστά από την σύγχρονή της δυτική Ευρώπη. Έχοντας εξαντλήσει τις πηγές περαιτέρω ανάπτυξης της παραγωγικότητας, η Κίνα είχει εισέλθει αναπόφευκτα στο δρόμο της κοσμικής πολυπλοκότητας: de te fabula narratur.[3] Φυσικά, η απαισιόδοξη αυτή ετυμηγορία σχετικά με την μακρά πορεία του πολιτισμού ανατράπηκε από τα μεγάλα κύματα καπιταλιστικής επέκτασης που ακολούθησαν. Η κατοπινή κριτική που άσκησε ο Μαρξ στην πολιτική οικονομία υπήρξε, εν μέρει, απόπειρα να επανεφεύρει τον κλασικό, προ-βιομηχανικό πεσιμισμό αυτής της παράδοσης απέναντι στα εξωγενή, φυσικά όρια της οικονομικής ανάπτυξης, μετατρέποντάς τα σε τρόπους εξήγησης του όλο και πιο δύσκολα προσπεράσιμου κοινωνικο-οικονομικού σημείου στασιμότητας της συσσώρευσης.[4]
Η τέταρτη υποσημείωση, περί "σημείου στασιμότητας της συσσώρευσης", αφορά τι άλλο, την έννοια της πτωτικής τάσης του κέρδους, για την οποία αναφέρονται τα εξής: "Οι υποθέσεις του Μαρξ για την υποτιθέμενη τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει είναι διαβόητα ασαφείς, αλλά από κάτω βρίσκεται ίσως η παλιά μαλθουσιανή ιδέα: 'Όσο περισσότερο μια χώρα αναπτύσσεται με την βιομηχανία ευρείας κλίμακας ως υπόβαθρο ανάπτυξής της, όπως συμβαίνει με τις Η.Π.Α, τόσο πιο ραγδαία είναι αυτή η διαδικασία καταστροφής. Συνεπώς, η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει απλώς τις τεχνικές και τον βαθμό συνδυασμού των κοινωνικών διαδικασιών παραγωγής υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα τις αρχικές πηγές κάθε πλούτου —τη γη και τον εργάτη.' Κεφάλαιο, τομ. 1, Λονδίνο, 1976, σ. 638."

Με απλά λόγια, η ιδέα της επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης και της πτωτικής τάσης του κέρδους παραπέμπει στην επιστροφή σε μια φαινομενικά ξεπερασμένη εποχή, όπου οι σκοτεινές προβλέψεις του Μάλθους περί ορίων στην ανάπτυξη αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από την οικονομική θεωρία που φάνηκε να τις διαψεύδει τελεσίδικα. "Επιβράδυνση" και "στασιμότητα" είναι όροι-κλειδιά σε ό,τι αφορά την μακρο-ιστορική οπτική που πριμοδοτεί η θεωρία της υφεσιακής κρίσης συσσώρευσης.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη κρίση, η κρίση που προκλήθηκε από την υπερσυσσώρευση χρεών από τα διάφορα οικονομικά αναπτυγμένα κράτη, που με την σειρά τους προέκυψαν --υποτίθεται τουλάχιστο-- από τον συνδυασμό επιβράδυνσης της πραγματικής ανάπτυξης, αύξησης των προνοιακών αναγκών και εξόδων, και επιθετικής τραπεζικής πολιτικής, που βρήκε στον δανεισμό σχεδόν χωρίς προϋποθέσεις έναν επικερδή τρόπο επένδυσης κεφαλαίων που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αρκετά επικερδώς στην ανάπτυξη (η κακοδιαχείριση φαίνεται μάλλον ήσσονος σημασίας σχετικά παράγοντας). Το ζήτημα με αυτή την κρίση είναι ότι πρώτον βιώνεται αυτή και μόνο αυτή ως κατεπείγουσα και καταστροφική (για ευνόητους λόγους), συγκεντρώνοντας σχεδόν το αποκλειστικό ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών τους· και δεύτερον, ότι η δική της χρονικότητα δεν αφορά ούτε την επιβράδυνση ούτε την στασιμότητα, αλλά αντίθετα τον φρενιασμένο καλπασμό, καθώς τα χρέη εκτινάσσονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς καθημερινά, το περιθώριο για σπέκουλο αναπροσαρμόζεται ώρα με την ώρα, αλλά και οι πολιτικές εξελίξεις μοιάζουν να κινούνται ορισμένες φορές στον ρυθμό χρηματιστηρίου σε ημέρα με πολλαπλές ανατροπές στις ισοτιμίες, με τα κόμματα και τους πολιτικούς αρχηγούς να παλινδρομούν ανάμεσα σε αντιφατικές επιλογές, ακόμα και την ίδια μέρα.

Το ερώτημα λοιπόν, ή μάλλον το σετ ερωτημάτων, προς το οποίο όλα αυτά ήταν απλώς προκαταρκτικές παρατηρήσεις, έχει ως εξής:

α) υπάρχουν όντως δύο αμοιβαία αντιφατικές χρονικές δομές μέσα στο οικονομικό σημαίνον "κρίση";
β) αν ναι, υπάρχει περίπτωση η μία χρονικότητα, η οποία φαίνεται να είναι κυρίαρχη, να αποκρύπτει ιδεολογικά τον (οικολογικά, πληθυσμιακά, δημογραφικά και όχι απλώς χρηματοπιστωτικά επικαθορισμένο) χαρακτήρα της άλλης, στρέφοντας την προσοχή των κοινωνιών αποκλειστικά στο πιο κοντινό επερχόμενο κύμα και υποτονίζοντας την σημασία του δυνητικά μεγαλύτερου και καταστροφικότερου;
γ) τι είδους αντιλήψεις για τις πολιτικές διεργασίες, συμμαχίες, μεταλλάξεις, κλπ θα υπαγόρευαν αυτές οι δύο χρονικότητες, αν όντως ευσταθεί ότι υφίστανται τέτοιες;
δ) τι είδους αντίληψη του χρόνου δράσης της, των δυνατοτήτων παρέμβασής της έγκαιρα, στον σωστό χρόνο, θα μπορούσε να αναπτύξει μια πολιτική σκέψη που λαμβάνει υπόψη αυτή την διπλή και αντιφατική χρονικότητα;

20/6/2011-Τι είναι μεταπολίτευση;

Η εγελιανή ρήση ότι η κουκουβάγια πετά το σούρουπο σημαίνει, κατά βάση, ότι η γνώση για μια ιστορική εποχή ως ολότητα γίνεται εφικτή μόνο στο τέλος της εποχής αυτής, όταν η εποχή έχει πλήρως αναπτυχθεί, εκδιπλώσει τις αντιφάσεις της, και φτάσει στο σημείο εκείνο συμπύκνωσης και εννοιακής απλοποίησης που προαπαιτείται για να μπορείς να μιλήσεις φιλοσοφικά για μια θέση, απέναντι στην οποία προκύπτει μια αντίθεση. Η μεταπολίτευση είναι αυτό το οποίο πράγματι έφτασε στο τέλος του, και που φτάνοντας σ' αυτό, δίνει στην σκέψη την δυνατότητα να το αντιληφθεί και να το μελετήσει ως ολότητα, αλλά --την ίδια στιγμή και κατά λογική συνέπεια-- και ως θέση σε έναν νέο διαλεκτικό κύκλο.

Τι είναι μεταπολίτευση;  Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει αρχικά να απαντήσουμε σε ένα δεύτερο: ποια ήταν τα θεμελιώδη συστατικά της μεταπολίτευσης; 

Τα θεμελιώδη συστατικά της, θα ισχυριστώ, ήταν δύο. Καθόρισαν τον χαρακτήρα της και τους λογικούς νόμους της ανάπτυξής της εξαρχής, και το έκαναν δομώντας και δίνοντας ιστορική έκφραση σε μια βασική αντίφαση. 

Το πρώτο συστατικό της μεταπολίτευσης ήταν η πολιτικοποίηση, όρο με τον οποίο δηλώνουμε την είσοδο της πλειοψηφίας της κοινωνίας στις πολιτικές διαδικασίες, στις κομματικές δομές, και στους εκλογικούς ανταγωνισμούς. Η μεταπολίτευση σήμανε την πολιτικοποίηση δύο κοινωνικών ομάδων που ως τότε είχαν βρεθεί εκτός της πολιτικής διαδικασίας για διαφορετικούς λόγους: των γυναικών, των οποίων η συμμετοχή στα κοινά πριν το 1974 ήταν επί της ουσίας ανύπαρκτη, και των αδρανοποιημένων και περιθωριοποιημένων πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς, η οποία έβγαινε από μια παρατεταμένη περίοδο καταστολής, απαγόρευσης, και εσωτερικής διάσπασης (σημειώνουμε εδώ την παρανομία του ΚΚΕ μετά το τέλος του εμφυλίου, την διάλυση των κομματικών οργανώσεων του και την προσχώρηση στην ΕΔΑ το 1958, μετά την καθαίρεση Ζαχαριάδη το 1955, και την εσωτερική του διχοτόμηση το 1968, μετά την σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία--διαδικασίες που βρίσκονται στον πυρήνα της συνολικής πορείας της "εναλλακτικής" αριστεράς στην μεταπολίτευση).

Το δεύτερο συστατικό της μεταπολίτευσης έγινε εφικτό μόνο στην βάση του πρώτου, της εισόδου δηλαδή ενός ως τότε περιθωριοποιημένου κομματιού της κοινωνίας στην πολιτική διαδικασία, και ήταν η διεύρυνση της κοινωνικής νομιμοποίησης της πολιτικής οργανωμένων συμφερόντων και της κομματικής λαφυραγώγησης του κράτους. Η κυρίαρχη μορφή της κοινωνικής δικαιοσύνης στα χρόνια της μεταπολίτευσης δεν ήταν άλλη από την πρόσβαση σε "λάφυρα" (θέσεις στο δημόσιο, επιδόματα, άδειες οικοδομής, κλπ) τα οποία νέμονταν παλαιότερα πολύ λιγότεροι. Η εκλογή του ΠΑΣΟΚ το 1981 σηματοδότησε τον θρίαμβο αυτής της οπτικής για την κοινωνική δικαιοσύνη, βελτιώνοντας, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, δραστικά το βιωτικό επίπεδο ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού. 

Είπαμε ότι τα δύο θεμελιώδη συστατικά της μεταπολίτευσης, η πολιτικοποίηση και η διεύρυνση της κοινωνικής νομιμοποίησης της πολιτικής οργανωμένων συμφερόντων και της κομματικής λαφυραγώγησης του κράτους, βρίσκονταν σε σχέση αντίφασης, παρά το γεγονός ότι το πρώτο ήταν προϋπόθεση της ανάπτυξης του δεύτερου. Γιατί;

Επειδή αυτό το οποίο προέκυψε από την διάδρασή τους ήταν η μετάλλαξη της πολιτικής σε απλό μέσο, και όχι σε τέλος ή σκοπό της κοινωνικής ζωής: η πολιτική --η πολιτική ιδεολογία, οι πολιτικές πεποιθήσεις, η πολιτική δράση-- δεν ήταν πλέον κυρίαρχα τρόπος έκφρασης των υπαρχόντων κοινωνικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων αλλά μέσο πρόσβασης στα λάφυρα που νεμόταν ο κρατικός μηχανισμός, και άρα μέσο χρήσης τους για την προσέλκυση μαζών ψηφοφόρων και μέσο χειραγώγησής τους. Το βασικό περιεχόμενο της πολιτικής δεν ήταν πια η σύγκρουση, η διαφορά, η διαφωνία --αυτές ήταν αυστηρά συγκυριακές και εργαλειακής φύσης στιγμές της πολιτικής συμφερόντων-- αλλά ακριβώς το συμφέρον, ιδιωτικό και ομαδικό (συντεχνιακό), ο πλουτισμός, το χρήμα. Όσο περισσότερο όμως η πολιτική τείνει να γίνει απλώς μέσο διαπραγμάτευσης ατομικών και ομαδικών συμφερόντων, τόσο περισσότερο χάνει το περιεχόμενό της, γίνεται φορμαλιστική αφαίρεση, αποπολιτικοποιείται.

Με απλά λόγια λοιπόν, η φόρμουλα της μεταπολίτευσης (πολιτικοποίηση + λαφυραγώγηση ως υποκατάστατο μιας στιγματισμένης ως προδοτικής και αιματοβαμμένης ιστορικής μορφής της πολιτικής της κοινωνικής δικαιοσύνης) παρήγαγε ως αποτέλεσμα την αποπολιτικοποίηση τόσο των νεοεισερχόμενων στην πολιτική πληθυσμών όσο και αυτών που είχαν από παλαιότερα προνομιακή πρόσβαση στα κοινωνικά λάφυρα.

Η αποκρυστάλλωση της διαδικασίας αποπολιτικοποίησης συνεπικουρήθηκε καθοριστικά από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και από το λεγόμενο "τέλος των ιδεολογιών" που έδωσε κάτι σαν επίσημη άδεια στην αποπολιτικοποιητική δυναμική που παραμόνευε ήδη στο μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο. Η απολιτικοποίηση στιγμάτισε όλη τη δεκαετία του 1990, όταν τις πολιτικές διαφωνίες στα οικογενειακά τραπέζια και στα καφενεία με αφορμή το τάδει ή δείνα άρθρο εφημερίδας διαδέχτηκε το μαζικό κόψιμο κουπονιών, η θεσμοποίηση του σουπερμάρκετ ως μορφής οικογενειακής εξόδου, ο θρίαμβος του "λαϊφστάιλ" ως απόλυτης έκφρασης της αποπολιτικοποιημένης ζωής, της ζωής μετά την πλήρη εγκόλπωση του πρώτου θεμελιώδους συστατικού της μεταπολίτευσης από το δεύτερο. Όχι πια πολιτικά όντα, αλλά ψηφοφόροι και καταναλωτές, ψηφοφόροι ως καταναλωτές, και καταναλωτές ως ψηφοφόροι: αυτό ήταν το κυρίαρχο και συντριπτικά αποδεκτό μήνυμα της εποχής. Στο περιθώριό του έζησαν ελάχιστοι, κάποιοι από αυτούς άνθρωποι που έλαβαν το μήνυμα των καιρών νωρίς αλλά δεν είχαν άλλο δρόμο να στραφούν από το αυτο-αναιρούμενο μονοπάτι του αντάρτικου πόλεων και της ακροαριστερής τρομοκρατίας.

Η σημερινή οικονομική χρεοκωπία του μεταπολιτευτικού κράτους απονομιμοποίησε δραστικά τις κυρίαρχες κομματικές του δομές, θα ήταν όμως τραγικά αφελές να θεωρήσει κανείς ότι κάνοντάς το, εγκαινίασε αυτόματα μια νέα εποχή πολιτικοποίησης. Σήμερα, η μάλλον αποκρουστική εικόνα των κοινοβουλευτικών κομμάτων χρωστά πολλά στο γεγονός ότι μόνο ελάχιστοι ψηφοφόροι τους αναμένουν πια κέρδος από την στήριξή τους, και όχι σε κάποιου είδους παθιασμένη επανάκαμψη της ουσίας της πολιτικής. Με άλλα λόγια, αν η μεταπολίτευση έφτασε στο τέλος της, το έκανε με εντελώς παθητικό τρόπο, επειδή ελάχιστοι πια αναμένουν πρόσβαση στη λαφυραγώγηση θέσεων και πόρων από την συμμετοχή στις κυρίαρχες κομματικές δομές, και όχι ενεργητικά, επειδή η κοινωνία στο σύνολό της έφτασε να απαρνείται την μετάλλαξη της πολιτικής σε απλό μέσο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαπραγμάτευσης συμφερόντων. Για αυτό και έχουμε το παράδοξο, την ίδια στιγμή που τα καθεστωτικά κόμματα ομολογούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ότι δεν έχουν πια τίποτε να πουλήσουν στους ψηφοφόρους τους, ο ανταγωνισμός τους να προκύπτει από υποτίθεται ηθικά υπεράνω κάθε υποψίας σχηματισμούς, που δεν βρίσκουν άλλο τρόπο να διεκδικήσουν το δικό τους μερίδιο ψηφοφόρων απ' το να πουλήσουν τις δικές τους υποσχέσεις από κοπανιστό αέρα, είτε αυτές λέγονται δάνεια από τη Ρωσία και την Κίνα (Θεοδωράκης, ΣΠΙΘΑ), είτε αποκατάσταση της πληγείσας εθνικής υπερηφάνειας (Παπακωνσταντίνου, ΝΑΡ), είτε φαντασματικές παροχές βασικού επιδόματος σε όλους (Δημούλης).

Όντας ως τώρα κυρίαρχα παθητικού χαρακτήρα, το τέλος της μεταπολίτευσης δεν εγκυμονεί τίποτε καινούργιο, μόνο την επανάληψη του ίδιου έργου με άλλους χαρακτήρες και με διαρκώς συρρικνούμενες απολαβές για όσους πιστεύουν ότι μπορούν να συνεχίσουν να παίζουν ρόλο σ' αυτό. Αντίθετα με τις ερμηνείες διάφορων φιλόδοξων μνηστήρων απογοητευμένων ψηφοφόρων-πελατών, δεν θεωρώ τις κινητοποιήσεις από τις 25 του Μάη και μετά σύμπτωμα μιας πραγματικής στροφής πέρα από το μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά απέλπιδα απόπειρα επανεκκίνησης της σαραβαλιασμένης μεταπολιτευτικής μηχανής υλικών και εκλογικών κατανομών. Ο μεταπολιτικός ("υπερκομματικός") χαρακτήρας των κινητοποιήσεων αυτών, η έμφασή τους στην συναίνεση, και η εύκολη απορρόφηση της ιδεολογικής τους δυναμικής ως χαρτιού κοινοβουλευτικής διαπραγμάτευσης από την πλειοψηφία του εδραιωμένου κομματικού κατεστημένου εντός και εκτός κοινοβουλίου, αποκαλύπτουν το ανεξίτηλο της σφραγίδας της μεταπολιτευτικής λογικής της αποπολιτικοποίησης και της πολιτικής του συμφέροντος που οδήγησε στο κράτος-πίτα προς μοιρασιά. Όχι λοιπόν, οι κινητοποιήσεις με τη μορφή που έχουν ως τώρα δεν εκφράζουν τόσο το τέλος της μεταπολίτευσης, όσο την προσπάθεια των φορέων και των παραγώγων της να ξαναβάλουν τον εαυτό τους στο μεταπολιτευτικό παιχνίδι απ' την πίσω πόρτα.

Η πραγματική διαλεκτική άρση της μεταπολίτευσης κυοφορείται από όσους --μια μειονότητα λοιδωρημένων και σαρκαζόμενων απ' την πλειοψηφία κομμουνιστών και αντιεξουσιαστών-- αρνούνται να λάβουν μέρος στην νέα απόπειρα παζαρέματος των ιδεολογιών στην αγορά των εμπράγματων συμφερόντων· κυοφορείται από όσους αντιτάσσουν την αναφομοίωτη ιδεολογική διαφορά τους στο "κοινό συμφέρον"· κυοφορείται από όσους επιμένουν σήμερα να στέργουν την επανάκαμψη και το βάθεμα των γραμμών ιδεολογικής διαίρεσης, την επαναπολιτικοποίηση της κοινωνίας πέρα από τα όρια ενός μονο-ιδεολογικού συστήματος που καταδικάζει νομοτελειακά την πολιτική στην αυτο-αναίρεση, την έκλειψη και τον μαρασμό.

Αυτοί είναι οι πραγματικοί φορείς του πολιτικού, και για αυτό τον λόγο είναι επίσης οι πραγματικοί θεματοφύλακες του νοήματος της δημοκρατίας. Γιατί είναι αυτοί που, παρά την εχθρότητά τους στο δημοκρατικό καθεστώς, ή μάλλον εξαιτίας της, σέβονται ακόμα το χάσμα ανάμεσα στη δημοκρατική πολιτική και την κακοφωνία της χορωδίας των πραματευτάδων στο παζάρι. Χωρίς αυτούς, η δημοκρατία είναι απλώς το φύλο συκής στον ολοκληρωτισμό των ιδιωτικών συμφερόντων (και τα ιδιωτικά συμφέροντα των πολλών δεν είναι "κοινωνικά" συμφέροντα, είναι απλά τα ιδιωτικά συμφέροντα πολλών)· χωρίς αυτούς, η δημοκρατία θα συνεχίσει να συρρικνώνεται σε φάντασμα του εαυτού της, με άλλα λόγια σε απλό κοινοβουλευτικό κρετινισμό.

19/6/2011-Was ist ΠΑΣΟΚ;

Αυτοί που πάτησαν τα κουμπιά στο διαδίκτυο ποιοι είναι; Είναι το μεσαίο στρώμα που είχατε μια πολιτική συμμαχιών εσείς και εν μέρει η Ν.Δ. για να διασπάσετε την κοινωνική συμμαχία, να φτάσετε εκεί που φτάσατε το συνδικαλιστικό κίνημα [...] Αυτοί οι πρώην σύμμαχοί σας είναι τώρα στις πλατείες και μουτζώνουν και λένε 'κρεμάλα στους 300'".
Αλέκα Παπαρήγα, Βουλή των Ελλήνων, 18/6/2011

Ακόμα και αν ήταν εμπειρικά ψευδής --ακόμα, δηλαδή, και αν η πλειοψηφία των αγανακτισμένων των πλατειών δεν έχει καμία σχέση με απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ-- η πιο πάνω πρόταση της ΓΓ του ΚΚΕ είναι ωστόσο θεωρητικά αληθής. Είναι θεωρητικά αληθής γιατί παραπέμπει σε μία εκ των σημαντικών απαντήσεων στο θεμελιώδες ερώτημα --ερώτημα φιλοσοφικής και ιστορικής τάξης με τις αυστηρές έννοιες των όρων-- "τι είναι το ΠΑΣΟΚ;" 

1. Πρώτη απάντηση λοιπόν: το ΠΑΣΟΚ είναι το μόρφωμα εκείνο του οποίου η ιδεολογία ανταποκρίνεται αντικειμενικά στο πνεύμα (με την εγελιανή έννοια του όρου) της μετανεωτερικής μεταπολιτικής, την οποία πρωτοπατεντάρισε στην Ελλάδα ο αξέχαστος Ανδρέας Παπανδρέου· είναι δηλαδή μη ιδεολογία, άρνηση της ιδεολογίας, και άρα επίσης παν-ιδεολογία, ιδεολογική χοάνη τέτοιας δυνητικότητας ώστε να χωράει σχεδόν τα πάντα, από τον τρίτο δρόμο και τον Σαμίρ Αμίν στον αντι-ιμπεριαλισμό του Καντάφι και την PLO, από τον εκσυγχρονισμό Σημίτη στον Μιτεράν και τον Στρως Καν, απ' τον Τάσο Μπιρσίμ και τον Κατσιφάρα στον Μίμη Ανδρουλάκη, από τον ΓΑΠ και τον Παπακωνσταντίνου στον Παπαθεμελή, τον Γιώργο Καραμπελιά και τον αρχιπλοίαρχο Ναξάκη. Και συνεπώς, το ΠΑΣΟΚ είναι το μοναδικό κόμμα που είναι ικανό να διαδηλώνει με πάθος ενάντια στον εαυτό του, καθώς και να ανατρέψει τον εαυτό του για να εγκαταστήσει στη θέση του τον εαυτό του.

2. Το ΠΑΣΟΚ ανταποκρίνεται λοιπόν αυστηρά στην περιγραφή του Μαρξ για τον βοναπαρτικό Σύλλογο της 10ης Δεκέμβρη, πολιτικό μόρφωμα "συναίνεσης" η οποία εξέφραζε όχι την καταφατική οικουμενικότητα αλλά την αρνητική -- τα κοινά σημεία ανάμεσα στα απορρίμματα ή περιττώματα κάθε υπάρχουσας τάξης: "Δίπλα σε παρηκμασμένους ελευθέριους με αμφίβολα μέσα διαβίωσης και εξίσου αμφίβολη καταγωγή, δίπλα σε κατεστραμμένα και φίλα προς την περιπέτεια βλαστάρια της αστικής τάξης, υπήρχαν πλάνητες, απολυμένοι φαντάροι, απελευθερωμένοι φυλακόβιοι, υποστατικοί που την είχαν κοπανήσει, αετονύχηδες, τσαρλατάνοι, lazzaroni, πορτοφολάδες, χαρτοπαίχτες, νταβατζήδες, ιδιοκτήτες πορνείων, αχθοφόροι, επαϊοντες της λογοτεχνίας, οργανοπαίχτες, κουρελοσυλλέκτες, γανωτές και ζητιάνοι—με λίγα λόγια μια ολάκερη άμορφη, αποσαθρωμένη μάζα, που άγεται και φέρεται εδώ και εκεί, και που οι Γάλλοι ονομάζουνε Μποέμ. Από αυτό το συγγενικό στοιχείο σχημάτισε ο Βοναπάρτης τον πυρήνα του Συλλόγου της 10ης Δεκέμβρη. […] Αυτός ο Βοναπάρτης, ο οποίος ορίζει εαυτόν αρχηγό του λούμπεν προλεταριάτου, και ο οποίος μόνος του ανακαλύπτει και πάλι σε μαζική μορφή τα συμφέροντα που ο ίδιος εξυπηρετεί, ο οποίος αναγνωρίζει στα σκουπίδια, τα απομεινάρια και τα περιττώματα όλων των τάξεων τη μόνη τάξη στην οποία μπορεί να βασιστεί απροϋπόθετα, είναι ο αληθινός Βοναπάρτης, ο Βοναπάρτης χωρίς φιοριτούρες".  Μόνο που στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, αυτού του εκφραστή του λούμπεν κομματαριάτου, τα περιττώματα δεν είναι πρωτίστως ταξικά, αλλά πρωτίστως ιδεολογικά. Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα είδος νεκροταφείου  ιδεολογιών με ατελείωτη χωρητικότητα. Σ' αυτό χωρούν αναμορφωμένοι δεξιοί που θέλησαν να επιβιώσουν της μεταπολίτευσης, αριστεροί αποστάτες και καιροσκόποι που θέλησαν να επιβιώσουν της αριστερής διάσπασης, λυσσασμένοι εθνοσωβινιστές, ρομαντικοί πατριώτες που ανέχονται τον Βελουχιώτη φτάνει να στέκεται δίπλα στον Καραϊσκάκη, στελέχη τραπεζών που διάβασαν Καρυωτάκη, μέλη πολιτιστικών συλλόγων με αλυτρωτικό περιεχόμενο, κομματικοί καριερίστες, εργατοπατέρες, επαγγελματίες γυμνοσάλιαγκες των ΜΜΕ, ευρωλάγνοι που στα νιάτα τους ήταν αντιαμερικανιστές, και ούτω κάθε εξής. Όλοι μαζί συνθέτουν ένα ιδεολογικό ουράνιο τόξο με ένα μόνο χρώμα, το γκρι -- το οποίο, με τα κατάλληλα γυαλιά, εμφανίζεται ως πράσινο.

3. Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης δεν είναι δικομματική, αλλά μονοκομματική: το ΠΑΣΟΚ είναι η αντικειμενική και απαρέγκλιτη ιδεολογικο-πολιτική μορφή αυτής της Ελλάδας, και η ανωμαλία της ύπαρξης της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να εξηγηθεί πρώτον, αναγνωρίζοντας στην ΝΔ τον απαραίτητο --εξαιτίας της αμιγώς ακροδεξιάς άμεσης προϊστορίας του τόπου-- ιστορικό διαμεσολαβητή του ΠΑΣΟΚ και δεύτερον, κατανοώντας την χρησιμότητά της ως απαραίτητο διάλειμμα κάθε φορά που αρχίζει να γίνεται επικίνδυνα εμφανές ότι το ΠΑΣΟΚ είναι το μοναδικό ιστορικά σημαίνον αστικό κόμμα της ελληνικής μεταπολίτευσης.

4. Ως κομματικό μόρφωμα, το ΠΑΣΟΚ ομοιάζει έντονα με τον καπιταλισμό με την έννοια ότι όπως αυτός, ενσωματώνει τα πάντα στο διάβα του. Εκτός ΠΑΣΟΚ, όπως και εκτός καπιταλισμού, βρίσκεται μόνο η άτεγκτα, δογματικά και ακόμη και εμμονικά κομμουνιστική ιδεολογία. Κάθε άλλη ιδεολογική πρόταση η απόχρωση είναι είτε πρώην ΠΑΣΟΚ είτε μέλλον ΠΑΣΟΚ. Για αυτό και το ΠΑΣΟΚ είναι το μόνο κόμμα στο οποίο μπορείς να ανήκεις χωρίς να το γνωρίζεις καν. Σήμερα υπάρχουν στην αριστερά πολλοί σφοδροί επικριτές του ΠΑΣΟΚ που είναι ήδη η επόμενη γενιά ιδεολόγων του ΠΑΣΟΚ, γιατί εκφράζουν θέσεις και απόψεις τις οποίες έχει ήδη εκφράσει πολύ πριν από αυτούς το ΠΑΣΟΚ στην μία ή άλλη ιστορική στιγμή της εξέλιξής του.

5. Η συνολική πολιτική ιστορία της Ελλάδας μετά το 1974 μπορεί να περιγραφεί ως αντικειμενική κίνηση προς την κυοφόρηση, γιγάντωση, διασπορά και οικουμενοποίηση του ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς, το ΠΑΣΟΚ θα υπάρχει και μετά το ΠΑΣΟΚ, όταν όλα όσα συνέβαλλαν στην διαμόρφωσή του θα έχουν εξαφανιστεί, όταν το νάιλον στο τελευταίο του προεκλογικό σημαιάκι θα έχει ξεθωριάσει, όταν ακόμα κανείς δεν θα θυμάται την ύπαρξη ενός κόμματος που λεγόταν ΠΑΣΟΚ. Θέση πέμπτη λοιπόν: ΠΑΣΟΚ υπήρξε πριν υπάρξει ΠΑΣΟΚ και θα υπάρξει μετά το ΠΑΣΟΚ· το ΠΑΣΟΚ είναι απλώς το μεσοδιάστημα ανάμεσα στο πριν το ΠΑΣΟΚ ΠΑΣΟΚ και το μετά το ΠΑΣΟΚ ΠΑΣΟΚ. 

17/6/2011-"Μάζες" και "πρωτοπορία"

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα και συνάμα διασκεδαστικότερα κλισέ των ημερών είναι αυτό που θέλει το ζήτημα της σχέσης με το κίνημα των "αγανακτισμένων" να είναι ζήτημα σύγκρουσης της "μάζας" με την πολιτική-ιδεολογική "πρωτοπορία", η οποία--υποτίθεται--προσπαθεί να την ελέγξει και να διατηρήσει την δύναμη και επιρροή της πάνω της.

Το κλισέ αυτό έχει κάτι από τον κωμικά παραδοξολογικό χαρακτήρα κάθε φενακισμένης συνείδησης: η ίδια η δυνατότητα εκφοράς μιας στάσης κόντρα στην "πρωτοπορία" και εκ μέρους της "μάζας" εξαρτάται από την αυτοανακύρηξη κάποιου σε "μάζα" σε αντίστιξη με την "πρωτοπορία", παρά το γεγονός ότι η στοχευμένα πολεμική διεκδίκηση του δικαιώματος στην ατομική άποψη και κρίση δεν αποτελεί παραδοσιακό χαρακτηριστικό της "μάζας", και παρά το γεγονός ότι ο φορέας της διεκδικεί έμπρακτα από την υποτιθέμενη "πρωτοπορία" το στάτους του ορθού "καθοδηγητή" της στάσης άλλων. Το ότι ο αντιδιανοουμενισμός της πόζας αυτής εκπορεύεται συχνά από εδραιωμένους ή φερέλπιδες διανοούμενους προσθέτει απλώς μια επιπλέον νότα ξεδιάντροπης χονδροκοπιάς στην νέα αυτή (αλλά ουσιαστικά πρόωρα γηρασμένη) μόδα.

Νομίζω όμως ότι σαφώς πιο ενδιαφέρον στοιχείο της επιτελεστικής άρνησης της "καθοδήγησης" της "μάζας" απ' την "πρωτοπορία" είναι η συνεπαγόμενη άρνηση της ίδιας της ιστορικής μετάλλαξης του διπόλου "μάζα"-"πρωτοπορία." Είναι γνωστό, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, για παράδειγμα, ότι στην περίοδο της εκρηκτικής ανόδου του χρηματιστηρίου, ο Economist, οι Financial Times, και οι ροζ σελίδες των εφημερίδων μπήκαν σε περισσότερα σπίτια και περισσότερα μυαλά από ότι ποτέ στο παρελθόν· και αντιστρόφως, ότι στην περίοδο της κρίσης, ο μέσος Έλληνας διάβασε περισσότερη οικονομική θεωρία και έμαθε περισσότερα για τα χρηματοπιστωτικά τερτίπια από όσα θα είχε διαβάσει ένας απόφοιτος οικονομολογίας στη δεκαετία του 60. Η μαζική εκπαίδευση και η κοινωνία της πληροφορίας παράγουν "μάζες" που δεν έχουν καμία σχέση με τις μάζες εκείνες για τις οποίες η πολιτική ή διανοητική πρωτοπορία που "διαφώτιζε" ή "καθοδηγούσε" ήταν απαραίτητη, ή έστω εφικτή.

Αλλά αυτές ακριβώς οι κοινωνικές διεργασίες των τελευταίων πέντε περίπου δεκαετιών σημαίνουν επίσης την μαζικοποίηση της πάλαι ποτέ θέσης της διανοητικής πρωτοπορίας: σήμερα, δεν είναι μόνο οι συχνά αξιολύπητοι δημοσιογράφοι που παίρνουν μαθήματα γνώσεων και εκτίθενται για έλλειψη παιδείας από δεκάδες πιο εξιδεικευμένους στα διάφορα θέματα αναγνώστες, αλλά οι δημοσιευμένοι συγγραφείς, οι αρχηγοί κομμάτων, οι καλλιτέχνες και οι βουλευτές που χάνουν καθημερινά την όποια αίγλη τους ως κατά κάποιο τρόπο "ανώτεροι" ή "σοφότεροι" των "μαζών" στις οποίες (νομίζουν ότι) απευθύνονται. Αν συγκρίνει κανείς τον βαθύ σεβασμό με το οποίο άκουγε το ακροατήριό του τον νομπελίστα Μπέτραντ Ράσελ με τον σαρκασμό με τον οποίο αντιμετωπίζει ο κάθε σχολιαστής τον επίσης νομπελίστα Χριστόφορο Πισσαρίδη, κατανοεί ότι έχουν αλλάξει πάρα πολλά από το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Ανάμεσα σε αυτά είναι και το γεγονός ότι η προσέγγιση στα πράγματα του καθηγητή Πισσαρίδη δεν διαφέρει επί της ουσίας από όσα καθημερινά αναπαράγουν πολύ χαμηλότερης διανοητικής ποιότητας δημοσιογραφικά του αντίγραφα: αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τις τελευταίες δεκαετίες είναι η εξάλειψη, τόσο "από τα κάτω" (μέσω εκλεκτικότερης μόρφωσης και ενημέρωσης των πολλών) όσο και "από τα πάνω" (μέσω μαζικοποίησης της σκέψης των λίγων) της διαφοράς "μαζών" και "πρωτοπορίας" ως τέτοιας. Καθόλου τυχαία, η μία μετά την άλλη οι τοτεμικές φιγούρες των πάλαι ποτέ "πρωτοπόρων" της γενιάς του 60 ή του 70 εμφανίζονται στα "δημόσια μάτια" γυμνές, ή μάλλον ντυμένες μόνο με την ποδιά του μανάβη ή με το μολυβάκι στο αυτί του συνοικιακού λογιστή.

Όχι, λοιπόν, αυτό το οποίο λαμβάνει χώρα δεν είναι κάποια προαιώνια σύγκρουση απλών ανθρώπων και μανδαρινικών ελίτ, αλλά μια πολιτική σύγκρουση που αφορά τις αναδυόμενες διαιρέσεις μέσα στην μάζα-ως-πρωτοπορία-του-εαυτού-της, και άρα ταυτόχρονα και στην πρωτοπορία-ως-ασύνειδο-κομμάτι-της-μάζας. Αν μπορούσε να υπάρξει ακόμα πρωτοπορία, θα ήταν ακριβώς --και παραδόξως-- αυτοί που έχουν επίγνωση ότι τίποτε κεφαλαιώδες δεν τους διαχωρίζει πια απ' τη "μάζα", και ότι το ίδιο το δίπολο δεν είναι τίποτε άλλο παρά απάρνηση της πραγματικότητας, όπλο στα χέρια όσων εξακολουθούν να ζηλώνουν να γίνουν αυτό το οποίο οι ίδιοι ανακηρύττουν--ωσάν να πρόκειται για νέο!--ιστορικά ξεπερασμένο και χρεοκοπημένο.

17/6/2011-Θέσεις για την κρίση

0. Ο άνθρωπος που υπερασπίζεται την αναγκαιότητα του πολιτικού στοχασμού δεν περιμένει στην ουρά που σχηματίζει μια ντυμένη στα κουρέλια αρλεκίνων ιντελιγκέντσια για να εξαργυρώσει τα όλο και πιο βραχυπρόθεσμα γραμμάτιά της. Έχει αρκετή αιδώ και αρκετή πανουργία συνάμα για να γνωρίζει πως όλες οι επιταγές που εκδίδει το ιδεολογικό ταμείο ευημερίας της είναι ουσιαστικά ακάλυπτες. Και συνεπώς γνωρίζει επίσης ότι καθήκον του παραμένει η ενίσχυση του ταμείου του μέλλοντος, το οποίο δεν εκδίδει καμία επιταγή αποζημίωσης, όντας φτωχό και εξαρτώμενο αποκλειστικά από συνδρομές.  

1. Η κρίση έχει ήδη εκδιπλωθεί αρκετά για να διαφανεί η κυρίαρχη κοινωνική συνεπαγωγή της: η δημιουργία ενός παγκόσμιου πληθυσμού-απορρίμματος, εγκατελειμμένου στην γυμνή του ζωή, στην σύγχυση, τον πανικό, την οργή και τις προλήψεις του, χωρίς καμία ανταλλακτική αξία, χωρίς καν την δυνατότητα δουλοπρεπούς επανεισαγωγής στο σύστημα, έστω με πολύ χειρότερους όρους. Η θνησιγενής φάση στην οποία εισέρχεται το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο δεν έχει άλλες δυνατότητες επανεκκίνησης γιατί τις έχει εξαντλήσει προ δεκαετιών, αναγγέλει τον θάνατο όχι του ίδιου του συστήματος αλλά  μιας σειράς πληθυσμών και κοινωνικών ομάδων που εξαρτώνται βιολογικά και ιδεολογικά από αυτό. Το ίδιο το σύστημα, ανεξέλεγκτο και χωρίς δυνατότητα εξορθολογισμού από τα μέσα, θα συνεχίσει να ζει, γιατί δεν μπορεί παρά να συνεχίσει να ζει. Αλλά μην μπορώντας επίσης να εξασφαλίσει την ζωή του χωρίς φόνο, θα ζήσει εις βάρος ακόμα και της ίδιας της δυνατότητας ανθρώπινων μαζών να πουλήσουν το σώμα τους και τη δύναμη εργασίας τους. Υπάρχουν υπερβολικά πολλοί εργάτες στον κόσμο, υπερβολικά μεγάλος "εφεδρικός στρατός ανέργων", για να χρειάζονται όλοι. 

2. Όσο γρηγορότερα γίνει αντιληπτό το γεγονός ότι όχι απλώς δεν είναι το ζητούμενο της εποχής η δημοκρατία ή η ελευθερία, αλλά ότι διακυβεύεται πια η ίδια η επιβίωση, τόσο λιγότερο θα καθυστερήσει η διαμόρφωση της αντίληψης ότι στόχος του σκέπτεσθαι ριζοσπαστικά σήμερα δεν είναι το καθάρισμα ενός παραθύρου που βλέπει έτσι και αλλιώς απευθείας σε έναν τοίχο ("θεσμική εξυγίανση" είναι το όνομα αυτού του καθαρίσματος), αλλά η θραύση πρώτα του παραθύρου που εμποδίζει την φυσική πρόσβαση στον τοίχο και μετά του ίδιου του τοίχου.

3. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ήρθε η ώρα για να τελειώνει η σκέψη με κάθε φιλοσοφικό και θεωρητικό παράδειγμα ριζοσπαστικής εμμένειας: τα παραδείγματα αυτά απορρέουν από μια πίστη στην εκ των ένδον δυνατότητα ριζοσπαστικής αλλαγής, η οποία με την σειρά της--στις πιο πρόσφατες τουλάχιστον εκδοχές της--στηρίζεται στην αντίληψη ότι "δεν υπάρχει έξω" από τον καπιταλισμό. Η διαπίστωση αυτή είναι σωστή εμπειρικά, αλλά ο εμπειρισμός της αποκτά πολύ διαφορετικό νόημα όταν οι κινούμενοι στην πραγματικότητα τοίχοι αυτού που "δεν έχει έξω" σου συνθλίβουν ένα-ένα τα οστά. Ο στόχος της ριζοσπαστικής θεωρίας δεν μπορεί είναι η προσκόλληση σε μια εμπειρία προδιαγεγραμμένης ήττας εν μέσω παραισθησιογόνου αισιοδοξίας, "ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή", για να επικαλεστούμε τον Δημήτρη Δημητριάδη.

4. Αυτό το οποίο είναι απαραίτητο σήμερα, αντίθετα, είναι ακριβώς η άτεγκτη επιμονή στο ότι "υπάρχει έξω", και ότι το καθήκον της σκέψης είναι να ανοίγει, όπως ο φυλακισμένος, με ό,τι έχει στα χέρια της, και ακόμα και με τα γυμνά της νύχια, τρύπες στο περίβλημα της φυλακής. Μόνο η πεποίθηση ότι η φυλακή έχει τέλος, μόνο με άλλα λόγια η επιστροφή στην θεμελιώδη πρόταση της πλατωνικής παραβολής του σπηλαίου, μπορεί να αναψηλαφίσει τις ρωγμές των τοίχων που μας περιβάλλουν με σκοπό διαρρηκτικό και όχι απλά διαγνωστικό (πένθιμη "αντικειμενικότητα") ή βασισμένο στην απάρνηση της ύπαρξης καν τοίχου (τραγελαφική "υποκειμενικότητα"). 

5. Η σκέψη του έξω δεν είναι σκέψη της ριζοσπαστικής εμμένειας αλλά  της διαλεκτικής υπερκέρασης. Η διαλεκτική είναι σκέψη για λογαριασμό της ίδιας της ιστορίας ως μοναδικής "χωρίς έξω" οντότητας, σκέψη για την οποία αυτό που βρίσκεται "έξω" απ' τον καπιταλισμό είναι η ίδια η ιστορία ως ανελέητη κατεδάφιση αναπόδραστων φαινομενικά πεπρωμένων, ως λυτρωτικός φόνος αυτού που καταβροχθίζει κάθε ανθρώπινο λύτρο που παγιδεύεται στον φαινομενικά ατέρμονό του λαβύρινθο. 

6. Η διαλεκτική δεν επενδύει στο "έξω" θεολογικά και αφηρημένα. Το αναζητά ανασυνθέτοντας το πεδίο της πραγματικότητας συγκρουσιακά, βλέποντας στο σταθερό και αμετακίνητο τραπέζι ένα τραπέζι που χορεύει, παρασυρμένο σε αόρατους με γυμνό μάτι στροβιλισμούς εξαιτίας των αντιφάσεων του τρόπου παραγωγής του οποίου είναι έκφανση -- για να θυμηθούμε ένα αλησμόνητο απόσπασμα του Κεφαλαίου του Μαρξ. Η διαλεκτική είναι το βλέμμα με το οποίο η κινηματογραφική κίνηση μιας φαινομενικά αναπόδραστης και μοιραίας καταστροφής αποκαλύπτεται ως απλή συρραφή ακίνητων εικόνων, η φαινομενική στατικότητα των νόμων της αγοράς αναδιατυπώνεται ως αέναη και χαοτική κίνηση, και η πολυάσχολη κινητικότητα των πολιτικών εξελίξεων προκύπτει ως ψευδαισθησιακή κάλυψη της πραγματικής ακινησίας που υπαγορεύει στην πολιτική διαδικασία η οικονομία. Η διαλεκτική είναι το μέσο με το οποίο απομαγεύεται το προφανές ή εμφανές για χάρη αυτού το οποίο το διαπερνά ή το τρυπά, αυτού το οποίο αποκαλύπτει τις χοντροκομμένες του ραφές και συναρμογές, την ad hoc του φύση, την ψευδή του αμεσότητα. 

7. Υπάρχει, ιστορικά ομιλώντας, μόνο μια καθορισμένη άρνηση του καπιταλισμού ως συστήματος, και το όνομά της είναι κομμουνισμός. Κάθε άλλη ιστορικά εκπεφρασμένη άρνηση του καπιταλισμού ήταν ενσυνείδητα μη ανταγωνιστική σε χαρακτήρα, δεν αποσκοπούσε δηλαδή στην αντικατάσταση του καπιταλισμού από κάτι εξίσου συστημικό και ολοκληρωτικό σε χαρακτήρα, αλλά στην δημιουργία εναλλακτικών θυλάκων μέσα του. Το περιθώριο για αυτού του είδους τις κατευθύνσεις σήμερα έχει εξαλειφθεί, και αυτή η εξάλειψη αποτελεί το αντικειμενικό παραπλήρωμα της υποκειμενικής, διανοητικής εξάντλησης της σκέψης της ριζοσπαστικής εμμένειας. Το κεφάλαιο δεν έχει άλλα περιθώρια ανοχής μη καθορισμένων αρνήσεών του, για έναν απλό λόγο: δεν μπορεί πια να τις μετατρέψει σε εξαρτήματα του, σε ελκυστικές διαστάσεις της δικής του λειτουργίας, όπως έκανε με την προηγούμενη μη καθορισμένη του άρνηση το 1968. Αν "ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός", δεν είναι ωστόσο εφικτός ως ενύπαρκτη πλην εμβρυακή διάσταση του κόσμου στον οποίο ζούμε, αλλά μόνο ως ενεργητική και δημιουργική καταστροφή του: αυτή είναι η βασική αλήθεια της αντίληψης της πραγματικότητας με όρους ανταγωνιστικής αντίφασης και όχι μάταιης προσπάθειας επιβίωσης μες στην κοιλιά του κήτους.

8. Αυτοί που αρνούνται ότι ο μοναδικός διαθέσιμος δρόμος σήμερα είναι η καθορισμένη άρνηση της λογικής του κεφαλαίου μέσω της διαλεκτικής σκέψης, μέσω της θεωρίας των ανταγωνιστικών--και όχι ρητορικά ή δια της βουλήσεως επιλύσιμων--αντιφάσεων, έχουν μόνο δύο δρόμους μπροστά τους. Ο ένας είναι να παραδοθούν ενσυνείδητα στις δυνάμεις της εκμετάλλευσης και της καταστολής με τα ελάχιστα και πιο εξευτελιστικά προσωπικά ανταλλάγματα που μπορούν να εξασφαλίσουν: μία θέση στο κοινοβούλιο, σε ένα έντυπο ή σε μια υπηρεσία, λίγα χρήματα παραπάνω, ένα μέτρο μεγαλύτερης ανοχής από την οικονομική εξουσία της εθνικής και παγκόσμιας ολιγαρχίας. Με άλλα λόγια, η ενσυνείδητη προδοσία. Ο άλλος δρόμος είναι να συντριβούν χωρίς οργανωμένη αντίσταση, χωρίς επίγνωση της κατάστασης, χωρίς κατανόηση καν των λόγων για τους οποίους αυτό που γινόταν λίγο-πολύ ανεκτό πέντε χρόνια πριν απαγορεύεται δια ροπάλου σήμερα. 

9. Για τους υπόλοιπους και πιθανότατα λιγότερους, αυτούς για τους οποίους γράφω και στους οποίους απευθύνομαι, η τωρινή συγκυρία είναι το ηχητικό σήμα που χτυπά για να καλέσει σε ολοήμερη και κοπιαστική εργασία, κι όχι αυτό που σηματοδοτεί το διάλειμμα ή την έλευση του τέλους. 

10. Πρώτα ως φάρσα, ύστερα ως τραγωδία: η θραύση του τείχους που χώριζε τις δύο Γερμανίες το 1989 δεν ήταν παρά η χλωμή, συγκριτικά ασήμαντη προεικόνιση του ιστορικού καθήκοντος της θραύσης του τείχους που το τείχος αυτό διέκοπτε εγκάρσια, χωρίς να το αναιρεί. Για πολλούς στην Ελλάδα και στον κόσμο, το δίλημμα δεν είναι πια ζωή στον καπιταλισμό ή ζωή εκτός καπιταλισμού· είναι εργασία, πιθανόν για δεκαετίες, προς την στήριξη της συλλογικής και ολοκληρωτικής εξόδου από το φαινομενικά αναπόδραστο, ή θανατηφόρος παράδοση στον εγκλωβισμό σ' αυτό. 

13/6/2011-Παρατηρήσεις για την χρονικότητα και την πολιτική

Διάβασα χθες τα εξής νεότερα από τις ΗΠΑ στην Ελευθεροτυπία:
Οι ΗΠΑ και ομοσπονδιακό προϋπολογισμό έχουν και νόμισμα που στηρίζεται σε κοινή πολιτική εξουσία.
Αυτά όμως από μόνα τους δεν είναι αρκετά για να αποσοβήσουν μια πιθανή χρεοκοπία, ούτε για να τιθασεύσουν την πολύ υψηλή ανεργία που άρχισε και πάλι να σηκώνει κεφάλι.
Τον Μάιο η ανεργία στις ΗΠΑ αυξήθηκε στο 9,1% από 9% που ήταν τον Απρίλιο. Παρά τις υποσχέσεις για «αλλαγή», δεν έχουν αλλάξει και πολλά από τότε που ανέλαβε πρόεδρος ο Ομπάμα, κληρονομώντας μια ανεργία 7,8% από τον προκάτοχό του Τζορτζ Μπους. Η επιδείνωση μάλιστα της οικονομικής κατάστασης θα δυσχεράνει τις πιθανότητες επανεκλογής του στις προεδρικές εκλογές του 2012.
Τον Μάιο δημιουργήθηκαν 54.000 θέσεις εργασίας, πολύ λιγότερες από τις 165.000 που ανέμεναν οι οικονομολόγοι.  [...]
Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος 14,3 τρισ. δολαρίων και αν μέχρι τις 2 Αυγούστου η κυβέρνηση και το ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικάνους Κογκρέσο δεν συμφωνήσουν για αύξηση του ανώτατου ορίου δανεισμού, υπάρχει κίνδυνος να κηρυχτεί στάση πληρωμών.
Στο παιχνίδι μπήκε μάλιστα και ο γνωστός οίκος αξιολόγησης Moody's, ο οποίος απείλησε να υποβαθμίσει την υψηλή αξιολόγηση ΑΑΑ των ΗΠΑ, αν δεν ληφθεί σύντομα απόφαση για αύξηση του ανώτατου δανεισμού.
Θυμήθηκα, αρχικά, την επιμονή με την οποία οι κωμικές περσόνες των φιλελεύθερων οικονομολόγων του buzz κράδαιναν κάποια παροδική και ελάχιστη ανάκαμψη ως αναντίρρητη απόδειξη του ότι η κρίση τέλειωσε στην μεγαλύτερη εδραιωμένη καπιταλιστική οικονομία του κόσμου. Tough luck, guys!

Θυμήθηκα όμως μετά κάτι αρκετά σοβαρότερο, δηλαδή την χρονική διάρκεια μακρών κρίσεων ύφεσης. Η λεγόμενη "μακροχρόνια ύφεση" κράτησε τυπικά από το 1873 έως το 1879, αλλά ακολουθήθηκε από την ύφεση του 1893-96. Το 1914 ακολούθησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, και μετά τη λήξη του, η οικονομία πήρε τα πάνω της, μέχρι που τα "roaring twenties" κατέρρευσαν με πάταγο το 1929. Η "μεγάλη ύφεση" απλώνεται από το 29 ως τα μέσα του 30 ή και το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου. Απ' το 1873 ως το 1945, τρεις φάσεις ύφεσης, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, και δραματικές συνέπειες για το επίπεδο ζωής του πληθυσμού σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Σκέφτηκα κατόπιν ότι μετά από ένα χρόνο εφαρμογής του μνημονίου, η ελληνική κοινωνία είναι σμπαράλια, ότι η απελπισία, ο φόβος, ο πανικός, η οργή, η σύγχυση, η κοινωνική υστερία, δείχνουν να χτυπούν ταβάνι. Φαίνεται πως τα αποτελέσματα πια είναι πολύ πιο ραγδαία, σαν μιας μορφής πολύ επιθετικού καρκίνου που σμπαραλιάζει τα όργανα σε εβδομάδες.

Τι γίνεται σε έναν ήδη ημιθανή οργανισμό όπως αυτός της Ελλάδας αν η παγκόσμια κρίση διαρκέσει άλλα ας πούμε εφτά ή οχτώ χρόνια; Ας πούμε ότι αυτό είναι ένα μετριοπαθώς απαισιόδοξο ή μετριοπαθώς αισιόδοξο σενάριο, όπως προτιμά ο καθένας να το πει. Πού θα βρίσκεται ο κοινωνικός ιστός, η βία, το πολιτειακό καθεστώς, οι νόμοι, το 2019 όταν οι αλλαγές που ήρθαν σε περίπου 18 μήνες φαίνονται αυτή τη στιγμή αδιανόητα κατακλυσμικές;

Και απ' την άλλη, μιλάμε καν για ύφεση με 7-8 χρόνια ακόμα ζωής; Θυμήθηκα ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο κείμενο που ανέβασα εδώ για την κρίση, την μετάφραση του "Για το στάσιμο κράτος" του Gopal Balakrishnan, που άρχισα να ανεβάζω εδώ στις 18 του Οκτώβρη του 2009. Να σταχυολογήσω ορισμένα αποσπάσματα που αφορούν τη διάγνωση του με τι έχουμε να κάνουμε -- διάγνωση που θεώρησα από την πρώτη στιγμή σαφώς πιο αξιόπιστη από οτιδήποτε είχα διαβάσει στον ελληνικό και διεθνή αστικό τύπο:
[...]
Η καθοριστική, επεκτατική ορμή του καπιταλισμού (M-C-M) [5] εξαρτάται από ένα αχανές σύνολο επικουρικών και εν μέρει αυτόνομων υποδομών και δυναμικών. Υπ’ αυτή την άποψη, η σύγχρονη δυσμενής κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο καπιταλιστικός πολιτισμός δεν είναι απλώς ζήτημα της συσσωρευτικής δομής της οικονομικής αποτελμάτωσης. Θα ισχυριστώ ότι η αναδυόμενη τάση προς την κοσμική επιβράδυνση έχει επιδεινωθεί —“επικαθοριστεί”— από αυξανόμενα προβλήματα δημογραφικής ανισομέρειας, οικολογικής επιδείνωσης, πολιτικο-ιδεολογικής απονομιμοποίησης και γεωπολιτικής δυσπροσαρμοστικότητας.
[...]
Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ως μια παρατεταμένη, αποτυχημένη προσπάθεια να υπερκεραστεί η παγκόσμια οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970. Ο Robert Brenner ισχυρίζεται ότι η βασική πηγή της σημερινής κρίσης είναι η μειωμένη ζωτικότητα των αναπτυγμένων οικονομιών για ολόκληρη την περίοδο που ακολουθεί. Η σταδιακή αυτή επιβράδυνση είναι το αποτέλεσμα μακροπρόθεσμης κάμψης του ποσοστού απόδοσης για τις επενδύσεις κεφαλαίου.
[...]
Αν και πολλοί έχουν εκφέρει την αντίρρηση ότι η εικόνα αυτή της οικονομικής απόδοσης του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου είναι υπερβολικά αρνητική, η οικουμενική αύξηση του χρέους θα έπρεπε να εκληφθεί ως απόδειξη, εκ πρώτης όψεως, του ότι υπήρξε πράγματι επιβράδυνση. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το γιατί συνέβει.
[...]
Οι κατασκευαστικοί τομείς των κυρίαρχων εξαγωγικών οικονομιών του κόσμου –της Κίνας, της Ιαπωνίας και της Γερμανίας—εξαρτιόταν από την συσσώρευση του χρέους και των σπεκουλαδόρικων επενδύσεων όσο και ο επενδυτικός και κτηματικός τομέας των χρεωμένων χωρών. Ο λόγος είναι ότι καθώς βυθίστηκε το εισόδημα από επενδύσεις σε εργοστάσια και εξοπλισμό, το επίπεδο της συνολικής ζήτησης εξαρτιόταν ολοένα και περισσότερο από την μετατροπή των αποταμιεύσεων σε ανατοκιζόμενο χρέος, το οποίο, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να αυξηθεί πέρα από κάθε συνάρτηση με την εισροή εισόδων που στο τέλος το στηρίζουν. Το χρέος είναι η ρίζα των μυριάδων μορφών των τελικά αβάσιμων αιτημάτων για πλούτο.
[...]
Φυσικά, η νεοφιλελεύθερη εποχή έχει ξαναγίνει μάρτυρας γιγαντιαίων εξαγορών χρεών: από την αρχή της δεκαετίας του 80, τέτοιου είδους εκκαθαριστικές επιχειρήσεις λειτούργησαν ως ουσιωδώς βασικές συνθήκες επανέναρξης της δυναμικής του μπουμ και της φούσκας. Αλλά σε αντίθεση με προηγούμενα τοπικά επεισόδια νεοφιλελεύθερης κατάρρευσης, αυτό εδώ λαμβάνει χώρα σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, και καμμία εξαγορά χρεών δεν μπορεί ρεαλιστικά να συγκρατήσει την παγκόσμια οικονομία από την είσοδο σε μια νέα εποχή παγκόσμιας ύφεσης ή σε μια παρατεταμένη περίοδο σταθεροποίησης αργών ρυθμών ανάπτυξης, ή ίσως και σε ένα νέο συνδυασμό των δύο.
[...]
Η σύγχρονη κρίση αποκαλύπτει μια σειρά ανοίκειων χαρακτηριστικών τα οποία πηγάζουν από την ανικανότητα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών να αντέξουν το κόστος μιας νέας κοινωνικο-τεχνικής υποδομής, και να υπερκεράσουν το υπάρχον πλέγμα σταθερού κεφαλαίου. Το τελευταίο παγιώνει αυτή τη στιγμή ένα εξηντάχρονο σύμπλεγμα από παραγωγικές δυνάμεις στον πυρήνα της παγκόσμιας οικονομίας. Το δομικό αδιέξοδο το οποίο έχει δημιουργήσει δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητό, και αυτό οδηγεί σε δυσκολίες σε ό,τι αφορά την ιστορικοποίηση των τελευταίων 25 ετών του καπιταλισμού.
[...]
Για να κατανοήσουμε την μετέπειτα τροχιά της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτό το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός, αυτό που ο Ernest Mandel αποκάλεσε την τρίτη τεχνολογική επανάσταση, δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ακόμα και ο πιο ταπεινόφρονα αντιληπτός “μετα-φορντισμός” απέτυχε να εξαπολύσει μια παραγωγική επανάσταση η οποία να μειώνει το κόστος και να απελευθερώνει εισόδημα για πολυεπίπεδη κεφαλαιοκρατική επέκταση.
Αντί για κάτι τέτοιο, η τελευταία φάση του καπιταλισμού πήρε την ψευδομορφή της ανάπτυξης κυρίως μέσα από τον καταναλωτισμό των πιστωτικών καρτών και των περιουσιακών στοιχείων-φούσκα.
[...]
Η διαδικασία αυτής της μετακίνησης της τεχνολογικά λιγότερο αναπτυγμένης βιομηχανικής παραγωγής σε χαμηλόμισθες περιοχές ξεδιπλώθηκε διαφορετικά από ό,τι έγινε στις κλασικές επεκτατικές φάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Αν και η Κίνα αναπτύχθηκε ραγδαία σε αυτές τις κατευθύνσεις, η παγκόσμια οικονομία ως σύνολο αναπτύχθηκε με υπερβολική βραδύτητα και υπερβολικά δυσανάλογα για να είναι βιώσιμη έστω και αυτή η μετακίνηση. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, και γενικότερα η δύση, θα αποδεχτούν τελικά έναν διευρυμένο ρόλο για την Κίνα σε κάποιο αναδυόμενο καθεστώς ασταθούς διαχείρισης κρίσεων, δεν πρόκειται για την έναρξη μιας νέας, "κινεζοκεντρικής" φάσης συσσώρευσης.
[...]
Ο κατασκευαστικός τομέας χαμηλής τεχνολογίας έχει πιθανότητες να κρατήσει την ανάπτυξη της Κίνας σε εντυπωσιακά επίπεδα, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας νέας παγκόσμιας φάσης συσσώρευσης.
[...]
Αν ο κόσμος κινούνταν πράγματι προς μια νέα φάση σφριγηλής καπιταλιστικής συσσώρευσης, η Κίνα θα ήταν ένα από τα βασικά της επίκεντρα. Υπάρχουν όμως λόγοι για να πιστέψουμε ότι καθώς η κάμψη εντείνεται ταυτόχρονα στην Ιαπωνία, τις ΗΠΑ, και σε μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης, η Κίνα θα μπορέσει όχι μόνο να αποφύγει να βυθιστεί μαζί τους, αλλά και να αναπτυχθεί αρκετά γρήγορα ώστε να ανοιχθούν ευκαιρίες για την ανάρρωσή τους μέσω εξαγωγών σ' αυτή; Ακόμα και με τους μεγαλύτερους υπολογισμούς του μεγέθους της, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ο όλο και περισσότερο βασισμένος στις εξαγωγές ρυθμός ανάπτυξής της δεν θα πέσει απότομα, η οικονομία της Κίνας παραείναι μικρή για να αντέξει το βάρος. Η δύση θα συνεχίσει να παρακμάζει χωρίς να δώσει το έναυσμα για την ανάδυση της άπω ανατολής—και πολύ λιγότερο, της Βραζιλίας, της Ρωσίας ή της Ινδίας.
[...]
Αυτό που προκύπτει είναι ότι κάποια εξωτερικά κοινωνικά έξοδα αυξάνονται μακροπρόθεσμα και δεν μπορούν να αντισταθμιστούν με αυξήσεις παραγωγικότητας σε άλλα κομμάτια της οικονομίας. Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός θα έπαιρνε νέο δάνειο ζωής αν έβρισκε τρόπο να χαμηλώσει σημαντικά το κόστος της υγείας, της παιδείας και της φροντίδας για τους ηλικιωμένους χωρίς να μειώσει δραστικά το επίπεδο και την ποιότητα των παροχών. Αλλά οι επαναστάσεις στην παραγωγικότητα οι οποίες μείωσαν τον αγροτικό πληθυσμό σε μονοψήφια ποσοστά, και οι οποίες κάνουν το ίδιο τώρα με την βιομηχανική εργατική δύναμη —με το αντιστάθμισμα βέβαια της μεταφοράς της παραγωγής σε φτηνότερες ζώνες εργασίας— δεν είναι πιθανό να επαναληφθούν για μεγάλα τμήματα αυτού που ονομάζεται οικονομία των υπηρεσιών.
[...]
έως το 2050, 22% του παγκόσμιου πληθυσμού θα είναι πάνω από 60 χρονών. Για την Ασία, το ποσοστό θα είναι 24%. Ο πυρήνας της μετά το 1970 κρίσης της συγκυρίας είναι ένα ανεπίλυτο πρόβλημα υπερπαραγωγικότητας και πτωτικών αποδόσεων, το οποίο οδηγεί σε επιβράδυνση της ανάπτυξης, που με τη σειρά της θεραπεύεται και ταυτόχρονα επιδεινώνεται από την αντισταθμιστική συσσώρευση χρέους. Η εγγενώς αργή ανάπτυξη της παραγωγικότητας του τομέα υπηρεσιών επιδεινώνει περισσότερο το πρόβλημα της ζήτησης, ενισχύοντας άλλες τάσεις σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η κρίση της συγκυρίας του νεοφιλελευθερισμού έχει διαπλακεί με την εποχική-δομική κρίση της μετάβασης σε μια αναπτυξιακά αργή μεταβιομηχανική οικονομία του τομέα υπηρεσιών –στην γηρασμένη, γκρίζα κοινωνία την οποία ανέλυσε ο Robin Blackburn.
Αυτά είναι τα κυριότερα διαγνωστικά κομμάτια του κειμένου. Κατόπιν, ο Balakrishnan αναλογιζόταν τις διαθέσιμες "λύσεις" που έχει το σύστημα για την κοινωνικά καταστροφική δυσλειτουργία του:
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η απο-νομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού θα μας επέστρεφε σε έναν προγενέστερο κεϋνσανισμό, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι πιθανό. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν απλά μια αναχώρηση “ανάστροφης πορείας” από τα τριάντα χρόνια κεντρικά διαχειριζόμενου μεταπολεμικού καπιταλισμού, αλλά και μια συνέχισή του με άλλα μέσα. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που ίσως φτάνει στο τέλος του είναι ολόκληρη η μετά το 1945 περίοδος του καπιταλισμού, κατά την οποία οι κυβερνήσεις ισχυρίστηκαν ότι διαθέτουν την ικανότητα να εξομαλύνουν τους κύκλους της αγοράς και τις περιόδους κάμψης μέσα από τη δημιουργία ζήτησης. Αν τα τελευταία τράντα χρόνια νεοφιλελευθερισμού υπήρξαν μάρτυρες μιας γιγαντιαίας κατά μέσο όρο εξάπλωσης του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους που λειτούργησε ως αντιστάθμισμα της επίμονα αργής ανάπτυξης στην πραγματική οικονομία, είναι ικανές οι κυβερνήσεις να τονώσουν ρεαλιστικά τις οικονομίες τώρα, αναλαμβάνοντας περισσότερα χρέη μέσω δημόσιων εξόδων; Ο κεϋνσανισμός της δεκαετίας του 30 ήταν θεραπεία για οικονομίες που είχαν ήδη φτάσει στον πάτο, όχι μέσο που απέτρεπε χρεωμένες οικονομίες απ’ την περικοπή των χρεών τους.
Ο Κεϋνσιανισμός δεν έχει πολλές πιθανότητες να μας σώσει λοιπόν. Η στροφή στην πράσινη οικονομία μήπως;
Η ελπίδα ότι η παρούσα κρίση θα μπορούσε να διευκολύνει μια μετάβαση προς τον πράσινο καπιταλισμό είναι πιθανόν το ίδιο αβάσιμη. Ενώ η ίδια η στασιμότητα μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά την συνεχιζόμενη, ξέφρενη επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος, η μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας και στην πράσινη τεχνολογία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υποβαθμιστεί από την μείωση στις τιμές των καυσίμων που θα προκληθεί από μια παρατεταμένη κάμψη της αγοράς. Φυσικά, οι δημόσιες δεσμεύσεις των ισχυρών κρατών μπορούν να μετατοπιστούν στην κατεύθυνση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας ή της πράσινης τεχνολογίας ώστε να ξεπεραστούν τέτοια αντι-κίνητρα, εφόσον αναδυθεί μια πολιτική έλλογα προσανατολισμένη προς το μακροπρόθεσμο. Όμως προς το παρόν φαίνεται απίθανο μια τέτοια πολιτική να μπορεί επίσης να τιθασευθεί από το στενά εννοούμενο εγχείρημα της αναστήλωσης του καπιταλισμού. Η κλίμακα λαϊκής υποστήριξης για επαρκώς διορθωτικά μέτρα θα ξεπερνούσε αυτά τα όρια και έτσι θα τύγχανε πολύ σθεναρής αντίστασης, εκτός αν η ραγδαία επιδείνωση εξέθετε πληθυσμούς με κοινωνική σημασία σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης.
Ούτε. Οπότε;
Με δεδομένη την έλλειψη θάρρους τους, οι τωρινές προσπάθειες να στηριχτεί ένα παραπαίον κατεστημένο με τεράστια πακέτα τόνωσης είναι πιθανόν να έχουν τη μοίρα των προσπαθειών των κυβερνήσεων της πρώιμης φάσης της μεγάλης ύφεσης να κάνουν το ίδιο πράγμα μέσα από μέτρα αυστηρότητας. Η “λύση” στο συγκυριακό πρόβλημα της οικονομικής κατάρρευσης μπορεί να είναι η παρατεταμένη και δυσβάσταχτη απουσία δράσης σε συνδυασμό με μια εποχική μετατόπιση προς το στάσιμο κράτος. Η πρώτη διαδικασία ίσως να έχει ήδη αρχίσει· η δεύτερη μπορεί να είναι το εγχείρημα μιας ολόκληρης γενιάς.
Και τι σημαίνει αυτό πολιτικά για το άμεσο μέλλον; Πώς μπορεί να αντισταθεί κανείς, και υπάρχουν κίνδυνοι που πρέπει να λάβουμε υπόψη; Μπορεί να μας βοηθήσει η υπάρχουσα αριστερά;
Η διάβρωση των παλαιότερων παραδόσεων συλλογικής αντίδρασης καθιστά τις προβλέψεις ριψοκίνδυνες. Η αρχικά τοπικού χαρακτήρα αντίθεση με αυτές τις διαδικασίες θα είναι “ταξική” με πολύ διαφορετικές μορφές, επηρεάζοντας την μορφή των κοινωνικών δομών οι οποίες θα αναδυθούν από την σύγχρονη οπισθοχώρηση του καπιταλισμού. Τα αποτελέσματα αυτών των αγώνων θα εξαρτηθούν πιθανόν από τον βαθμό στον οποίο η κρατική εξουσία μπορεί να ενισχύσει στοιχειωδώς την ιδιοκτησία και τα προνόμια όπως θα έκανε και σε μια παλιότερη εποχή ταξικών συγκρούσεων.
[...]
Με κάποιες αξιόλογες εξαιρέσεις, δεν υπάρχουν σήμερα ευρείας κλίμακας αριστερά κόματα και κινήματα τα οποία να θέτουν σε εφαρμογή ή και να απαιτούν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, παρά τα πλούσια αποθέματά τους σε αδράνεια και παθητικότητα, οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες μάλλον αδυνατούν να αντέξουν την ένταση της σκληραγώγησης την οποία θα τους επιβάλλει μια πραγματική ύφεση με τον τρόπο που οι ίδιες κοινωνίες ανταπεξήλθαν στη δεκαετία του 30, και με τον τρόπο με τον οποίο οι φτωχότερες κοινωνίες κάνουν ακόμα στις μέρες μας.
Τζίφος. Πάμε προς τον φασισμό λοιπόν; Κατά κάποιο τρόπο, όχι ακριβώς όμως όπως τον έζησαν οι παλιότεροι:
Η σύγκριση με την δεκαετία του 30 εγείρει αναπόφευκτα το ερώτημα του αν είναι εφικτό για την αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες να κινηθούν στην κατεύθυνση μιας πολιτικής ανάλογης του φασισμού. Είναι μικρή η πιθανότητα να απειληθεί ο εκλογισμός που σάρωσε τον πλανήτη μετά το 1989 από μια τέτοια κατεύθυνση, αν και δίχως αμφιβολία, οι διάφορες ασθενείς καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης θα αφθονήσουν.Είναι απίθανο να επιβληθούν παλιότερες, δεξιόστροφες μορφές αυθεντίας και πειθαρχίας σε ένα δήμο αποτελούμενο από εργαζόμενους στον κλάδο των υπηρεσιών και από καταναλωτές, με ανοσία σε περισσότερο έμμεσες μορφές εξουσίας, αλλά και αλλεργικό ως προς την παραδοσιακή εξουσία.
Τότε; Ένας ακόμα παγκόσμιος πόλεμος μήπως;
Οι κλασικές ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, οι οποίες διευκόλυναν δια της βίας την ανανέωση του συστήματος στη βάση νέων συνόρων επέκτασης, δεν είναι πλέον συμβατές με την συντήρηση του συστήματος. Κινούμενη στην αντίθετη κατεύθυνση, η κλίμακα της οικονομικής κρίσης την οποία θα αντιμετωπίσουν όλα τα κράτη μπορεί να τα εξαναγκάσει τελικά να περικόψουν τις αμυντικές δαπάνες, ίσως και σε ευρεία κλίμακα.
Οπότε, τι;
Εισερχόμαστε σε μια περίοδο αγώνων με ασαφή αποτελέσματα, μεταξύ ενός εξασθενημένου καπιταλισμού και διασκορπισμένων κέντρων αντίστασης, μέσα σε απονομιμοποιημένες και χρεωκοπημένες πολιτικές τάξεις πραγμάτων. Το τέλος της ιστορίας μπορεί να σκεφτούμε ότι αρχίζει εκεί όπου κανένα εγχείρημα παγκόσμιας εμβέλειας δεν έχει αφεθεί όρθιο, και ένα νέο είδος “απουσίας του κόσμου” και απώλειας πορείας αρχίζει. 
Αυτό, λέει ο Balakrishnan το φθινόπωρο του 2009, είναι το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε. Η απουσία του κόσμου και η απώλεια πορείας. Η έκλειψη κάθε μέλλοντος. Προφανώς, είναι μια ανάλυση που ασπάζομαι και για την οποία δεν έχω ως τώρα δει --ούτε οικονομικά, ούτε πολιτικά, ούτε πολιτισμικά-- ούτε μια πειστική αντένδειξη. Η χρονικότητα λοιπόν πάνω στην οποία προσπαθώ να σκεφτώ διαφέρει πολύ από αυτή της εγχώριας αριστεράς, της οποίας ο χρονικός ορίζοντας εξαντλείται σε ένα ηρωϊκό γιούργια ενάντια σε ανεμόμυλους (λέγε με κοινοβούλιο, βουλευτές, κυβέρνηση, και ναι, ακόμα και μνημόνιο, μιας και όσο αφόρητα επώδυνο και αν είναι δεν είναι τίποτε παρά μια σταγόνα σε έναν τεράστιο μαύρο ωκεανό).

Σκέφτηκα ότι για να παίζω με πολύ ανοιχτά χαρτιά, θα έπρεπε να εξηγηθώ ακόμα σαφέστερα και σφαιρικότερα για το γιατί μιλώ για την ανάγκη αμυντικής αριστερής πολιτικής και γιατί δεν πιστεύω ότι τούτη είναι η συγκυρία της "εφόδου στον ουρανό" -- εκτός και αν μιλάμε για κάποια νοητική εμπειρία με τη βοήθεια παραισθησιογόνων. Για μένα αντίθετα, αν υπάρχει κάτι κατεπείγον στους νέους προλετάριους, αυτό είναι η καλλιέργεια μιας κινέζικης υπομονής, της υπομονής ανθρώπων που πρέπει να αρχίσουν να θεωρούν λίγο-πολύ δεδομένο ότι είναι αρκετά πιθανόν να μην ξαναδούν ποτέ άσπρη μέρα, και που πρέπει να αρχίσουν να ξανασκέφτονται τα πάντα από το εφαλτήριο της απόλυτης έλλειψης ελπίδας για το μέλλον. Με ενδιαφέρει με άλλα λόγια η ανάπτυξη ενός στωϊκισμού ικανού να συντηρήσει τον φορέα του ψυχικά και πνευματικά ζωντανό, ώστε όταν και αν παραστεί ποτέ η ευκαιρία, να μπορέσει να τον οδηγήσει πολύ γρήγορα στην απόλυτη και ανελέητη συλλογική αποφασιστικότητα. Με ενδιαφέρει ο κομμουνισμός όχι της δευτέρας παρουσίας, αλλά της μέρας μετά την τελεσίδικη ανακοίνωση ότι δεν υπάρχει δευτέρα παρουσία, ότι όλα τα σενάρια σωτηρίας ήταν ένα ψέμμα -- της μέρας που και ο τελευταίος άνθρωπος στη Δύση θα έχει πάψει να ελπίζει σε οτιδήποτε. Δεν είναι ακριβώς ελκυστικό το πακέτο, το ξέρω.

Wednesday, September 28, 2011

10/6/2011-Γιατί δεν υποστηρίζω το κίνημα των "αγανακτισμένων"

Αν και ο τίτλος του κειμένου αυτού πιθανό να δηλώνει σε αρκετούς καβαλημένο καλάμι (αρκετά δικαιολογημένα), ωστόσο θα πρέπει να διευκρινήσω ότι στόχος του είναι να δηλώσει ευθέως μια πολιτική τοποθέτηση με τρόπο ο οποίος να διαλύει τα όποια περιθώρια ασάφειας και αμφιβολίας, μιας και στις τελευταίες δύο περίπου εβδομάδες είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πολλές φορές μια έντονη απογοήτευση ή και θυμό με την άρνησή μου να υπερθεματίσω τις εν λόγω κινητοποιήσεις. Κατανοώ σε ένα σημαντικό βαθμό αυτή την απογοήτευση, εφόσον οι θέσεις του Radical Desire διαχρονικά οδήγησαν αρκετούς --ένθεν κακείθεν-- στο συμπέρασμα ότι το ιστολόγιο ταυτίζεται άμεσα και αυτόματα με κάθε κινητοποίηση η οποία φαίνεται να συγκινεί ή να ενθουσιάζει την ευρύτερη αριστερά -- ανεξαρτήτως του πόσο "αριστερά" τυχαίνει να βρίσκεται η δεύτερη σε σχέση με τις υπόλοιπες πολιτικές τάσεις και δυνάμεις.

Δεν είναι όμως έτσι. Το ιστολόγιο στήριξε και υπερασπίστηκε συγκεκριμένες κινητοποιήσεις και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες με βάση μια σειρά από κριτήρια. Σε προηγούμενες περιστάσεις δεν δημιουργήθηκε η ανάγκη να διατυπωθούν ρητά τα κριτήρια αυτά. Η τωρινή όμως περίσταση κάνει τη διαύγαση των κριτηρίων που εμπλέκονται καθήκον επιτακτικό. Και έτσι, χάριν διαφάνειας στις σχέσεις μου με τους αναγνώστες του ιστολογίου, κρίνω απαραίτητο να τοποθετηθώ με τρόπο σαφή, ανεξάρτητα από το όποιο κόστος της τοποθέτησής μου σε δημοφιλία, "εναλλακτικό" κύρος ή αίγλη, ή αναγνωσιμότητα.

Γιατί λοιπόν δεν στηρίζω το κίνημα των αγανακτισμένων, παρά την ευρεία του αποδοχή στους κόλπους της ελληνικής αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής;

1. Από όλες τις έως τώρα ενδείξεις, έχω καταλήξει ότι το κίνημα είναι κυρίαρχα και εμφαντικά μικροαστικού χαρακτήρα. Χρειάζεται εδώ άμεσα μια διευκρίνηση: με αυτό δεν εννοώ ότι η αντικειμενική ταξική θέση της πλειοψηφίας των εμπλεκομένων είναι μικροαστική. Πιθανόν αυτή να είναι η αντικειμενική ταξική θέση της πλειοψηφίας των ελλήνων πολιτών. Εννοώ ότι η ταξική συνείδηση, ο κυρίαρχος ιδεολογικός προσανατολισμός του κινήματος είναι μικροαστικός. Και αυτό επειδή κατά τη δική μου αντίληψη και κρίση το κίνημα των "αγανακτισμένων" δεν περιέχει ως τα τώρα καμία ξεκάθαρη και ρητή πρόθεση για ρήξη με τις σχέσεις παραγωγής που ονομάζουμε καπιταλιστικές, αλλά αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση έκφραση μιας επιθυμίας για την εξυγίανση υπάρχοντων πολιτικών και οικονομικών θεσμών μέσα στα πλαίσια του εγχώριου και διεθνούς συστήματος καπιταλισμού και αστικής δημοκρατίας. Δομικά, αυτό σημαίνει ένα πράγμα, παρά τις ρητές δηλώσεις του κινήματος περί αυτενέργειας και αυτοδιάθεσης: την αναμονή ενός σωτήρα ή προστάτη που θα διορθώσει τα πράγματα, που θα εξευμενίσει τις θηριώδεις διαθέσεις του διεθνούς κεφαλαίου χωρίς να καταργήσει τον ίδιο τον καπιταλισμό -- η συνταγή του εγχώριου μικροαστικού φλερτ με τον βοναπαρτισμό, όπως αυτός αναλύθηκε εμβληματικά στην 18η Μπρυμαίρ του Καρλ Μαρξ.

2. Μια δεύτερη όμως διευκρίνηση είναι επίσης αναγκαία: δικαιολογείται, από μαρξιστική σκοπιά (και αυτή, πρέπει να επαναλάβω, είναι η δική μου σκοπιά), η απόρριψη ενός κινήματος στην βάση του ότι η κυρίαρχη ιδεολογική του κατεύθυνση είναι μικροαστική; Η απάντηση είναι όχι. Για να είσαι σε θέση να απορρίψεις, ως μαρξιστής πάντοτε, ένα τέτοιο κίνημα, πρέπει να ισχύουν επιπρόσθετες προϋποθέσεις. Ποιες είναι αυτές εν προκειμένω;

3. Η αντικειμενική μορφή της συγκυρίας, η οποία θα μπορούσε να περιγραφεί ως συγκυρία παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης χωρίς την ύπαρξη εδραιωμένης πολιτικο-οικονομικής εναλλακτικής με γεωπολιτικό αποτύπωμα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, τα φύσει ρεφορμιστικά αιτήματα της εγχώριας μικροαστικής ιδεολογίας δεν μπορούν να εκπληρωθούν· για να μιλήσουμε απλά και χοντροκομμένα, κανένα "αίτημα" της πλατείας δεν μπορεί να αυξήσει την παραγωγή, να μειώσει το έλειμμα, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να ανακόψει την ξέφρενη πορεία του χρέους, να αυξήσει τους μισθούς κλπ, εφόσον, ως ελάχιστη προϋπόθεση, δεν είναι επίσης αίτημα για την μετωπική ρήξη με την γεννεσιουργό αιτία της κρίσης, το σύνολο του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Τούτο βέβαια είναι πράγμα εξαιρετικά δύσκολο για μια χώρα όπως η Ελλάδα, μικρή, οικονομικά αδύναμη, και με παράδοση υποτέλειας και εξάρτησης (η οποία όμως όλως περιέργως γίνεται πλατιά αντιληπτή και καταγγέλεται μόνο όταν δεν υπάρχει πια η ευμάρεια που την νομιμοποιούσε προηγουμένως). Το ότι το κίνημα δεν αποπειράται να οργανώσει σε αυτή τη φάση μια τέτοια ρήξη είναι συνεπώς απολύτως κατανοητό· αυτό που δεν είναι ούτε κατανοητό ούτε αποδεκτό είναι ο εμμονικός μαξιμαλισμός του σε επίπεδο ρητορικής, ο οποίος επιμένει να δημιουργεί μια εικονική εντελώς κατάσταση βασισμένη σε twitter blurbs και τσιτάτα μισομασημένης μεταμαρξικής θεωρίας και να την θέτει κατόπιν ως αυταπόδεικτη και αντικειμενική πραγματικότητα.

4. Τι συμβαίνει όταν το πραγματικό ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο ρεφορμιστικών αιτημάτων --του οποίου η συνοπτική μορφή δεν είναι παρά αυτή του "καπιταλισμού με ανθρώπινο και δημοκρατικό πρόσωπο"-- δεν μπορεί να εκπληρωθεί με όρους συστήματος; Υπάρχουν δύο δυνατότητες: η πρώτη είναι η ριζοσπαστικοποίηση, η υπερκέραση δηλαδή του ρεφορμιστικού αιτήματος από ένα επαναστατικό. Σε αυτή την περίπτωση, ναι, δικαιολογείτα και ακόμα και επιτάσσεται η --παροδική, βέβαια-- συστράτευση του εργατικού κινήματος με το μικροαστικό και της μαρξιστικής θεωρίας με κάποιες από τις συγκυριακά επαναστατικές προτεραιότητες της αστικής. Τέτοιο σημάδι όμως δεν υπάρχει πουθενά στις ως τώρα κινητοποιήσεις. Αυτό που υπάρχει, αντίθετα, είναι μια φετιχοποίηση της θεσμικής μορφής της αμεσοδημοκρατίας, η οποία συνυπάρχει με μια ρητή και κάθετη εχθρότητα προς τις οργανωμένες και ρητά εκπεφρασμένες πολιτικές ιδεολογίες. 

5. Η εχθρότητα αυτή έχει δύο συνεπαγωγές: πρώτον, κρατά την πολιτική διαδικασία μέσα σε αυστηρά περιχαρακωμένα φορμαλιστικά όρια, χωρίς να της επιτρέπει την δυναμική όσμωση με υπάρχοντες πολιτικούς (κόμματα) και κοινωνικούς (συνδικάτα, πρωτοβάθμια σωματεία) φορείς. Δεύτερον, δημιουργώντας εξαναγκαστικά ένα πολιτικό κενό, προσφέρει νομοτελειακά (το πολιτικό κενό πληρούται) άπλετο χώρο για την ανάπτυξη άλλων πολιτικών φορέων, πριμοδοτώντας αναπόφευκτα τους φορείς εκείνους που είτε λειτουργούν υπογείως και άρα αδιαφανώς, είτε αυτούς που δηλώνουν ρητά και σε όλους τους τόνους ότι δεν είναι πολιτικοί φορείς, αλλά υπερπολιτικοί, συναινετικοί, υπερκομματικοί, απλά "εθνικοί" και "λαϊκοί". Η δράση των μεν είναι εξόχως αντιδημοκρατική (και βέβαια και αντι-ριζοσπαστική), διότι παραβιάζει την διαφανή και ρητή ιδεολογική συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία και δίνει πολύ μεγάλα περιθώρια στην χειραγώγηση της, καθώς και στην ιδεολογική απροσδιοριστία και καιροσκοπία. Η πριμοδότηση των δε είναι εξόχως επικίνδυνη, διότι καταλήγει αναγκαστικά και νομοτελειακά στην ενίσχυση μιας σειράς εθνικιστικο-σωβινιστικών υβριδίων, τα οποία βρίσκουν ένα άνετο ιδεολογικό "σπίτι" στην ιδέα ότι βρίσκονται πάνω από αλληλοσυγκρουόμενα ταξικά συμφέροντα και ανταγωνισμούς, αντικατοπτρίζοντας το αδιαφοροποίητο και ομόψυχο "έθνος." 

6. Με δεδομένο το στοιχείο που ανέπτυξα κάτω από το σημείο #3, δηλαδή ότι το κυρίαρχο αίτημα είναι ρεφορμιστικό αλλά ταυτόχρονα συστημικά ανέφικτο, και με δεδομένη την εχθρότητα προς την αποδοχή πολιτικών προταγμάτων που προϋποθέτουν την ταξική και κοινωνική διαίρεση όπως αυτή εκτίθεται στο σημείο #5, η απάντηση στο ζήτημα που θέτει το σημείο #4, δηλαδή το αν η μη εκπληρωσιμότητα των αιτημάτων συνεπάγεται ή όχι ριζοσπαστικοποίηση των μαζών,  η απάντηση μπορεί να είναι μόνο αρνητική. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί όχι απλώς θεωρητικά αλλά και εμπειρικά: εάν υπήρχε τέτοια δυνατότητα δεν θα εκδιωκόταν ή προπηλακιζόταν επιδεικτικά μια σειρά από κομμουνιστικές παρατάξεις και οργανώσεις που φέρουν τα εμβλήματά τους· δεν θα υπήρχε τόση κατάφωρη εχθρικότητα απέναντι στο ευρύτερο εργατικό κίνημα και τον οργανωμένο συνδικαλισμό· δεν θα υπήρχε αυτοπεριχαράκωση της συνέλευσης ως κόρης οφθαλμού που κινδυνεύει να "μολυνθεί" από την εμπλοκή με παράλληλες εργατικές πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις· δεν θα υπερψηφιζόταν η άρνηση στο μοίρασμα κομματικών και παραταξιακών φυλλαδίων που επικυρώθηκε από την Γενική Συνέλευση χθες. 

7. Η φοβικότητα απέναντι στο κομματικό "καπέλωμα", με όλες τις "τρύπες" και "διόδους" δράσης που αυτή αφήνει σε κάποιους αλλά όχι σε άλλους, δεν είναι σημάδι αυτοπεποίθησης του κινήματος, δεν σηματοδοτεί την γνήσια αυτονόμησή του από προηγηθείσες κατατμήσεις της κοινωνίας· είναι αντίθετα σύμπτωμα γενικευμένης ανασφάλειας, η οποία είναι η φυσική συνέπεια της απουσίας οποιουδήποτε πραγματικού ενοποιητικού προτάγματος που θα μπορούσε να συσπειρώσει και να κινητοποιήσει άμεσα τις ετερογενείς μικροαστικές μάζες προς έναν πολιτικό στόχο. 

8. Με τα δεδομένα αυτά, η μόνη μορφή "ικανοποίησης" του κινήματος των "αγανακτισμένων" που είναι εφικτή αντικειμενικά (από την συγκυρία) και υποκειμενικά (με δεδομένη την εκπεφρασμένη ιδεολογική του εχθρότητα προς το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική ιδεολογία) είναι φαντασιακή σε χαρακτήρα:  σήμερα, το φαντασιακό αυτό έχει τη μορφή της οικουμενικοποίησης ενός αντιμνημονιακού ιδεολογικού πυρήνα (έξω το ΔΝΤ, κάτω το μνημόνιο, κάτω η τρόϊκα, κάτω η ΕΕ) σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, από τον ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη ΣΠΙΘΑ, απ' τον ΣΥΡΙΖΑ στο Πατριωτικό Μέτωπο, από μερίδα των αντιεξουσιαστών στην Νέα Δημοκρατία και την Εκκλησία της Ελλάδος. Έτσι επιβεβαιώνεται η διαύγεια του Λένιν όταν έλεγε ότι αφημένα στον απλό αυθορμητισμό, τα κινήματα εκφυλίζονται πολύ γρήγορα παραδιδόμενα σε αστική ιδεολογική κατεύθυνση, μιας και είναι ακριβώς η αστική ιδεολογία ως κυρίαρχη ιδεολογία που έχει εμποτίσει ηγεμονικά τον τρόπο σκέψης, τις προτεραιότητες, την εννοιακή χαρτογράφηση, τον στοιχειώδη ιδεολογικό προσανατολισμό ακόμα και των υποτελών τάξεων. Αλλά θα πρέπει να προστεθεί ότι ο φαντασιακός χαρακτήρας της επίλυσης δεν δηλώνει μόνο την σχετικά αθώα καταστροφικών συνεπειών "παραπλάνηση"· αντίθετα, η φαντασιακή επίλυση δεν μπορεί να έχει αντίκτυπο χωρίς να παράξει ενυπόστατους και συνάμα ψευδείς "εχθρούς": τα σημάδια ως τώρα σε ό,τι αφορά την μαζική απέχθεια ενάντια στους "ξένους" και τους "ξενόδουλους" που μας "κατέστρεψαν" ή μας "πούλησαν", τις "μαγκούρες" με τις οποίες προτίθεται να "καθαρίσει" τη βουλή ο επευφημούμενος κύριος Θεοδωράκης, και τις συνεχιζόμενες επιθέσεις σε μετανάστες (οι οποίοι διαπιστώνω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ταυτοποιούνται από ακροδεξιές εθνικιστικές ομάδες ως "Παπανδρέλληνες"), δεν προϊδεάζουν κάποιον για ιδιαίτερα αθώες εκδοχές φαντασιακής μετατόπισης του προβλήματος σε ένα "διαχειρίσιμο" από την κοινωνία και σχετικά ευάλωτο υποκατάστατο.

9. Η άνευ όρων παράδοση ενός σεβαστού κομματιού της αριστεράς στη χυδαία λατρεία του "αυθόρμητου" για χάρη του "αυθόρμητου", η γονυκλισία του σε μια αυτοσχέδια και αξιογέλαστη (από μαρξιστική τουλάχιστο σκοπιά) αντίληψη του νοήματος της "πράξης", αποτελεί μελανό σημείο στην ιστορία του και προοίμιο της ανεπίστρεπτης πολιτικής του σήψης. Καμία ρηξιγενής έκφραση των μαζών δεν είναι εφικτή χωρίς την συνάντηση του κινήματος με την θεωρητική ανάλυση των ρωγμών, αντιφάσεων και αντινομιών του συστήματος, για τον απλούστατο λόγο ότι μόνο η στιβαρή θεωρητική συγκρότηση προστατεύει την πολιτική δράση μέσα στις μάζες από τις πανταχού παρούσες ιδεολογικές παγίδες του "αυθόρμητου", του "προφανούς", και της "κοινής λογικής." Έχοντας εγκαταλείψει τη θεωρία ή έχοντας απισχνάσει την θεωρητική σκέψη σε βιαστικά ξεσκονίσματα τραγικά ανεπίκαιρων θεωριών μιας εντελώς διαφορετικής στιγμής (το νεγκρικό "πλήθος", πχ, είναι απότοκο μιας ανεξέλεγκτης πολιτικής αισιοδοξίας βασισμένης στην --φευ, φαινομενική και μόνο-- ευρωστία του καπιταλισμού της δεκαετίας του 1990), η αριστερά δεν παραδίδεται απλώς αμαχητί στην δικτατορία του αυθορμητισμού --με άλλα λόγια, στην δικτατορία των κυρίαρχων ιδεών, των ιδεών της κυρίαρχης τάξης-- αλλά και σε όσα αυτή υπαγορεύει: την ψευδή προφάνεια του "ενωμένου" χαρακτήρα των Ελλήνων, την ψευδή προφάνεια του τι σημαίνουν όροι όπως "Έλληνας", "εθνικό", "πατριωτικός", "ξένο κεφάλαιο", ή "υποτέλεια" στην εποχή του παγκόσμιου καπιταλισμού, την ψευδή προφάνεια της εθνοτικής σύστασης ή του τρόπου σκέψης και έκφρασης του "λαού", την ψευδή προφάνεια της νομιμότητας αντιστίξεων του "κακού" και του "καλού", κοκ. Αλλά ο μαρξισμός δεν είναι λογοτεχνίζουσα φλυαρία για όσα συναινετικά ανακηρύσσονται "προφανή"· αντίθετα, τα υποπτεύεται ως κατεξοχήν σημάδια της εργασίας της ιδεολογίας, και άρα ως ιδέες που χρήζουν ανηλεούς κριτικού ελέγχου. Ο Μαρξ, ήδη στη διδακτορική διατριβή του για τον Επίκουρο, μας το είπε όσο ξεκάθαρα γινόταν: "Όπως ο Προμηθέας, έχοντας κλέψει τη φωτιά απ' τους ουρανούς, αρχίζει να χτίζει σπίτια και να κατοικεί τη γη, έτσι και η φιλοσοφία, έχοντας εξαπλωθεί στον κόσμο, εναντιώνεται στον κόσμο της εμφάνισης" (η έμφαση δική μου).

10. Κόντρα στον συρμό των ημερών, η μαρξιστική σκέψη πρέπει να απορρίψει το δόλωμα του προφανούς και αυταπόδεικτου, να προτάξει την αναγκαιότητα της θεωρίας, να επιμείνει στην ταξική σύνθεση και στις ταξικές διαιρέσεις τόσο του ελληνικού όσο και κάθε "λαού", και να υπερτονίσει την σημασία της ηγεμόνευσης --χωρίς κουτοπόνηρους ελιγμούς και καιροσκοπικούς συμβιβασμούς με την άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος-- κάθε αντισυστημικού κινήματος από την εργατική τάξη και από τα βασικά προτάγματα του κομμουνιστικού σοσιαλισμού : κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, απεγκλωβισμός από τη λογική του κέρδους και της εκμετάλλευσης, κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, πραγματική ισότητα. Το σύνθημα του παρόντος, με πιο επείγοντα τρόπο από ποτέ άλλοτε τα τελευταία 80 χρόνια, δεν είναι βέβαια ούτε το "ουστ!", ούτε η μούντζα, ούτε η συμμετοχή στη μέθεξη του "πλήθους", ούτε η φαντασματική "αυτοδιάθεση" στα λίγα, "ελεύθερα" μα και εκ των ένδον πολιορκημένα τετραγωνικά μιας πλατείας στο κέντρο ενός γιγάντιου κελιού που ασφυκτιά σε μια ατέλειωτη γεωοπολιτική και οικονομική φυλακή, ούτε η αναβίωση του έθνους και της αρχαίας αθηναϊκής πολιτείας, ούτε κάτι παρόμοια και ανέξοδα νοσταλγικό, φετιχιστικό, αυτο-εκπληρούμενο και αγανακτισμένο.

Όχι. Το σύνθημα του πραγματικού και ριζοσπαστικού αγώνα --ριζοσπαστικού επειδή είναι πραγματικός, επειδή διαφεύγει της σφαίρας της καθαρής εμφάνισης, της ναρκισσιστικής οικονομίας της κινητοποιημένης μάζας που, ελλείψει καταφατικού στόχου, μένει να περιεργάζεται απλώς τον εαυτό της-- είναι ένα, και είναι νηφάλιο, ασυμβίβαστο, ακαταπόνητο και αποφασιστικό: ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ, για μια ακόμα φορά.

9/6/2011-Ο Λένιν και το τέλος της βίας

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε για το επόμενο τεύχος του περιοδικού Κοντέινερ· θα εκτιμούσα να μην αναπαραχθεί πριν δημοσιευτεί η τελική μορφή του.

Ο Λένιν και το τέλος της βίας

“Το τέλος της βίας”: στα ελληνικά, η φράση σημαίνει δύο πράγματα τα οποία μοιάζουν ασύμβατα μεταξύ τους. Τον σκοπό της βίας, αυτό στο οποίο αποσκοπεί η άσκησή της· και την άρση ή εξάλειψή της, την ολοκλήρωση του κύκλου της.

Στην πρώτη περίπτωση, βρισκόμαστε στο μέσο της νομικής και της πολιτικής θεωρίας, στην συζήτηση για τον αλληλένδετο ή αντιπαραθετικό χαρακτήρα της σχέσης μέσων και στόχων, για την έννομη και παράνομη χρήση βίας, για την συντακτική και την παραβατική βία, για την σχέση της βίας με το δίκαιο (θεϊκό και ανθρώπινο), αλλά και με την δικαιοσύνη, ιδιαίτερα την κοινωνική δικαιοσύνη. Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις, ξεκινώντας από την σύντομη αλλά προκλητική συζήτηση της σχέσης βίας και δικαιοσύνης στους Στοχασμούς του Πασκάλ, ή βίας και κράτους στον Λεβιάθαν του Τόμας Χομπς· και καταλήγοντας, στον εικοστό αιώνα, στους Στοχασμούς για τη βία του Ζορζ Σορέλ, την πυκνή και δυσερμήνευτη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν της “Κριτικής της βίας”, ή τις επισκέψεις των Ζορζ Μπατάιγ, Πιέρ Κλαστρ, Ρενέ Ζιράρ, Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Ζακ Ντεριντά, Σλαβόι Ζίζεκ, Στάθη Γουργουρή και Κώστα Δουζίνα στις νομικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαστάσεις του προβλήματος “βία”.

Στην δεύτερη περίπτωση, αυτή της άρσης ή εξάλειψης της βίας, βρισκόμαστε μάλλον στον πυρήνα της ουτοπικής σκέψης, του οραματισμού του τέλους των συγκρούσεων και των ανταγωνισμών, όπως αυτή αποτυπώνεται ήδη στο γνωστό εδάφιο του βιβλίου του Ησαϊα (“Και ο λύκος θέλει συγκατοικεί μετά του αρνιού, και η λεοπάρδαλις θέλει αναπαύεσθαι μετά του εριφίου” Ησ. 11.6), και όπως ξεδιπλώνεται στα μεγαλόπνοα σχέδια μιας σειράς ουτοπιστών και οραματιστών της επί γης ειρήνης, ή στην φιλοσοφικά στιβαρότερη διερεύνηση του “Για την αιώνια ειρήνη” (1795) του Ιμμάνουελ Καντ.

Όμως η αντίληψη περί του ασύμβατου μεταξύ των δύο ερμηνευτικών εκδοχών ενός “τέλους” της βίας δεν είναι ολότελα ακριβής. Υπάρχει επίσης μια προσπάθεια, τουλάχιστο κατά τον εικοστό αιώνα, να υπερκεραστεί η αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές ερμηνείες μέσω της σύλληψης ενός είδους βίας του οποίου τέλος ή σκοπός δεν είναι άλλος από το τέλος της ίδιας της βίας. Η προσπάθεια αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κομμουνιστική ή αναρχική, αν και θα ήταν ακριβέστερο να την δει κανείς ως έκφανση ενός από τα ζωτικά σημεία επαφής του κομμουνισμού και του αναρχισμού ή αντιεξουσιασμού. Έτσι η έννοια της “θείας” ή “καθαρής" βίας στην “Κριτική της βίας” (1921) του Βάλτερ Μπένγιαμιν έχει απασχολήσει τόσο την μαρξική όσο και την αναρχική κριτική παράδοση, εμφανιζόμενη ως απόπειρα να σκεφτεί κανείς μια βία της οποίας στόχος είναι ακριβώς η υπερκέραση της βίας, πέρα από κάθε νομικό ή πολιτικό στόχο ή σκοπό.

Εδώ όμως θα ήθελα να πω δυο λόγια για ένα σαφώς λιγότερο συζητημένο τα πρόσφατα χρόνια δοκίμιο. Το δοκίμιο ανήκει, χωρίς αμφιβολία, σε μια από τις διασημότερες, αν όχι την διασημότερη πολιτική φυσιογνωμία του εικοστού αιώνα, αυτή του Βλάντιμιρ Ίλιτς Λένιν. Ο τίτλος του είναι “Για την απονέκρωση του κράτους”. Το δοκίμιο γράφτηκε το 1917 –τη χρονιά, φυσικά, της Οκτωβριανής επανάστασης– και η απόφαση να μιλήσει κανείς για αυτό μπορεί να ακούγεται αρχικά αρκετά παράξενη. Δεν είναι ο Λένιν ο κατεξοχήν θεωρητικός της “δικτατορίας του προλεταριάτου”, ο καθ’ ύλιν αρμόδιος για την οργάνωση και διεύθυνση της μπολσεβικικής βίας; Και δεν εντάσσεται τόσο η θεωρητική όσο και η πρακτική δραστηριότητά του ξεκάθαρα στα πλαίσια μιας αντίληψης για την βία ως μέσου, ως εργαλείου για την επίτευξη ενός αλλογενούς, άσχετου με την ηθικά απεχθή φύση της βίας, σκοπού που λέγεται σοσιαλισμός ή, τελικά, κομμουνισμός;

Αλλά το “Για την απονέκρωση του κράτους” είναι ένα αρκετά παράξενο δοκίμιο. Και είναι παράξενο λιγότερο επειδή οραματίζεται ως απώτερο τέλος ή σκοπό της προλεταριακής βίας το τέλος της ίδιας της βίας, και συνεπώς το τέλος του κράτους ως φορέα αναπόφευκτων και ακόμα και απαραίτητων καταναγκασμών, αλλά επειδή στην θέση της δεν οραματίζεται τίποτε λαμπρότερο, τίποτε εντυπωσιακότερο και τίποτε θελκτικότερο από την “συνήθεια”.

Αλλά ας συνοψίσω τις βασικές διαστάσεις του λενινιστικού επιχειρήματος: αφού έχει εδραιώσει τον αυτο-υπονομευτικό χαρακτήρα της δημοκρατίας, η οποία συνδυάζει τα τυπικά δημοκρατικά δικαιώματα με το αισχρό παραπλήρωμα μιας σειράς σιωπηρών και λιγότερο ή περισσότερο βίαιων “περιορισμών”, “αποκλεισμών”, και “εξαιρέσεων” που την καθιστούν “δημοκρατία για την μηδαμινή μειοψηφία”, ο Λένιν περιγράφει την προλεταριακή υπερκέρασή της στη διάρκεια τεσσάρων, χονδρικά, σταδίων. Το πρώτο είναι βέβαια η επανάσταση, άμεσα βίαιη σε χαρακτήρα· το δεύτερο αφορά το αδιευκρίνιστα μακρό στάδιο της “δικτατορίας του προλεταριάτου”, στόχος της οποίας είναι η εξάλειψη των μορφών βίας που εμπεριέχονται στο αστικό κράτος και την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας· το τρίτο στάδιο είναι η ανάδυση της πραγματικής δημοκρατίας, της δημοκρατίας για όλους· το τελευταίο στάδιο, το οποίο ακολουθεί σε αδιευκρίνιστο χρονικό διάστημα, είναι η “απονέκρωση” τόσο της δημοκρατίας όσο και του κράτους. Όσο πληρέστερη γίνεται η δημοκρατία, σημειώνει ο Λένιν, τόσο πιο περιττή καθίσταται, ώστε το τέλος να “απονεκρωθεί” μόνη της, και μαζί της να απονεκρωθεί επίσης το κράτος, του οποίου η πραγματική υπερκέραση μπορεί να έλθει μόνο όταν καταστεί πλήρως υλοποιήσιμη και όχι απλώς ουτοπική η αρχή: “ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του”.

Τι μένει μετά την εκπλήρωση-ως-απονέκρωση της δημοκρατίας και του κράτους; Τίποτε άλλο από τη συνήθεια: “Οι άνθρωποι, λυτρωμένοι από την κεφαλαιοκρατική δουλεία, από τις αναρίθμητες φρίκες, τις αγριότητες, τους παραλογισμούς και τις ατιμίες της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης θα συνηθίσουν σιγά σιγά να τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες συμβίωσης, γνωστούς από αιώνες και που χιλιάδες τώρα χρόνια επαναλαμβάνονται σε όλους τους κώδικες, να τους τηρούν δίχως βία, δίχως καταναγκασμό, δίχως υποταγή, δίχως ιδιαίτερο μηχανισμό καταναγκασμού που λέγεται κράτος.” Είναι, ομολογουμένως, ένα πολύ παράξενο όραμα: πρώτον επειδή φαίνεται ολότελα παράλογο να απαιτείται τόση μακροχρόνια και επίπονη προσπάθεια από την ανθρωπότητα ώστε να καταλήξει απλώς να μάθει “σιγά σιγά” να τηρεί κανόνες συμβίωσης που είναι “στοιχειώδεις” και γνωστοί “από αιώνες”. Τι είδους συνήθεια είναι αυτή για την ανάδυση της οποίας απαιτείται ένα εντελώς ασυνήθιστο (και ιστορικά απραγματοποίητο) επίτευγμα όπως αυτή της πραγματικής υλοποίησης του κομμουνισμού; Και πώς γίνεται το μακρινό παρελθόν, το οποίο και η πιο στοιχειώδης μαρξιστική οπτική θα έβλεπε με όρους ταξικών συγκρούσεων, βίας και ανθρώπινης εκμετάλλευσης, να προβάλλεται λίγο-πολύ ως μοντέλο για το μακρινό και άπιαστο ακόμη μέλλον;

Η συνήθεια που οραματίζεται ο Λένιν είναι πράγματι κυριολεκτικά ασυνήθιστη. Γιατί δεν πρόκειται για την συνήθεια με μια γενική ή ουδέτερη έννοια· μάλλον, η λενινιστική συνήθεια είναι το καθαρό μέσο δια του οποίου επιλύεται ένα άλυτο αλλιώς πρόβλημα: αν η προλεταριακή βία καταλύει την αστική με βίαια μέσα, τι θα μπορούσε ποτέ να καταλύσει την προλεταριακή βία χωρίς να καταφύγει το ίδιο στη βία; Η συνήθεια ως λυτρωτικό σημάδι του κομμουνιστικού μέλλοντος δεν είναι τίποτε άλλο από το όνομα του μη βίαιου τέλους της βίας, το παράγωγο και απότοκο μιας εξάλειψης που θα είναι η ίδια αναίμακτη στον βαθμό που θα είναι επίσης ασυνείδητη, ασυναίσθητη, “φυσική”. Γιατί καμία ενσυνείδητη προσπάθεια να μπει τέλος στη βία δεν μπορεί να κάνει άλλο από το να ξανα-αρχίσει τον κύκλο της, καταδικάζοντας τον εαυτό της στον κύκλο της μιμητικής επανάληψης που ανέλυσε διεξοδικά ο Ρενέ Ζιράρ.

Το τέλος της βίας δεν μπορεί να είναι τέλος, σκοπός, στόχος, εάν με αυτές τις λέξεις υποδηλώνουμε κάτι το ενσυνείδητο, αυτό που προκύπτει από την βούληση· μπορεί να έρθει μόνο ανεπαίσθητα, χωρίς να φέρει καν το σωστό όνομά του, “όπως ο κλέφτης τη νύχτα” (Παύλος, Προς Θεσσαλονικείς, 5.2). Έχουμε όμως έτσι ήδη έμμεσα απαντήσει και στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε για το παράξενο αυτό δοκίμιο: ο λόγος για τον οποίο ο Λένιν περιγράφει την μελλοντική, λυτρωτική αυτή συνήθεια της οποίας το άλλο όνομα είναι τέλος της βίας ως κάτι γνωστό από αιώνες είναι βέβαια ότι σφάλλει. Αλλά το σφάλμα αυτό δεν είναι ουδέτερο· είναι η επιτελεστική αποτύπωση, κόντρα στις βασικές ιστορικές διαπιστώσεις του ίδιου του μαρξισμού, των συνεπειών που θα έχει για τη σκέψη το τέλος της βίας. Η ανάδυση της συνήθειας ως τελικού ορίζοντα του ζειν είναι επίσης απότοκο του τέλους της ιστορίας, και αυτό το τέλος δεν είναι παρά η εγκαινίαση της μεγάλης λήθης, του ανεπαίσθητου, αχρονογράφητου σβησίματος και του τελευταίου χαρτογραφικού ίχνους που θα μπορούσε να μας θυμίσει πώς και από ποια ανεντόπιστα πια μονοπάτια φτάσαμε να ζούμε χωρίς βία, μετά τη βία, από την άλλη της όχθη.