Tuesday, May 10, 2011

8/5/2011-9/5/2011-(Non) Habeas Corpus I, II


Ο ιερέας τις περνούσε μουρμουρίζοντας, κρατώντας το πράγμα στα χέρια του. Σταματούσε μπροστά απ' την καθεμιά, έπαιρνε την όστια, την τίναζε από μια δυο στάλες (είναι σε νερό;) και την έβαζε ωραία-ωραία στο στόμα της. [...] Ο ιερέας έσκυβε για να της τη βάλει στο στόμα, μουρμουρίζοντας διαρκώς. Λατινικά. Ο επόμενος. Κλείσε τα μάτια κι άνοιξε το στόμα. Τι; Corpus. Καλή ιδέα, τα Λατινικά. Τούς ζαλίζουν πρώτα. Τερματική περίθαλψη για αυτούς που πεθαίνουν. Δεν φαίνονται να την μασάνε. Μόνο την καταπίνουν. [...]
Θα πρέπει να γίνονται είκοσι-τριάντα κηδείες τη μέρα. Μετά, το όρος Τζερόμ για τους Προτεστάντες. Κηδείες σε όλο τον κόσμο, παντού, κάθε λεπτό. Να τους φτυαρίζεις χάμω με το τσουβάλι, γρήγορα-γρήγορα. Χιλιάδες κάθε ώρα. Υπερβολικά πολλοί στον κόσμο [...]
Ο κύριος Μπλουμ θαύμασε τον ευημερεύοντα όγκο του επιστάτη. Όλοι θέλουν να τα έχουν καλά μαζί του. Καλός άνθρωπος, ο Τζον ο' Κόνελ, πραγματικά καλός άνθρωπος. Κλειδιά: όπως η διαφήμιση του Keyes. Δεν υπάρχει φόβος να ξεφύγει κανείς. Δεν δίνονται χαρτιά για έξοδο. Habeas corpus.
James Joyce, Οδυσσέας

Habeas: Υποτακτική επιθυμίας: "[Επιθυμώ] να έχεις".

Corpus: Το σώμα. Και το σώμα του κειμένου επίσης, ή το σύνολο των κειμένων, το έργο: "Corpus Platonicum", "Corpus Reformatorum." Αλλά επίσης, το πτώμα: "Corpus delicti", το σώμα του εγκλήματος.

Το σώμα/το πτώμα: "Corpus Christi". Η θεία κοινωνία μετατρέπει, ανάμεσα σε άλλα, το πτώμα του εσταυρωμένου Χριστού σε οργανικό κομμάτι του ζωντανού σώματος του πιστού. Γιατί; Για να λυτρώσει τον άνθρωπο, του οποίου το σώμα, αφημένο στη μοίρα του απλού σώματος, θα ήταν πάντα ήδη ένα επερχόμενο πτώμα, ένα πτώμα-που-έρχεται. Το κερματισμένο, άσαρκο πτώμα το οποίο καταβροχθίζει το κοινωνών σώμα κάνει το σώμα αυτό, το σώμα ως μελλοντικό πτώμα, να ζει διαφορετικά απ' τη ζωή. "Πνεύμα" είναι το όνομα της διαφοράς της ζωής απ' τη ζωή, του corpus ως σώματος απ' το corpus ως πτώμα. Απροσπέλαστη, ανεξιχνίαστη διαφορά. Αλλά αυτή η διαφορά, στον Χριστιανισμό τουλάχιστον, εδραιώνεται πάνω στη βάση της άρσης ή της άρνησης της διαφοράς: Ναι, το πνεύμα υπάρχει στον βαθμό που το σώμα δεν είναι απλώς επερχόμενο πτώμα. Υπάρχει η υπόσχεση ότι το σώμα δεν καταβροχθίζεται ολόκληρο απ' το πτώμα που τελικά θα γίνουμε όλοι· μένει κάτι, υπάρχει ένα υπόλοιπο που λέγεται πνεύμα. Αλλά αυτή την υπόσχεση την φέρει το θείο πτώμα που ανασταίνεται, το πτώμα που ξαναγίνεται διαρκώς σώμα.

Το σώμα/το πτώμα/το κείμενο: Η θεολογία είναι αυτή που ρυθμίζει την απορητική διαλεκτική σώματος και πτώματος, που την μετατρέπει στο κρυφό κλειδί της σχέσης σώματος και πνεύματος. Το θεολογικό corpus είναι το σώμα κειμένων για το σώμα και το πτώμα, για την απειλή του πτώματος που κρύβεται πάντα μέσα στο σώμα, και για την υπόσχεση που δίνει ένα (ενικό, εξαιρετικό, κατ' εξαίρεσιν) πτώμα σε κάθε σώμα. 

Αλλά και ο νόμος είναι ένα σώμα κειμένων. Ο νόμος είναι κυρίως, πρωτίστως, κατ' αρχάς, κείμενο. Corpus Legalis.

Habeas Corpus είναι μια εντολή που εγγράφηκε στο σώμα του νόμου. Από τον 13ο αιώνα, λένε μερικοί, ήδη από τον 12ο, λένε άλλοι.

Habeas Corpus είναι μια εντολή για το σώμα. Για την παρουσία του σώματος μπροστά στον νόμο. Η εντολή λέει: Να προσκομίσεις το σώμα. Το σώμα του φυλακισμένου. Το οποίο πρέπει να παρουσιαστεί μπροστά στον νόμο, ώστε ο νόμος να κρίνει αν το σώμα είναι φυλακισμένο δικαίως, σύμφωνα με τις επιταγές και τους κανόνες του δικαίου, ή αδίκως. Ο παραλήπτης της εντολής είναι ο δεσμοφύλακας, αυτός που έχει την εποπτεία του σώματος στα δεσμά. 

Habeas Corpus  είναι το όνομα ενός δικαιώματος. Του δικαιώματος ενάντια στην παράνομη κράτηση. Ο φυλακισμένος πρέπει να βγαίνει από το σκοτάδι του κελιού, να αντικρίζει το φως του νόμου, να εμφανίζεται μπροστά σ' αυτό το φως. Δεν πρέπει να είναι ήδη πτώμα. Δεν πρέπει να έχει ήδη εκτελεστεί, φονευθεί, αφεθεί να πεθάνει από ασιτία. Αυτό είναι παράνομο πριν την δίκη. Αν ο δεσμοφύλακας δεν προσκομίσει σώμα και όχι πτώμα, τότε θα έχει ήδη διαπραχθεί μια ανεπίστρεπτη, ανήκεστος αδικία. Πρέπει να ακούσει την άηχη διαφορά ανάμεσα σε corpus και corpus, να μην θεωρήσει το πτώμα συνώνυμο του σώματος, αξεχώριστο απ' το πτώμα, ταυτόσημο με το πτώμα. Αυτό προστάζει το νομικό corpus.

Αυτό πρόσταζε το νομικό corpus. Habeas corpus ήταν το όνομα μιας νομικής παράδοσης. Μιας ευρωπαϊκής παράδοσης, ή δυτικής, ευρύτερα. Μιας παράδοσης για την οποία η Δύση ήταν περήφανη. Περήφανη που ήξερε τη διαφορά ανάμεσα σε πτώμα και σώμα, περήφανη που έδωσε στο σώμα σώμα, ουσία, σάρκα και οστά, δικαίωμα να εμφανίζεται, να μην είναι αφαίρεση, να μην είναι ήδη πτώμα· περήφανη για το γράμμα που δεν αποκτείνει αλλά ζωοποιεί, το γράμμα του corpus που προστατεύει το corpus ως σώμα απ' το να καταστεί corpus ως πτώμα. Αυτό δεν ήταν νεκρό γράμμα. Δεν ήταν γράμμα του θανάτου.

Το γράμμα έσβησε. Στη Δύση, όχι στη Δύση. Το γράμμα έδυσε. Στο Γκουαντάναμο, που είναι στη Δύση αλλά δεν είναι στη Δύση, είναι στην Κούβα, που είναι στην Δύση γεωγραφικά, αλλά όχι στην Δύση πολιτικά, αλλά που δεν είναι, νομικά ομιλώντας, στην Κούβα. Δεν ανήκει στην επικράτεια που λέγεται Κούβα. Ή στο Πακιστάν, που σίγουρα δεν είναι η Δύση. Αλλά έσβησε από την Δύση, με τα χέρια της Δύσης.

Ο εχθρός, που ήταν τρομοκράτης, φονεύθηκε, αυτό μάθαμε και ακούσαμε. Αλλά δεν είδαμε το σώμα του. Το πτώμα του. Την απόδειξη για το σώμα του, που είναι το πτώμα του. Έγινε ένα έγκλημα, αλλά το αληθινό έγκλημα, αυτό ξέρουμε και αυτό επαναλαμβάνουμε, το έκανε το πτώμα. Πριν δέκα χρόνια. Και το σώμα εκείνου του εγκλήματος; Ήταν ένα έγκλημα χωρίς σώμα. Τα σώματα εκείνου του εγκλήματος έγιναν αέρας και στάχτη και καπνός. Εξαερώθηκαν. Για αυτό, ούτε το πτώμα που έκανε το έγκλημα που δεν άφησε σώμα πίσω του θα εμφανιστεί. Μη οφθαλμός αντί μη οφθαλμού. Μη σώμα αντί μη σώματος. Το σώμα του τρομοκράτη, το πτώμα του τρομοκράτη, δεν πρέπει να αφήνει ίχνος. Και δεν υπάρχουν ίχνη στη θάλασσα. Η θάλασσα δεν κρατά ίχνη. Ακόμα και αν υπήρχε ένα σώμα ενικό, μοναδικό, κατ' εξαίρεσιν, που να περπάτησε πάνω στο νερό, ακόμα και αν έγινε αυτό το θαύμα, το να αφήσει ίχνη από τα πόδια του πάνω στο ίδιο αυτό νερό θα ήταν απίστευτο· ακόμα και ως θαύμα.

Η αυτοκρατορία λέει την αλήθεια. Το σώμα έγινε πτώμα. Την πιστεύουμε, αν και δεν μας δείχνει ούτε σώμα ούτε πτώμα. Την δικαιώνουμε, αν και ξέχασε την διαφορά ανάμεσα σε πτώμα και σώμα. Την δικαιολογούμε, γιατί το να δείχνεις το πτώμα, αυτό, αυτό είναι αποτρόπαιο. Αντιαισθητικό. Βάρβαρο. Η αυτοκρατορία δεν είναι βάρβαρη. Βάρβαρο είναι το πτώμα. Ήταν το πτώμα. Η αυτοκρατορία δεν είναι βάρβαρη, κάνει το αναγκαίο. Το αναγκαίο είναι να κάνει το σώμα πτώμα, και να εξαφανίζει το σώμα που είναι πτώμα. Χωρίς ίχνος. Κατ' εξαίρεσιν. Λόγω εξαιρετικών περιστάσεων. Που δεν υπάρχουν στο γράμμα. Το γράμμα δεν λέει ότι μπορείς να κάνεις το σώμα πτώμα χωρίς να το εμφανίσεις μπροστά στον νόμο. Το γράμμα δεν λέει ότι μπορείς να εξαφανίσεις το πτώμα, σαν να μην υπήρξε ποτέ σώμα, σαν να μην έζησε ποτέ σώμα. Αυτό δεν λέγεται στο corpus legalis. 

Αλλά υπάρχει ένα άλλο coprus legalis, που είναι ήδη corpus delicti, σώμα ενός εγκλήματος ταυτόχρονα θριαμβευτικού και ανομολόγητου, ανοιχτού και ντροπιασμένου, μνημειώδους και αισχρού. Υπάρχει ένας άλλος νόμος, με άλλα βιβλία. Υπόγεια. Άφατα. Με βασανισμένους, σπασμένους στους τροχούς, με ξεριζωμένη τη γλώσσα, ανασκολοπισμένους, εσταυρωμένους. 

Ο κατ' εξαίρεσιν άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος, φονεύτηκε κατ' εξαίρεσιν, χωρίς να έχει καταδικαστεί πρώτα με όρους δικαίου. Αυτό μας λένε σήμερα οι θεολόγοι-νομικοί. Φονεύθηκε χωρίς δίκαιο, αυθαίρετα, με όρους λοταρίας: Τον Χριστόν ή τον Βαραβάν. Το πτώμα όμως, αυτό το πτώμα θα ήταν βλάσφημο, θα ήταν το άκρον άωτον της βλασφημίας, να συγκριθεί με το Corpus Christi, με το φονευμένο σώμα του Χριστού. Αυτό θα ήταν βλασφημία όχι μόνο για την θρησκεία, αλλά και για τον νόμο. Το πτώμα δεν ήταν καν Χριστιανός. Δεν ήταν εγγεγραμμένο στην οικονομία του σώματος και του πτώματος που εγγυάται το χριστιανικό σώμα/πτώμα. Δεν ήταν εγγεγραμμένο στην οικονομία του πνεύματος. 

Το πνεύμα δεν είναι με το πτώμα. Ως σώμα, το πτώμα δεν ήταν μάρτυρας, αλλά τρομοκράτης. Αυτό είναι βέβαιο, αν και όχι εντελώς πιστοποιημένα, σίγουρα όμως βέβαιο. Χωρίς αμφιβολία. Τόσον πέραν αμφιβολίας, που δεν χρειάζονται στοιχεία. Και είναι αργά για στοιχεία, για ένα corpus στοιχείων. Όπως είναι ήδη πάντα αργά στο Γκουαντάναμο. Το πνεύμα είναι με μας. Με τον νόμο πέρα από τον νόμο, με το κρυφό βιβλίο του νόμου, με τον ανομολόγητο, εκθρασυμένο, επιδειξιομανή και κρυψίνου νόμο που σκοτώνει, με τον ανεξιχνίαστο φόνο. Με το δικό μας δίκαιο. Με την Δύση.

Non habeas corpus.


Via plagal

...Στη θάλασσα δεν υπάρχουν ίχνη. Δεν αφήνει κανείς ίχνος. Ούτε το σώμα, ούτε το πτώμα. Στην Λιβύη, το έδαφος που πατάς σε κάνει προνομιούχο αντικείμενο ανθρωπιστικών παρεμβάσεων. Το σώμα πρέπει να σωθεί όταν πατάει στο έδαφος. Είναι ζήτημα ανθρωπισμού. Ακόμα και αν για να σωθεί πρέπει να περιστοιχιστεί με πτώματα.

Αν δεν πατάς στο έδαφος, δεν είσαι πια σώμα. Είσαι μόνο ένα πτώμα που έρχεται, ένα περιφερόμενο πτώμα εν εξελίξει, μια πλανώμενη διαδικασία θανάτου.

Ο ανθρωπισμός των βομβών, η προστασία του σώματος με πτώματα, σταματά στο έδαφος. Στη θάλασσα, όπου δεν μένουν ίχνη, όπου δεν υπάρχει σώμα του εγκλήματος, υπάρχει μόνο εγκατάλειψη. Άρση της εμβέλειας του νόμου. Ο νόμος ως άρση. Ως νόμος της άρσης. Ο νόμος ως εγκατάλειψη. Ως νόμος της εγκατάλειψης. Και η καταδίκη σε θάνατο χωρίς την καταδίκη σε θάνατο, χωρίς δίκη, χωρίς παράβαση άλλη από την παραβίαση ενός συνόρου.

Νόμος, βαθμός μηδέν: χωρίς δικαιϊκό περιεχόμενο, χωρίς αναφορά στην ηθική ή την ιερότητα της ζωής. Ο μυθικός πυρήνας του νόμου, οι αρχαϊκές του απαρχές: H τιμωρία, δια του θανάτου, για την παραβίαση ενός συνόρου, που με την σειρά του είναι η αρχαϊκότερη μορφή όχι του κράτους, αλλά του ιερού. Sacer. Δεν ξέρω αν πράγματι χτύπησα την πόρτα από θρασύτητα ή αφηρημάδα είτε της έδειξα μονάχα τη γροθιά μου και δεν τη χτύπησα καθόλου. Εκατό βήματα πιο πέρα, εκεί που έστριβε ο εξοχικός δρόμος, άρχιζε το χωριό. Δεν το ξέραμε, αλλά, μόλις είχαμε προσπεράσει το πρώτο σπίτι, μας πλησίασαν κάποιοι άνθρωποι και μας έκαναν νόημα φιλικά ή απειλητικά, τρομοκρατημένοι, καμπουριασμένοι από το φόβο. Μας δείξανε προς τη μεριά της έπαυλης, που είχαμε μόλις πριν λίγο προσπεράσει, και μας θύμισαν το χτύπημα στην πύλη. Οι ιδιοκτήτες της αγροτικής έπαυλης θα μας έκαναν αγωγή και θ' άρχιζαν αμέσως οι ανακρίσεις.*

Imperium Romanum Sacrum. Ιερή Αυτοκρατορία της Ενωμένης Ευρώπης. Θυσία των εξάγιστων. Χωρίς θυσία. Homines sacri. Χωρίς αίμα. Προπαντός χωρίς αίμα. Το σώμα μπορεί να γίνει εκτελεστής του εαυτού του. Εάν του στερήσεις νερό ή φαγητό, κάνει τη βρώμικη δουλειά που προαπαιτεί η αποδέσμευση του πτώματος που κρύβει μέσα του, στα σωθικά του. 

Χωρίς αίμα. Καθαρά χέρια. Νίπτουμε τας χείρας μας στη θάλασσα. Στη θάλασσα δεν μένουν ίχνη.

Non habeas corpus. 


*Franz Kafka, "Το χτύπημα στην πύλη"

2/5/2011-4/5/2011-Αφορισμοί της ημέρας

LXXXVII
Όταν οι άνθρωποι είναι ακόμα νέοι και δεν έχουν, κατά πως λέγεται, "ενσωματωθεί" στην κοινωνία, το βρίσκουν αναμενόμενο να τους αποκαλούν με το μικρό τους όνομα και αρχίζουν να θυμώνουν με τη σκέψη ότι πάντα θα τους φωνάζουν μ' αυτό, το μικρό. Όταν μεγαλώσουν κάπως και ενσωματωθούν, διαπιστώνουν με πικρία ότι σπάνια και από λίγους το ακούν πια, εγκλωβισμένοι πια καθώς είναι κάπως άβολα στο "κύριε" ή "κυρία" μαζί με το επίθετο. Τότε, συμβαίνει κάποτε να κατανοούν ότι οι άνθρωποι που ζουν όλη τους τη ζωή αφήνοντας πρόσφορο στα στόματα το μικρό τους όνομα είναι λίγοι και διαλεχτοί, και ότι υπάρχουν φορές που το να σε λένε οι πολλοί με το μικρό δηλώνει σεβασμό βαθύτερο και απόσταση πιο λεπτή από ότι το επίθετο, απ' το οποίο νιώθουν, ξαφνικά, διπλά εξαπατημένοι.

LXXXVIII
Η σύμβαση στην οποία στηρίζεται η αντίληψη για το χιούμορ είναι η ακριβώς αντίστροφη από αυτή στην οποία στηρίζεται η αντίληψη για την ιδεολογία: ενώ σε ό,τι αφορά την ιδεολογία η βασική φόρμουλα είναι ότι η ιδεολογία (ως ιδεοληψία) είναι κάτι από το οποίο πάσχουν οι άλλοι, σε ό,τι αφορά το χιούμορ η φόρμουλα είναι ότι κανείς δεν έχει τόσο ακαταμάχητο χιούμορ όσο εγώ. Για αυτό και τόσο συχνά βλέπεις ανθρώπους που έχουν χάσει την ικανότητα να γράψουν μία πρόταση χωρίς να κλείνουν με κάποιο τρόπο το μάτι προς ένα φαντασιακό ακροατήριο που πρέπει οπωσδήποτε να ευθυμήσει, και που έχουν ταυτόχρονα μια σφοδρή πεποίθηση ότι όσοι δεν ψυχαναγκάζονται αναλόγως, είναι απλώς άνθρωποι ανίκανοι εκτίμησης του πραγματικού χιούμορ (του οποίου εξέχοντες φορείς είναι, βέβαια, οι ίδιοι). Ορισμένες φορές μοιάζει να είναι πιο ταπεινωτικό για κάποιους να χαρακτηρίζονται ως στερημένοι χιούμορ από ότι θα ήταν να χαρακτηριστούν ανέντιμοι, ανειλικρινείς ή χυδαίοι· κι έτσι, η πιο ανατρεπτική --και πιθανόν η πιο ακραία χιουμοριστική-- κριτική στην ανάστροφη ιδεολογία των απανταχού ακατάσχετων χωρατατζήδων μοιάζει να είναι η πόζα του ανθρώπου που δεν έχει ούτε ίχνος χιούμορ πάνω του, και έτσι παίρνει τα πάντα εντελώς στα σοβαρά.

3/5/2011-"Καλέ μου άνθρωπε..."


"Η πιο χαρακτηριστική φράση της καριέρας σας είναι η προσφώνηση «Καλέ μου άνθρωπε…». Την πιστεύετε;
– Για όνομα του Θεού! Καθόλου… Τότε, θα μου πείτε, γιατί το έλεγα…"


Όποιος έχει δει με κάτι άλλο από ευκαιριακό μάτι τις ταινίες του Θανάση Βέγγου ξέρει ότι η ατάκα-υπογραφή του διαφέρει ριζικά από αυτές των άλλων κωμικών της εποχής. Οι χαρακτηριστικές ατάκες των σύγχρονών του είχαν ένα ξεκάθαρο και εύληπτο κωμικό νόημα. Του Βέγγου όχι. Γιατί όταν ο Βέγγος λέει "καλέ μου άνθρωπε" δεν το λέει σε ανθρώπους που έχει λόγο να θεωρεί καλούς. Το λέει σε ανθρώπους που τον κατατρέχουν, τον χτυπούν, τον εξαπατούν, ή γελούν σε βάρος του. Ανθρώπους που τον απογοητεύουν.

Η φράση, δηλαδή, είναι ευφημισμός, σαν αυτόν που αποκαλεί την παγωμένη έκταση στον Βορρά Greenland ή το επικίνδυνο ακρωτήρι της Νότιας Αφρικής Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Το "καλέ μου άνθρωπε" είναι μια ικετευτική απόπειρα εξευμενισμού ενός κόσμου βαθιά καταδιωκτικού, εχθρικού, και τελικά ακατανόητου. "Μη, καλέ μου άνθρωπε!": Ο λόγος του ικέτη έχει λόγο ύπαρξης ακριβώς επειδή οι άνθρωποι (οι άνθρωποι της "παλιάς, καλής εποχής" που κίβδηλα νοσταλγούμε) δεν είναι καλοί. Γι αυτό κι ο Βέγγος τρέχει, πάντα φυγόκεντρα, και πάντα μακριά τους. Ο φόβος απέναντι στον άνθρωπο-εκπρόσωπο της κοινωνίας που υφίσταται --φόβος που αισθάνεται κάθε πλάσμα που νιώθει ξένο και εξόριστο απ' το ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο (και ο Βέγγος έμεινε εξόριστος για όλη του τη ζωή, και όχι μόνο στη Μακρόνησο)-- είναι το κρυφό, πικρό κουκούτσι του κωμικού του καρπού. Και με αυτόν τον φόβο ταυτίζονται, έστω ασυνείδητα και δίχως να το γνωρίζουν, όσοι γέλασαν ποτέ μ' αυτή τη φράση. Η φιλοσοφία της απέχει παρασάγγας απ΄το να ονομάζει "καλό" αυτό που περιβάλλει τον κωμικό ήρωα που ενσάρκωσε ο Βέγγος· αν μπορεί να μεταφραστεί σε κάτι, αυτή είναι η φράση που ο θρύλος απέδωσε στον Αριστοτέλη: "Ω φίλοι, ουδείς φίλος!"

Φίλοι μου, δεν έχω φίλους· καλοί μου άνθρωποι, δεν είστε καλοί άνθρωποι: η ισορροπία ανάμεσα στην ικετευτική προτροπή για υπέρβαση (γίνε αυτό που δεν είσαι) και την αδυσώπητη κρίση (δεν είσαι αυτό που νομίζεις) ανήκει στους αγγέλους, ταπεινούς και πρόσχαρους από την μία, φέροντες ρομφαία πύρινη από την άλλη. Και ανάμεσά τους μέτραγα πάντοτε τον Θανάση.

Αντίο.

28/4/2011-"Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός..."

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ' την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ' απόξερους βολβούς.

Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ' ανθίσει εφέτο;
Τ.Σ. Έλιοτ, "Έρημη χώρα", μτφρ. Γ. Σεφέρης

Το πρώτο πράγμα που προσέχεις μετά την επιστροφή στην Ελλάδα είναι μια απόκοσμη πτώση στα ντεσιμπέλ της ατμόσφαιρας: σπανιότατα ακούς πια κάποιον να μιλά δυνατά, να καγχάζει ή να κομπορρημονεί. Η πραγματική κοινωνία είναι αρκετά πιο εσωστρεφής από τους ιστολόγους της. Κυριακή των Βαϊων, ο δρόμος απόκοσμα έρημος. Η κίνηση στις 9 το βράδυ μοιάζει σαν να αφορά τις 4 ή 5 το πρωί. Στο λεωφορείο, Τρίτη μετά το Πάσχα, πρόσωπα σκυθρωπά, κουβέντες ελάχιστες και χαμηλόφωνες. Καμία θορυβώδης παρέα γεμάτων τεστοστερόνη εφήβων, από αυτές που είχα συνηθίσει. Ο κόσμος μοιάζει να δίνει όλη του την ενέργεια για να κρατηθεί σε μια αμυντικογενή αξιοπρέπεια. Πληγωμένος μικροαστισμός και μια αδιόρατη, ανεντόπιστη αίσθηση ντροπής και ενοχής. Οι τσάντες των κυριών σφιχτά στο στήθος. Κλέβουν παντού τώρα, μέρα μεσημέρι. Αναρωτιέμαι σε τι ανταποκρίνονται οι επικλήσεις της εθνικής υπερηφάνειας σ' αυτόν τον ταπεινωμένο, φοβισμένο λαό. Η επαιτεία εξαπλωμένη. Πιάνω τον εαυτό μου να δίνει αυθόρμητα χρήματα σε έναν καλοντυμένο και ευθυτενή ηλικιωμένο κύριο. Είναι η ανακλαστική, υποσυνείδητη σκέψη "αυτός δεν θα πρεπε να ζητιανεύει, δεν θα πρεπε να είναι στον δρόμο." Γιατί όχι; Υπάρχουν άλλοι που θα πρεπε; Με τυλίγει ήδη και εμένα αυτή η πλανώμενη, γενικευμένη ενοχή. Θυμώνω με τον εαυτό μου, και μετά θυμώνω που θυμώνω με τον εαυτό μου. Την πληρώνει ο επόμενος επαίτης. Στο τέλος αποφασίζω να δίνω χρήματα τυχαία, αυθαίρετα, χωρίς κανένα κριτήριο. Είναι μια κάποια λύσις.

Το Θεσσαλονικιώτικο τοπίο "γκρίζο πάνω στο γκρίζο", που έλεγε ο Χέγκελ. Ουρανός και θάλασσα στο χρώμα του μολυβιού, τα κτίρια να ξεφλουδίζονται σιωπηρά, γκρίζα από καυσαέρια. Στους περιπάτους,μετράς εμπορικά θύματα: πάει αυτός, κι ο παραδίπλα, κι εκείνος στη γωνία. Ανάμεσα στα θύματα το μπουγατσατζίδικο της παιδικής μου ηλικίας. Κάθε φορά που εξαφανίζεται ένας τόπος όπου έζησες ή σύχνασες, πεθαίνει ένα κομμάτι του παρελθόντος σου οριστικά. Παράξενες τούτες οι διαπλοκές της αγοράς με την μνήμη και την προσωπική υπόσταση. Πίσω απ' τα γκράφιτι και τις αφίσες που γεμίζουν ευσπεσμένα τις άδειες βιτρίνες με μια ευτελή και άνευ ανταλλακτικής αξίας πολυχρωμία, βρίσκονται βουβές οι ιστορίες. Ενοίκια απλήρωτα, δόσεις δανείου αναπτυξιακού, κεσάτια. Ένα έθνος μικροεμπόρων που βουλιάζει ταυτόχρονα, καθώς ο ένας περιμένει την σωτηρία από τον άλλο. Καταστηματάρχες που τούς θυμάμαι παλαιότερα μπλαζέ παλεύουν με ό,τι έχουν για ένα χαμόγελο και μια επίφαση ευγένειας. Ένα ποτάμι φτηνού ρουχισμού έχει αναβλύσει απ' το πουθενά -- οτιδήποτε πάνω από 30 ευρώ, μετά από ένα σημείο, αρχίζει να σου φαίνεται παράλογα ακριβό. Συζητάμε για την αμυντικογενή απέχθεια της μικροαστικής τάξης για τον σοσιαλισμό και το πόσο τραγικά αστείο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι συνεχίζουν να θεωρούν ότι η ζωή τους υπερτερεί --σε ό,τι αφορά το υλικό σκέλος τουλάχιστο-- απ' αυτή της Σοβιετικής Ένωσης πριν την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Προφανώς, το να είσαι αναγκασμένος να ψωνίζεις μπλουζάκια με 8 ευρώ και παντελόνια με 15 σε κρατά σε μια εντελώς διαφορετική θέση ως καταναλωτή από τον αντίστοιχο σοβιετικό της δεκαετίας του 80, που δεν είχε τουλάχιστον να ανησυχήσει για τον μισθό ή το ενοίκιό του όπως εσύ. Τι σε χωρίζει στην ουσία από αυτόν; Το ότι έχεις το δικαίωμα να κοιτάς όσα δεν έχεις και δεν μπορείς πια να αποκτήσεις: ο βαθμός μηδέν της ελευθερίας.

Στην τηλεόραση, καθημερινή ιλαροτραγωδία. Νέα τρύπα στο έλειμμα, η αναζήτηση τριών δισεκατομμυρίων ευρώ. Παράθυρα. Βουβοί τηλεθεατές και φωνασκούντες δημοσιογράφοι, πολιτικοί, δύσκολο πια να καταλάβεις ποιος είναι τι. Το ευρώ υπάρχει πλέον είτε σε τριψήφιο συνδυασμό --λέγεται μισθός-- είτε σε εννιαψήφιο -- λέγεται χρέος. Οτιδήποτε ανάμεσα έχει εξαφανιστεί από την περιοχή του νοητού. Η εικόνα του ύψους του χρέους είναι ένα κακό αστείο όπου κάθε φορά που ακούς πόσα χρωστάμε ο αριθμός έχει για κάποιον αδιόρατο και ανεξήγητο λόγο αυξηθεί. Από ένα σημείο και μετά, το μυαλό αφήνει τους αριθμούς να ευημερούν επιδιδόμενοι σε διονυσιακά όργια στα οποία μπλέκονται, ερωτοτροπούν μεταξύ των, και πολλαπλασιάζονται με ρυθμό ανεξέλεγκτο, έξω από την σαφώς ταπεινότερη σφαίρα των καθημερινών συναλλαγών, όπου κυριαρχούν η αφαίρεση, η διαίρεση και ενίοτε η πρόσθεση, και σπανιότατα ο πολλαπλασιασμός. Στα μικρά κανάλια τις νύχτες, η εθνικιστική συνομωσιολογία συνεχίζεται ακάθεκτη με νέα σενάρια που αντιβαίνουν στα αμέσως προηγούμενα (αλλά δεν έχει σημασία, κανείς δεν κρατά λογαριασμό για τέτοια πράγματα), οι εκπομπές για την νυχτερινή ζωή διαχέουν μια λούμπεν θλίψη, τα ριάλιτι επαναλαμβάνονται τόσο αδιάφορα που δεν μπαίνεις καν στον κόπο να καταλάβεις την βασική ιδέα του διαγωνισμού, πόσο μάλλον να ακούσεις όλες αυτές τις προ πολλού ξεθωριασμένες στιχομυθίες όψιμα φιλόδοξων διαγωνιζόμενων. Ένας μοιραία μεταδοτικός λήθαργος τυλίγει τα πάντα. Η Θεσσαλονίκη μοιάζει να έχει μετατοπιστεί κάπου βορειότερα, στο Βελιγράδι ή την Σόφια που θυμάμαι το 80, στις πρώτες διεθνείς μου διακοπές (φτηνά πακέτα για έλληνες μισθωτούς της εποχής, μικροένταση στα σύνορα, τελωνειακοί έλεγχοι στο λεωφορείο, λαθραία τσιγάρα, καλσόν, μπλου τζιν). Ή αλλιώς, η προς Βαρδάρη Εγνατία, παραδοσιακά χώρος καταστημάτων για Σλάβους, μοιάζει να έχει επεκταθεί σ' όλη την πόλη. Ή αλλιώς, όπως ακούω κάποια να λέει, είναι σαν να μετακόμισαν οι μικροπωλητές του δρόμου μέσα στα καταστήματα και παριστάνουν τους bona fide εμπόρους.

Ίσως. Αλλά ένας ψηλός αφρικανός με τέλειο δέρμα και μια κατάλευκη φόρμα adidas με χρυσές λεπτομέρειες διασχίζει τον δρόμο με μια τσάντα μικροεμπορευμάτων χωρίς ίχνος αγωνίας ή ντροπής στο βάδισμα ή το βλέμμα του. Κοιτάει ευθεία μπροστά και είναι νέος και σφριγηλός, και η βαλκανική κατήφεια γύρω του μοιάζει για λίγο να διαλύεται, σαν όνειρο κακό ή σαν παροδικό νεφέλωμα. "Υπάρχει ατέρμονη ελπίδα, αλλά όχι για μας", έλεγε υποτίθεται ο Κάφκα στον φίλο του τον Μαξ Μπροντ. Οι λέξεις του μού έρχονται στο μυαλό.

28/4/2011-Starbucks, ή, το πρόωρο τέλος της ιστορίας

Στο Starbucks--σε όποιο Starbucks και να πας, παγκόσμια--, το ρολόι είναι παγωμένο στο σημείο αποκορύφωσης της φιλελεύθερης ουτοπίας πριν την κρίση του 2007. Η μουσική είναι πάντοτε τζαζ ή φολκ -- μια μουσική που προβάλλει αναδρομικά ως το  ιδανικό σάουντρακ για νωχελικούς αναγνώστες που αναζητούν ένα πολιτισμένο περιβάλλον για τις ατομικές τους αναζητήσεις. Υπάρχουν πάντα χρήστες λάπτοπ, τούς οποίους περιβάλλει, σχεδόν αναπόφευκτα, μια σχετική αύρα νεφελώδους εργατικότητας, σε αντίθεση με τους λούμπεν χρήστες των νετ καφέ, χωμένους στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα chat room και τα ποδοσφαιρικά sites.

Η επίπλωση έχει μια συγκρατημένη --και συνάμα βιομηχανικά τυποποιημένη-- ζεστασιά, σε αντίθεση με το επιθετικό κιτς των περισσότερων συνηθισμένων καφετεριών που βρίσκει κανείς στα κέντρα ελληνικών πόλεων. Στυλιστικά, το Starbucks πουλάει έναν ιδιότυπο "μεταμοντέρνο κλασικισμό". Τα διατιθέμενα αγαθά του, από την άλλη, εκπροσωπούν ένα είδος φαντασμαγορικού παντρέματος Ευρώπης και Αμερικής --biscotti, croissant, και espresso machiato από τη μία, cheesecake, muffins και carrot cake απ' την άλλη-- στο οποίο η Αμερική επιστρέφει στην Ευρώπη την εικόνα που προκύπτει από την αμερικανική μετάφραση της δεύτερης σε "image" και όχημα "πρεστίζ" για την γενιά των yuppies. Το υποσυνείδητο ή κατεσταλμένο αυτού του  ιδιότυπου πλέγματος ναρκισισμών (όπου η Ευρώπη αγοράζει από την Αμερική την ίδια την εικόνα της ως αμερικανοποιημένου συμβολικού εμπορεύματος) είναι οι ετικέτες "Made in China" κάτω από τα φλυντζάνια ή τα θερμός, και φυσικά, οι τριτοκοσμικές ζώνες παραγωγής του καφέ. Τα μοτίβα και οι εικονογραφήσεις των προϊόντων παραπέμπουν σε ένα αέναο fifties cool ή ένα μίγμα new age και καλοπροαίρετου χιπισμού. Κάπου στον χώρο δηλώνεται κάποιου είδους φιλανθρωπική πρωτοβουλία: τα Starbucks νοιάζονται -- με τον τρόπο που νοιάζεται ο Στιγκ, ο Μπόνο, κλπ, και για τα ίδια, πάνω-κάτω, πράγματα.

Στο Starbucks, εν ολίγοις, βρίσκει κανείς την πρακτική, εμπορευματική μετάφραση του "ιδανικού εγώ" του πρώτου κόσμου πριν την οικονομική κατάρρευση: πρόκειται για έναν κόσμο στον οποίο η ενσυνείδητα πολεμοχαρής νοοτροπία του κυρίαρχου υποχωρεί, αφήνοντας την θέση της σε μια νεφελώδους ηθικής πραότητα ή ατμόσφαιρα θετικής σκέψης, και συνάμα, σε μια διάθεση απόσυρσης από την θορυβώδη συγκρουσιακότητα της ανταγωνιστικής πολιτικής κοινωνίας: σε ένα είδος χαμηλόφωνα glamorous μοναστισμού. Οι "κοσμοϊστορικές" δυνάμεις της πραγματικής δυτικής ιστορίας --οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Αγγλία-- αποκόπτονται από την βίαια τους υλικότητα για να αναμειχθούν ως υλικά σε γλυκερά και καταπραϋντικά χαρμάνια. Οι πολιτισμικές αντιστάσεις που ανακαλεί χλιαρά στην μνήμη η μαύρη μουσική του 50 και το φολκ του 60 (ή της σύγχρονης αναβίωσής του) ξαναπακετάρονται ως μορφές εξιλέωσης της καταναλωτικής ενοχής. Και ο θόρυβος του δρόμου, οι ζητιάνοι και οι παρείσακτοι αποσιωπούνται αποτελεσματικά, αφήνοντας τους θαμώνες σε μια ημι-μελαγχολική, ημι-ηδονική κατάσταση μετα-ιστορικότητας δίχως τέλος, και εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν.

Στην Ελλάδα του 2011, το όλο σκηνικό μοιάζει με ένα από εκείνα τα λίγο κιτς, λίγο νοσταλγικά τοπία σε κρυστάλλινες σφαίρες όπου κινούνται αθόρυβα άψυχες φιγούρες καθώς πέφτει ένα ψεύτικο και ανώδυνο χιόνι. Στο Starbucks, είναι εφικτή η αρχαιολογία του πρόσφατου, αλλά συνάμα τόσο  πια μεμακρυσμένου παρελθόντος της Δύσης: αντικρίζεις μια αεροστεγή καψούλα όπου φυλάσσεται ανέπαφο αυτό που οι δυτικές κοινωνίες θεώρησαν και βίωσαν ως τελειοποίησή τους, εξύψωσή τους από τα αδιέξοδα της ιδεολογίας και τον ορυμαγδό της ιστορίας· ακούς την αποτρόπαια καθησυχασμένη μουσική μιας ορχήστρας σε μοιραίο κρουαζιερόπλοιο, λίγο πριν την σύγκρουση με το παγόβουνο.

I'll have the coffee to go, please.

14/4/2011-"Αμπελοφιλοσοφίες"

Δεν έχω ιδέα από ποιες ακριβώς περιστάσεις εμπνεύστηκε ο ανώνυμος δημιουργός της την σύνθετη λέξη "αμπελοφιλοσοφία", είναι όμως σίγουρα μια από τις αγαπημένες λέξεις της κουλτούρας των σύγχρονων Ελλήνων. Είναι επίσης μια απαξιωτική λέξη, η οποία σαρκάζει την τάση κάποιου να σπαταλάει τον χρόνο του για ανούσιες ή επουσιώδεις θεωρίες, χωρίς να σκέφτεται σοβαρά και συγκεκριμένα, και χωρίς να λαμβάνει υπόψη το πεδίο της πρακτικής και των πρακτικών αναγκών. Υπό αρκετά πρίσματα, η "αμπελοφιλοσοφία" αντικατοπτρίζει έναν ευρύτερο αντιδιανοουμενισμό στην ελληνική κουλτούρα, μια καχυποψία για τη ζωή του νου, καχυποψία η οποία είναι εν μέρει δικαιολογημένη από τα πράγματα --και πιο συγκεκριμένα από την συχνά απογοητευτική συνεισφορά των διανοουμένων στην αντιμετώπιση πρακτικών δυσκολιών-- και εν μέρει στρεβλωτική και άδικη.

Διαβάζοντας σήμερα την κα Παπαρήγα περί "αμπελοφιλοσοφίας" της ρητορικής για "ενότητα της Αριστεράς" μου ήρθε στο μυαλό μια πρόσφατη απορία, η οποία δεν αφορά τόσο το θέμα της αριστερής ενότητας όσο το δίπολο θεωρίας και πράξης που εμπλέκεται, νομίζω εμφανώς, στην ίδια τη λέξη αμπελοφιλοσοφία.

Ποια είναι η απορία;

Σκεφτόμουν ότι είναι αδιαμφισβήτητο για την μεταπολιτευτική Ελλάδα, ότι από πρακτικές αριστερές "απαντήσεις" στα κοινωνικά ζητήματα άλλο τίποτα. Μιλάμε για μια χώρα όπου σε αυτά τα 35 περίπου χρόνια ιδρύθηκαν, διαλύθηκαν και ξανα-ιδρύθηκαν αριστερά κόμματα και οργανώσεις κάθε τύπου: λενινιστικού, τροτσκιστικού, μαοϊκού, τριτοδρομικού, οικολογικού, ανανεωτικο-κομμουνιστικού, ευρωκομμουνιστικού, σοσιαλδημοκρατικού· ενώ δεν έλλειψαν επίσης, στις περιπτώσεις που τα παραδοσιακά μέσα της πειθούς απαξιώθηκαν, οργανώσεις ακροαριστερής τρομοκρατίας κάθε λογής. 

Όλες αυτές οι οργανώσεις και τα κόμματα είχαν μέλη και αρχηγούς. Απασχόλησαν κόσμο, αρκετές φορές κόσμο που δόθηκε με πάθος, ταυτίστηκε, έφαγε χρόνο.

Στην ίδια περίοδο, όταν προσπαθώ να σκεφτώ έναν διεθνούς βεληνεκούς  θεωρητικό της αριστεράς που να είναι ελληνικής καταγωγής, δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε έναν. Ο Πουλαντζάς, που είναι σίγουρα τέτοιος, αυτοκτόνησε το 1979, και καθώς γεννήθηκε το 1936, δεν είναι "παιδί της μεταπολίτευσης" -- κάθε άλλο. Ο Καστοριάδης γεννήθηκε αρκετά πιο πριν, το 1922, και διαμορφώθηκε από τις συνθήκες του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και του Εμφύλιου. Και βέβαια, την όποια δουλειά έκαναν, την έκαναν εκτός Ελλάδας. Ακόμα και σήμερα, εκτός Ελλάδας κινούνται και εργάζονται όσοι έχουν καταφέρει να χτίσουν ένα όνομα ως θεωρητικοί της αριστεράς -- αν και σε καμία περίπτωση, νομίζω, δεν είναι όνομα με το συγκριτικό βάρος των δύο προαναφερθέντων.

Οπότε, αν δεχτούμε το δίπολο θεωρία-πράξη που ενέχεται στην απαξιωτική αναφορά στην "αμπελοφιλοσοφία", από πράξη η αριστερά της μεταπολίτευσης είχε μπόλικη. Τά δωσε όλα σε όλους τους τομείς που αφορούν την κομματική και κινηματική πρακτική. Στη θεωρία είναι που δυσκολεύομαι πάρα πολύ να καταλάβω τι ακριβώς συνεισέφερε όταν σήμερα συχνά διαπιστώνω, ακόμα και στους εμπειρότερους και μεγαλύτερους σε ηλικία, μια για  μένα ακατανόητη έλλειψη φιλομάθειας και φιλοπεριέργειας σε ό,τι υπερβαίνει αυτό που ήδη θεωρούν πως ξέρουν. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν οι αναφορές στην "αμπελοφιλοσοφία" δεν λειτουργούν κάπως αποπροσανατολιστικά σε ό,τι αφορά την φύση του προβλήματος. Και μιλώ για πρόβλημα όχι γιατί θά πρεπε σώνει και καλά όλη αυτή η πρακτική κινητοποίηση να μεταφράζεται και σε κάτι άξιο λόγου στο θεωρητικό επίπεδο, αλλά επειδή στο ίδιο το επίπεδο της πολιτικής πράξης κατέληξε σε τέτοιο αδιέξοδο ώστε σήμερα να μην γνωρίζει κανείς καν από πού να αρχίσει σε ό,τι αφορά την υπόθεση όχι απλώς της "ενότητας" της αριστεράς, αλλά και, αρκετά βασικότερα, των προσανατολισμών, προϋποθέσεων και προτεραιοτήτων της.

Μήπως λοιπόν αντί για κόψιμο της κακής συνήθειας του αμπελοφιλοσοφείν αυτό που πραγματικά χρειαζόμασταν --και δεν είχαμε-- ήταν λίγος περισσότερος σεβασμός για την αναγκαιότητα του να κάνουμε και κάτι άλλο εκτός απ' το να τρέχουμε σε συνελεύσεις, συλλαλητήρια, δράσεις και διαδηλώσεις εδώ και 35 χρόνια; Δεν λέω ότι αυτό ήταν κακό. Αλλά χωρίς διαλεκτική διάδραση με τον θεωρητικό κάματο, με την ανθεκτική στο εφήμερο διαύγαση ερωτημάτων για το πού βρισκόμαστε, τι είναι αναγκαίο και τι είναι εφικτό, μπορούν οι πρακτικοί προσανατολισμοί να αξίζουν το όνομα πράξη;

14/4/2011-25/4/2011-Αφορισμοί της ημέρας

LXXXIV
Νομίζω ότι ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που έχει κάτι να ταϊσει όλους του τούς δαίμονες. Η ευτυχία προϋποθέτει αρμονία μεταξύ δαιμόνων, πράγμα πολύ δύσκολο καθώς ο καθένας τους ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και πεινάει διαρκώς. Από πού εξασφαλίζει κανείς τροφή για τους δαίμονές του; Δεν μπορεί να την αγοράσει, δεν διατίθεται σε καταστήματα· ή μάλλον αυτή που αγοράζεται αφορά έναν και μόνο δαίμονα. Για τους υπόλοιπους, υπάρχει μόνο η εμπειρία, η οποία μπορεί να ιδωθεί ως μια υπεραγορά τροφίμων για τούς προσωπικούς μας δαίμονες, όπου τα προϊόντα πληρώνονται μόνο με το χρήμα της σοφίας.


LXXXV
"Δημόσια σφαίρα" δεν λέγεται ο χώρος έξω από το σπίτι σου όπου μεταφέρεις τις έγνοιες του σπιτιού σου. Αυτό λέγεται απλώς επέκταση της ιδιωτείας στον δημόσιο χώρο. Και στην νεώτερη Ελλάδα συνηθίσαμε να δίνουμε το φορτισμένο από κλασικές συνδηλώσεις όνομα "δημόσιος λόγος" σε είδη λόγου που δεν κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να απεμπλακούν από το σύμπαν της ιδιωτείας -- του προσωπικού μας συμφέροντος, των κύκλων μας, των φίλων και των γνωστών μας, των κομματικών μας εξαρτήσεων και εθισμών. Ο λόγος που εμφανίζεται στην δημόσια σφαίρα ως λόγος, που δεν έχει δηλαδή ως προτεραιότητά του να αποκτήσει και να επιδείξει πιστοποιήσεις των διαμεσολαβήσεων του από μη πολιτικού χαρακτήρα αυθεντίες, ο λόγος που δεν νιώθει την ανάγκη να παρέχει εχέγγυα της ασφαλούς του ενσωμάτωσης στην οικεία σφαίρα της δίχως όρια ιδιωτείας, αντιμετωπίζεται με την καχυποψία και την εχθρότητα που επιφυλάσσεται στον παρείσακτο. Και το εκπληκτικότερο, όλοι αναρωτιούνται γιατί έχει εκλείψει στην χώρα η πολιτική, σαν να ήταν ποτέ εφικτό για την πολιτική να ριζώσει στο άγονο έδαφος μιας φλύαρης κοινωνικότητας που δεν είναι ποτέ κάτι άλλο από το μηχανικό άθροισμα αυτοαναφορικών ιδιωτικοτήτων.


LXXXVI
Το πρότυπο της ευγένειας στην εποχή της λατρείας της "επικοινωνίας" --που με την σειρά της έχει εκτοπίσει πλήρως την αλήθεια από τον θρόνο των στόχων της σκέψης-- είναι ο άνθρωπος που εκχωρεί τα πάντα στον συνομιλητή του. "Ευγένεια", κατά συνέπεια, λογίζεται η στάση του ανθρώπου για τον οποίο οι λέξεις βρίσκονται σε διαρκή περίοδο εκπτώσεων, σε τιμές κάτω του κόστους, και μπορούν να επιστραφούν χωρίς επιβάρυνση αν ο πελάτης δεν μείνει ευχαριστημένος. Όπως όμως το δόγμα "ο πελάτης έχει πάντα δίκαιο" μεταφράζεται τελικά στο αντίθετο ακριβώς από αυτό που υπόσχεται --δηλαδή στην αρχή "το κέρδος του καταστηματάρχη πάνω απ' όλα"-- έτσι και η φαινομενικά ανεξέλεγκτη εκχωρητικότητα την οποία επαγγέλεται η σύγχρονη ευγένεια κρύβει ουσιαστικά μιαν χωρίς όρια διάθεση επιβολής στον άλλο. Το να είσαι ευγενικός με την σύγχρονη έννοια σημαίνει: να θεωρείς ότι τίποτε δεν είναι αρκετά σημαντικό ώστε να θέσει σε κίνδυνο την υπέρτατη αξία του να γίνεσαι αρκετά αρεστός ώστε να χειραγωγείς απρόσκοπτα τούς άλλους.

11/4/2011-Ανάρτηση καθαρού και ανόθευτου μίσους

Τον παρακολουθώ εδώ και καιρό. Αυτό από μόνο του είναι σημάδι της επικινδυνότητάς του. Συνήθως μπορώ να αντιπαρέλθω πράγματα, να αδιαφορήσω, να αντισταθώ. Όχι με αυτόν.

Είναι προφανέστατα λαμόγιο. Εκτελεί ξεκάθαρα διατεταγμένες υπηρεσίες για τους κυβερνώντες, και είναι πρόδηλο ότι το κάνει με το αζημίωτο. Μέχρι εδώ καλά. Πολλοί το κάνουν. Αλλά αυτός ξεφυτρώνει σε συζητήσεις σαν το δύσοσμο ζιζάνιο, με μια έξοχη διαίσθηση της αποστολής του, που μοιάζει να είναι να μού προκαλέσει πρόωρο ανεύρυσμα.

Η πολιτική του ιδεολογία είναι ανύπαρκτη. Στη θέση της στέκει ένα μείγμα συκοφαντικού ταλέντου, στρεψοδικίας, τσαρλατανισμού, αναίδειας, αυλοκολακείας, ηθικολογισμού, χυδαιότητας, ψευδο-ευγένειας, διπροσωπίας και δημαγωγίας -- ποιότητες που είναι προφανές ότι ο ίδιος απολαμβάνει στο μέγιστο και θεωρεί επιτακτικό να διαχέει, σαν μυρωδιές από ποικίλες σακούλες σκουπιδιών, όπου πατήσει. Η πολιτική ηθική του θα έκανε τον Καρδινάλιο Ρισελιέ, τον Μέτερνιχ και τον Ταλλεϋράνδο να μοιάζουν με αθώα σχολιαρόπαιδα. Μπροστά του, ο Πάγκαλος φαντάζει ταπεινόφρων και εγκρατής. Είμαι ευγνώμων που το κόμμα του έχει τουλάχιστον την στοιχειώδη καλοσύνη να τον περιορίζει στα καθήκοντα του τρίτης κατηγορίας λακέ.

Αλλά αυτό που δεν αντέχω, αυτό που με σκοτώνει, αυτό που με σπρώχνει πέρα από τα όρια, είναι η γλώσσα του. Αυτή η γλώσσα είναι η υλική έκφραση της καθαρής διαστροφής. Δεν είναι ικανός να γράψει μία πρόταση με υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο. Σχεδόν κάθε πρότασή του χρησιμοποιεί όλα τα σημεία στίξης (παρενθέσεις, παρενθετικές παύλες, εισαγωγικά, θαυμαστικά, κόμματα, άνω τελείες, άνω-κάτω τελείες, αποσιωπητικά), τα οποία την στολίζουν σαν κάποια συλλογή από θηλιές ικριωμάτων ή από δολοφονικά στιλέτα βουτηγμένα σε σπάνια ιταλικά δηλητήρια. Σχεδόν κάθε πρότασή του διανθίζεται από παρενθετικές εξυπνάδες, αρχαία ρητά, παροιμίες, εσωτερικούς μονολόγους, υπονοούμενα, smilies με αμφίσημες προθέσεις, ατάκες προς ένα άγνωστο ακροατήριο τρίτων εκτός του συνομιλητή του, λεκτικά κλεισίματα ματιού, ορατορικές εξάρσεις, καλοσαλιωμένους ποιητισμούς, νοικοκυρέικα γνωμικά, διάσημες ατάκες από την ιστορία της πολιτικής, της διπλωματίας, της υψηλής μαγειρικής, και της καθημερινότητας της λαχαναγοράς. Όλα αυτά καταφέρνει και τα αναμειγνύει σε κάτι που μυρίζει ταυτόχρονα συζήτηση σε κομμωτήριο κυριών στο Κολωνάκι, επετειακή ομιλία δημοδιδασκάλου, παραλήρημα του Ζουράρι, εξομολόγηση απ' τον παπά της ενορίας, κρυφές φιλοδοξίες του Αρτέμη Μάτσα, τον ρυθμό εκφοράς πλασιέ εγκυκλοπαιδιών, τις ρητορικές συστροφές δικηγόρου που αγορεύει, και την ατμόσφαιρα σε καφενείο όπου συχνάζουν μόνο κλεπταποδόχοι, χαρτοκλέφτες και παραχαράκτες με κοστούμι και χωρίς εκτεταμένο ποινικό μητρώο.

Αυτή είναι ανάρτηση-εξορκισμός. Καλώ όλους τους δαίμονες της σκωπτικής έκφρασης, όλους τους διαβόλους και τριβόλους της χολερικής μου ύπαρξης, να με βοηθήσουν να τον βγάλω απ' το μυαλό μου, γιατί έχει τρυπώσει κάπου εκεί μέσα και τριβελίζει, τριβελίζει, τριβελίζει. Kάθε του πρόταση είναι ένα σφίξιμο της βίδας πάνω στο κρανίο μου, κάθε ανάσα που παίρνει αφαιρεί αέρα απ' τα πνευμόνια μου.


10-4/2011-Κριτικές ταινίας τεκμηρίωσης

Περπατούσαμε όλοι μαζί μέσα στο δάσος όταν άκουσα έναν σφυριχτό ήχο και, ένα δέκατο δευτερολέπτου μετά, ένιωσα, στο δεξί μέρος της κοιλιάς μου, κάτι καυτό και όξινο. Ένα βέλος με είχε διατρήσει. Περιεργάστηκα, παρά τον οξύ πόνο, το ξύλο του βέλους. "Οξιά!" φώναξα. "Είναι προφανές ότι πρόκειται για οξιά!"

"Ανοησίες!" είπε ένας σύντροφός μου, που στο μεταξύ είχε δεχτεί ένα στο στήθος και το περιεργαζόταν επίσης προσεκτικά. "Το ξύλο είναι βαλανιδιά!"

"Δεν ξέρω γιατί εμπιστεύτηκα την ζωή μου σε ανθρώπους τόσο αδαείς!", φώναξε ένας τρίτος, που είχε χτυπηθεί εν τω μεταξύ στον μηρό. "Το ξύλο βγάζει μάτι πως είναι καστανιά!"

"Κερασιά!" αναφώνησε ο τέταρτος, που είχε δεχτεί το βέλος ψηλά στον ώμο.

"Όχι, είναι δρυς!" κραύγασε ο πέμπτος, περισσότερο από το πείσμα της διαφωνίας παρά απ' τον πόνο στο θώρακα απ' το δικό του βέλος.

Ήταν προφανές από τις πληγές όλων μας πως υπήρχε πρόβλημα. Για να συνεχίσουμε τον δρόμο μας απρόσκοπτα, για να σταματήσουμε να υποφέρουμε από αυτές τις αιφνίδιες επιθέσεις, έπρεπε να καταλήξουμε για το είδος ξύλου που χρησιμοποιούνταν στα βέλη. Συγκαλέσαμε άμεσα συμβούλιο για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στην επείγουσα αυτή πρόκληση αναπτύσσοντας ο καθένας ενδελεχέστερα την θεωρία του.

8/4/2011-Εγκώμιο της απλοποίησης

Υπάρχουν τρεις διαθέσιμες προοπτικές απέναντι στην κρίση:

Η πρώτη αφορά την θεωρία και επίκεντρό της είναι το ερώτημα "τι είδους κρίση είναι;" Υπήρξε άπλετος καιρός τα τελευταία χρόνια για να κατατεθούν όλες οι απόψεις σχετικά με την φύση της κρίσης: είναι κρίση συσσώρευσης, είναι χρηματοπιστωτική, είναι συστημική, δεν είναι, είναι ιάσιμη, δεν είναι, είναι παγκόσμια, είναι τοπική, και λοιπά. Η αρμοδιότητα εδώ εμπίπτει κυρίως σ' αυτούς με μια αντίληψη και μια προπαίδεια στην πολιτική οικονομία και τις συναφείς επιστημονικές περιοχές.

Η δεύτερη αφορά την εμπειρία και το επίκεντρό της είναι το ερώτημα "τι συνέπειες έχει;" Και πάλι, υπήρξε (και θα συνεχίζει να υπάρχει) επαρκής χρόνος για να καταγραφούν εξονυχιστικά από τους δημοσιογράφους και τους οικονομικούς αναλυτές δεδομένων, που είναι και οι αρμοδιότεροι, όλες οι συνέπειες της κρίσης στην κίνηση της αγοράς, στην ανεργία, στις αυτοκτονίες, στον παραγωγικό τομέα και λοιπά.

Η τρίτη προοπτική για την κρίση αφορά αυτό το οποίο υποτίθεται ότι προκύπτει από την διαλεκτική θεωρίας και εμπειρίας, και το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πράξη. Το επίκεντρο εδώ είναι το ερώτημα "τι να κάνουμε;" Εδώ όμως, που οι εμπλεκόμενοι στο ερώτημα είναι όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά ανακόλουθα σε σύγκριση με τις πρώτες δύο προοπτικές. Εν συνόψει, η μοναδική ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα "τι να κάνουμε;" ως τώρα υπήρξε η εξής: α) να διαβάσουμε περισσότερες θεωρίες για την φύση της κρίσης, και β) περισσότερες δημοσιογραφικές αναφορές στις επιπτώσεις της κρίσης ώστε γ) να μπορούμε να περνάμε την ώρα μας διαφωνώντας πάνω στο τι πραγματικά αποκαλύπτουν οι προοπτικές α και β.

Η υλιστική σκέψη είναι υπερβολικά πανούργα για να παρασύρεται από τέτοιου είδους αμυντικά ψυχικά τεχνάσματα. Δεν θεωρεί ότι η αύξηση του όγκου των συζητήσεων βάσει των δύο πρώτων προοπτικών συνιστά απάντηση στο ερώτημα που τίθεται από την τρίτη. Αντίθετα, θεωρεί ότι η όλο και πληθωριστικότερη παρουσία των δύο πρώτων προοπτικών γίνεται σε βάρος της τρίτης· αποτελεί τρόπο καταστολής της, αποφυγής της, και επ' αόριστο αναβολής της. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερο εξακολουθούμε να συζητούμε για τις δύο πρώτες προοπτικές, τόσο περισσότερο δηλώνουμε την αδυναμία μας να σταματήσουμε να απομακρυνόμαστε από την ίδια την ύπαρξη της τρίτης.

Σχολίασα πρόσφατα την ιδέα της απλοποίησης στον Σορέλ, επιμένοντας ότι η απλοποίηση δεν σημαίνει απλούστευση της σκέψης. Η απλοποίηση δεν είναι συνέπεια, αλλά μέσο· είναι μια στρατηγική που στόχο έχει να αναδείξει το  γεγονός ότι η φαινομενική προσκόλληση στην πολυπλοκότητα δεδομένων και ερμηνειών δεν είναι πάντοτε εχέγγυο εμβρίθειας· ότι υπό κάποιες περιστάσεις, η συσσώρευση διαστάσεων ή λεπτομερειών γύρω από ένα πρόβλημα είναι ένας πολύ καλός τρόπος του να αποφύγεις να αντιμετωπίσεις την ουσία, που παραμένει πάντοτε το πώς θα το επιλύσεις. 

Το παράδειγμα των προοπτικών για την κρίση προσφέρεται ως ενδεικτικό του γιατί το οπλοστάσιο της σκέψης χρειάζεται το όπλο της απλοποίησης. Το χρειάζεται, εν προκειμένω, επειδή το ερώτημα "τι να κάνουμε;" του οποίου η ίδια η ορατότητα προπαιτεί την συρρίκνωση της προσοχής στα πορίσματα και αντι-πορίσματα που συνεχίζουν να συσσωρεύονται γύρω από τις δύο πρώτες προοπτικές, δεν είναι το ίδιο καθόλου απλό ερώτημα. Είναι, στην πραγματικότητα, το πιο πολύπλοκο από όλα, για αυτό και είναι αυτό για το οποίο δεν ανακύπτει απάντηση. Η απλοποίηση είναι η κίνηση με την οποία αφαιρείς από ένα πρόβλημα όλα όσα καταλήγουν να παρεμποδίζουν την άμεση ενατένιση της επιμονής του, και όχι βέβαια η δια της βίας απλούστευσή του.

7/4/2011-12/4/2011-Αφορισμοί της ημέρας

LXXIX
"Για αυτόν που κρατά σφυρί", λέει μια γνωστή φράση, "όλα τα προβλήματα μοιάζουν με καρφιά." Σωστά, πολύ σωστά. Αλλά ισχύει επίσης ότι για αυτόν που κρατά ξεσκονόπανο, όλα τα προβλήματα μοιάζουν με κόκκους σκόνης.

Καμιά φορά, πρέπει να δίνεις στα ρητά μια διαλεκτική διάσταση που τα ίδια αρνούνται, για να τούς αποκαταστήσεις την αλήθεια που κρύβουν και δεν θέλουν να πουν.


LXXX
Δεν υπάρχει ποτέ παρεξήγηση ή ψεύδος όταν ένα κείμενο περιγράφεται ως ακατανόητο. Είναι όντως ακατανόητο, είτε εξαιτίας της ανικανότητας του συγγραφέα του, είτε λόγω της ηλιθιότητας του αναγνώστη του.

Το πρόβλημα ανακύπτει πάντα όταν ένα κείμενο περιγράφεται ως κατανοητό. Γιατί τότε δεν μπορείς να γνωρίζεις εύκολα αν η διαπίστωση πηγάζει από την ευτυχή συνάντηση συγγραφικών στόχων και αναγνωστικών δεξιοτήτων ή, αντιθέτως, από την παρανόηση, που είτε εξυψώνει την απελπιστική ρηχότητα ενός κειμένου σε ορθό και κοινωνήσιμο λόγο είτε καταστέλλει κάθε τι σε ένα κείμενο που ανθίσταται στην επιθετική ανοησία του αναγνώστη.


LXXXI
Ζηλεύω όσους έγραφαν για να κερδίσουν την αθανασία ή για να αλλάξουν τον κόσμο. Σήμερα πρέπει να ιδρώσεις ως γραφιάς για να επιβιώσεις στο επόμενο πεντάλεπτο.


LXXXII
Θα πίστευα απόλυτα στο ούτως καλούμενο δαρβινικό δόγμα της επιβίωσης του ισχυροτέρου αν η εφαρμογή του μετατοπιζόταν από τον κόσμο των ζωντανών στο βασίλειο των νεκρών, και δη των νεκρών συγγραφέων. Κάθε φορά που τύχει να δω το μυθιστόρημα κάποιου ευφυούς νέου να φιγουράρει στην λίστα των ευπώλητων δίπλα σε ένα μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι ή του Μαν που έχει τύχει να επανεκδοθεί, αισθάνομαι σαν να βλέπω υπόδικο για πταίσμα να μπαίνει σε πτέρυγα βαρυποινιτών: ξέρεις εκ των προτέρων ότι θεωρούν τον χώρο της φυλακής τους τόσο δικό τους και τόσο ασφυκτικά περιοριστικό για τις ορέξεις τους που δύσκολα θα αφήσουν τον άβγαλτο και αθώο συγγραφέα να ζήσει για πολύ στο ράφι.


LXXXIII
Απ' τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, το σωστό θα ήταν να αφαιρεθούν τα τέσσερα, μιας και πηγάζουν, στον βαθμό που είναι αμαρτήματα, από ένα και μόνο: την οκνηρία. Αν δεν είσαι οκνηρός, ξέρεις πώς να ποθείς αυτό που αξίζει να ποθηθεί. Αισθάνεσαι οργή για αυτό που αξίζει πραγματικά την οργή σου, και περηφάνεια για αυτό που αξίζει πραγματικά την περηφάνεια σου. Ζηλεύεις αυτό που αξίζει τον κόπο να ζηλέψεις, με το ήθος που επιβάλλει μια τέτοια ζήλεια. Είναι το ανάξιο των αντικειμένων του πόθου, της οργής, της περηφάνειας και του φθόνου του οκνηρού ανθρώπου που μετατρέπει σε αμαρτίες ποιότητες που θα μπορούσαν να είναι αρετές.