Sunday, April 3, 2011

2/4/2011-Τρεις ερμηνείες για την βιβλική αφήγηση του προπατορικού αμαρτήματος

Ὁ δὲ ὄφις ἦν φρονιμώτατος πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός. καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ παραδείσου; καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ ὄφει· ἀπὸ καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα, ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ, οὐ δὲ μὴ ἅψησθε αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀποθάνητε· καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν· καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε· καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ᾿ αὐτῆς, καὶ ἔφαγον·καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔῤῥαψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα. Καὶ ἤκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινόν, καὶ ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου.[...] καὶ τῇ γυναικὶ εἶπε· πληθύνων πληθυνῶ τὰς λύπας σου καὶ τὸν στεναγμόν σου· ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει· τῷ δὲ Ἀδὰμ εἶπεν· ὅτι ἤκουσας τῆς φωνῆς τῆς γυναικός σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνου μὴ φαγεῖν, ἀπ᾿ αὐτοῦ ἔφαγες, ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου· ἐν λύπαις φαγῇ αὐτὴν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου·ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι, καὶ φαγῇ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ· ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ·[...] καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν· καὶ νῦν μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη· καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ ἔταξε τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ῥομφαίαν τὴν στρεφομένην φυλάσσειν τὴν ὁδὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς.
Γεν. 3.1-3.24

Μπορεί να προτείνει κανείς τρεις ερμηνείες για την βιβλική αφήγηση του προπατορικού αμαρτήματος. Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, υπεύθυνη για την πτώση των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο είναι η πράξη:  Ο Θεός τούς έχει πλάσει ως πλάσματα θεωρητικά με την αρχαιοελληνική και πλατωνική έννοια -- πλάσματα των οποίων σκοπός είναι να ατενίζουν την άχρονη τελειότητα της Ιδέας. Οι πρωτόπλαστοι παρακούν την εντολή αυτή επιτελώντας την μία και μοναδική πράξη που τούς βλέπουμε ποτέ να επιτελούν ενόσω βρίσκονται στον παράδεισο. Η πράξη είναι καταστροφική με διπλή έννοια: συνίσταται στην αποκοπή και καταστροφή του καρπού (μέσω της βρώσης του), και συνάμα καταστρέφει τον παράδεισο της καθαρής (θεϊκής) Ιδέας, εισάγωντας σ' αυτή τη βία της πράξης, που είναι επίσης, έτσι θα μας έλεγε ο Χέγκελ, έκφραση της άρνησης (και άρα επίσης της καταστροφής και της εξέγερσης κατά της κατάστασης). Φορέας τους σε τελική ανάλυση είναι ο διάβολος, που δεν είναι άλλο από το πνεύμα της άρνησης και της εξέγερσης ενσαρκωμένο.

Σύμφωνα με την δεύτερη ερμηνεία, υπεύθυνη για την πτώση των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο είναι, αντίθετα, η θεωρία: Ο Θεός έχει δώσει στους πρωτόπλαστους την καθαρή και αδιαμεσολάβητη πληρότητα ως απτή εμπειρία, αλλά αυτοί αποκτούν την επιθυμία να γνωρίσουν ενσυνείδητα την κατάστασή τους και όχι απλώς να την βιώσουν εμπειρικά. Ο καρπός της γνώσης που προκαλεί την πτώση είναι ο καρπός της ίδιας της θεωρητικής ενσυνειδητότητας, της οποίας η εισαγωγή καταστρέφει την αφελή ευτυχία της πληρότητας. Γιατί; Για τον απλούστατο λόγο ότι η θεωρία εισάγει άμεσα την διαίρεση του ατόμου εκ των ένδον: υφίσταται από τη στιγμή που ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα στην εμπειρία και την σκέψη για αυτή. Το ότι ο καρπός είναι η θεωρία αποδεικνύεται από τις συνέπειες της βρώσης του: το να φας τον καρπό ανοίγει κυριολεκτικά τα μάτια (θεωρώ: κοιτάζω, βλέπω). Ο απαγορευμένος καρπός κάνει εφικτό το να δεις αυτό για το οποίο ήσουν ως τότε ευτυχισμένα τυφλός: "καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν". Η αντίληψη της γύμνιας είναι η αντίληψη της διαίρεσης, το καθαρό αποτέλεσμα του γεγονότος ότι βρίσκεσαι στη θέση να δεις τον εαυτό σου από έξω, από την θέση του παρατηρητή. Μόνο έτσι μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι είσαι γυμνός. Η θεωρία συνεπώς δεν είναι παρά η γνώση του εαυτού ως αλλοτρίωση του εαυτού, η διαίρεσή του υποκειμένου από τον εαυτό του.

Σύμφωνα με την τρίτη ερμηνεία, υπεύθυνη για την πτώση των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο δεν είναι ούτε η θεωρία ούτε η πράξη, αλλά η σύγχυση γύρω από μία κατάσταση που το ίδιο το κείμενο συνομωτεί για να διαιωνίσει. Στον διάλογο της Εύας με το φίδι, η πρώτη λέει ότι επιτρέπεται η βρώση όλων των άλλων καρπών εκτός αυτού που βρίσκεται στο κέντρο του παραδείσου, που, αν φαγωθεί, επιφέρει τον θάνατο. Ο Θεός προειδοποιεί τούς πρωτόπλαστους να μην φάνε τον καρπό αυτό "ἵνα μὴ ἀποθάνητε", για να μην πεθάνουν. Το είδος του δέντρου στο οποίο ανήκει ο καρπός δεν περιγράφεται ως τέτοιο, λέγεται όμως ότι ο καρπός αυτός αφορά ουσιαστικά την γνώση, κυρίως δε τη γνώση του καλού και του κακού: "διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν." Τα λόγια ανήκουν στο φίδι, επιβεβαιώνονται όμως αργότερα και από τον ίδιο τον Θεό: "καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν· καὶ νῦν μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα."

Εδώ όμως, όπως και στο τελικό εδάφιο στο οποίο γίνεται λόγος για νέα μέτρα προστασίας του Παραδείσου ("καὶ ἔταξε τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ῥομφαίαν τὴν στρεφομένην φυλάσσειν τὴν ὁδὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς") διαφαίνεται ένα σκανδαλωδώς αδήλωτο γεγονός: οι πρωτόπλαστοι δεν τιμωρούνται γιατί επεχείρησαν να γίνουν σαν τον Θεό αλλά επειδή το επεχείρησαν μέσω του λάθος δέντρου. Το προπατορικό αμάρτημα είναι η επιλογή της γνώσης για το καλό και το κακό στη θέση της επιλογής της αθανασίας. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται από το γεγονός ότι θα ήταν παράλογο το αρχικά απαγορευμένο δέντρο να είναι το δέντρο της ζωής: σύμφωνα με τον Θεό η βρώση των καρπών του φέρνει τον θάνατο. Και από την άλλη, υπάρχει το γεγονός ότι στην περιγραφή των αποτελεσμάτων της βρώσης του απαγορευμένου καρπού δεν αναφέρεται πουθενά η ανάδυση της ζωής αλλά η εμπειρία της γνώσης. Θυμόμαστε, τέλος, την αφηγηματολογική σημασία του γεγονότος ότι σύμφωνα με την Εύα, υπάρχουν πέραν του ενός καρποφόρου δέντρου στον Παράδεισο, και ότι είναι επιτρεπτό το να φάνε οι πρωτόπλαστοι από όλα πλην ενός ("ἀπὸ καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα, ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ").  Ο Παράδεισος λοιπόν μοιάζει με τηλεπαιχνίδι όπου καλείσαι να διαλέξεις στα τυφλά ανάμεσα σε έπαθλα, και οι πρωτόπλαστοι, παρασυρμένοι από την ζηλοφθονία του διαβόλου και τη γοητεία του απαγορευμένου, μπερδεύουν τον σωστό τρόπο του να γίνουν Θεοί με τον λάθος.

Το βιβλικό κείμενο τιμωρεί την σύγχυση των πρωτόπλαστων προκαλώντας την σύγχυση των επιγόνων τους, μιας και αποκρύπτει το γεγονός ότι εμπλέκονται δύο δέντρα μέσω της στρατηγικής τού να ονομάσει μεν το ένα αλλά να περιγράψει αναλυτικά τις συνέπεις της βρώσης του καρπού του άλλου. Δεν βοηθάει βέβαια την σωστή κατανόηση του τι συμβαίνει το γεγονός ότι, καθώς ο Θεός κλείνει την πόρτα του παραδείσου, επέρχεται μια ολοκληρωτική αντιστροφή της αρχικής κατάστασης: ενώ αρχικά το απαγορευμένο δέντρο ήταν αυτό της γνώσης, η απαγόρευση αυτή αίρεται έμπρακτα από τους πρωτόπλαστους και εισάγεται από τον Θεό μια δεύτερη απαγόρευση, αφού δεν είναι πλέον το δέντρο της γνώσης αλλά αυτό της ζωής που απαγορεύεται να πλησιάσει ο άνθρωπος. Οι πρωτόπλαστοι λοιπόν εξορίζονται κουβαλώντας ως σκευή τον θάνατο από τη μία και την γνώση από την άλλη. Η γνώση αυτή, ανάμεσα σε άλλα, αφορά το γεγονός ότι η ζωή δεν είναι γνώση και ότι η γνώση είναι σε τελική ανάλυση γνώση της περατότητας, του γεγονότος ότι θα πεθάνουν. Είναι όμως ταυτόχρονα γνώση του γεγονότος ότι ο τρόπος με τον οποίο θα εκφράζουν την γνώση τους για όλα αυτά, η γραφή, θα είναι πάντοτε τέτοιος ώστε να είναι σκοτεινός στον εαυτό του, και έτσι, αποτρεπτικός για την αλήθεια.

1/4/2011-Βιβλικά

Για είκοσι χρόνια, και αφού είχε πάρει το σημάδι ότι θα ερχόταν η μέρα που θα χρειαζόταν, ο Νώε έχτιζε την κιβωτό του, πρώτα μεθοδικά στο μυαλό του και αργότερα στην πράξη, σανίδι το σανίδι. Όλα γινόντουσαν σωστά: τα υλικά ήταν κατάλληλα και ανθεκτικά, οι αρμοί γεροί, το χτίσιμο γινόταν σε ψηλό και προστατευμένο σημείο. Και η προφητεία επαληθεύθηκε, και άρχισε να βρέχει χωρίς σταματημό. Σε εκείνο όμως το σημείο, ο Νώε ανακάλυψε ότι είχε αμελήσει να μελετήσει την σύσταση του εδάφους, που ήταν τόσο άγονο και διαβρωμένο από την χρόνια ξηρασία ώστε να αδυνατεί να συγκρατήσει την βροχόπτωση από πολύ νωρίς. Τα νερά φούσκωσαν από την πρώτη μέρα, και τα ζώα πνίγηκαν όλα πριν προλάβει να τα συγκεντρώσει. Όσο για τον Νώε, τόσο πολύ θύμωσε με την απρονοησία και την αμυαλιά με την οποία είχε τελικά αποκριθεί στο προφητικό σημάδι, που αφέθηκε και αυτός να παρασυρθεί απ' τα νερά που κάλυπταν τα πάντα. Έμεινε μόνο η κιβωτός να πλέει άδεια στην πλημμυρισμένη γη, και το αν άντεξε και τις σαράντα μέρες είναι δύσκολο να ειπωθεί, μιας και δεν έσωσε κανένα που να μπορεί να μαρτυρήσει για την ανθεκτικότητά της ή για την μαστοριά με την οποία ήταν, υποτίθεται, καμωμένη.

19/3/2011-1/4/2011-Αφορισμοί της ημέρας

LXXIII
Η ιδέα ότι αν συνεχίσουμε να τρέχουμε στην ευθεία θα καταφέρουμε κάποια στιγμή να πλησιάσουμε περισσότερο το φεγγάρι ανήκει στα παιδιά και αντανακλά μια ελλειπή κατανόηση του ζητήματος της απόστασης. Η ενήλικη σκέψη συνίσταται όχι στην απάρνηση της επιθυμίας αλλά στην εκ νέου αντίληψη των βασικών παραμέτρων που εμπλέκονται στην πραγματοποίησή της. Η γερασμένη σκέψη, από την άλλη πλευρά, είναι αυτή για την οποία το ταξίδι έχει ήδη γίνει εφικτό αλλά τα αποτελέσματά του είναι εξ ολοκλήρου απογοητευτικά: το φεγγάρι δεν είναι ούτε εύφορο ούτε κατοικήσιμο. Δεν είναι ένα μέρος όπου μπορεί να ζήσει με τρόπο φυσικό η ανθρωπότητα, και ως εκ τούτου οι κόποι, οι θυσίες και οι ελπίδες δεκαετιών φαίνονται πια πράγματα μάταια. Τέλος, η ώριμη σκέψη είναι αυτή για την οποία τόσο το γεγονός ότι είναι εφικτό, με την κατάλληλη προετοιμασία, να πας στο φεγγάρι, όσο και το γεγονός ότι αυτό οδηγεί τελικά στην απογοήτευση, είναι σημαντικές διαστάσεις του ζητήματος αλλά δεν το εξαντλούν: το φεγγάρι παραμένει σημαντικό για το γεγονός ότι συνεχίζει να μας θυμίζει πως αυτός ο πλανήτης στον οποίο κατοικούμε δεν είναι ούτε η αρχή ούτε το κέντρο του σύμπαντος και πως κάθε βλέμμα μακριά από αυτόν είναι αρκετό για να μας κάνει να αισθανόμαστε το ρίγος μιας ακατανίκητης αίσθησης ανεστιότητας και μιας ανεξήγητης νοσταλγίας για ό,τι δεν γνωρίσαμε ποτέ.

Αν τη λέξη "φεγγάρι" την αντικαθιστούσε κάποιος με τη λέξη "κομμουνισμός", τότε θα αναδυόταν μια αρκετά μεστή αλληγορία για την ιστορική και φιλοσοφική διάσταση του προβλήματος που θέτει η δεύτερη λέξη από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ως σήμερα.

LXXIV
Ο Αντόρνο διηγείται κάπου μια ιστορία που έγραψε, αν δεν με απατά η μνήμη μου, ο Λέσιγκ. Μια ομάδα χριστιανών ναυαγών έχει καταφέρει να διασώσει, ανάμεσα σε άλλα που πρόλαβε να γλιτώσει απ' το νερό, μία Βίβλο, η οποία γίνεται πνευματικό της αποκούμπι και παρηγοριά. Καθώς οι αποκομμένοι ναυαγοί φτιάχνουν κοινότητα και αναπαράγονται, και καθώς δεν υπάρχει επαφή με τον έξω κόσμο, η Βίβλος αρχίσει να φθείρεται και να φθείρεται από τη χρήση και την επαφή με τα στοιχεία της φύσης, ώσπου στο τέλος έρχεται μια γενιά για την οποία το μόνο που έχει απομείνει από τη Βίβλο είναι το σκληρό εξώφυλλο, το οποίο η γενιά αυτή μελετά ωσάν να περιείχε κάποια ανεξήγητη και υπερβατική σοφία, μιας και το μόνο που γνωρίζει πια είναι ότι αυτό είναι το βιβλίο που μελετούσαν όλες οι γενιές των προγόνων της.

Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι η θέση που υπέχει ο μαρξισμός σήμερα δεν διαφέρει πολύ από την μοίρα αυτής της αποσκελετωμένης και χωρίς περιεχόμενο Βίβλου.

LXXV
Τη στιγμή που μιλήσεις για την κοινωνία με όρους υγείας και ασθένειας, θα εμφανιστεί, με μαθηματική ακρίβεια, αυτός που θα σε ρωτήσει για την "θεραπεία" που προτείνεις. Σε εκείνο το σημείο, και καθώς πίσω από την λέξη "θεραπεία" εμφανίζονται ήδη φαντάσματα από κολοβά μουστάκια και σφιγμένες γροθιές πίσω από μικρόφωνα, γίνεται εμφανές ότι οι πολιτικές μεταφορές δεν είναι χρώματα σε μια παλέτα, από όπους μπορείς να διαλέξεις τώρα αυτό και τώρα εκείνο, σαν να 'σουν κάποιος φλύαρος ζωγράφος που βλέπει την τέχνη της ζωγραφικής ως μια ευκαιρία να χρησιμοποιεί πολλές μπογιές. Αντίθετα, οι πολιτικές μεταφορές σε δεσμεύουν και σε εγκλωβίζουν, μιλούν για σένα ενώ νομίζεις πως μιλάς εσύ.

Γιατί βέβαια, τόσο η υγεία όσο και η ασθένεια είναι μεταφορές που προϋποθέτουν πως η κοινωνία είναι σώμα, και αυτό με την σειρά του είναι μια οργανική μεταφορά, μια αντίληψη για την κοινωνία ως εκ φύσεως αδιαίρετη, διαταγμένη με τέτοιο τρόπο ώστε το κάθε μέρος να υπηρετεί το άλλο σε μια αρμονική ενότητα.

Όμως αυτή είναι ήδη μια αντίληψη που παραπέμπει στην μεσαιωνική πολιτική θεολογία, και που επιστρέφει στην νεωτερικότητα υπό την αιγίδα της φασιστικής νοσταλγίας για οργανικότητα χωρίς ισότητα. Αυτός που σε ρωτά για τη μορφή της θεραπείας τα έχει ήδη διατρέξει όλα αυτά με την ταχύτητα του καλά εκπαιδευμένου αντιδραστικού πολιτικού ενστίκτου, ενώ ο δικός σου νους, που έχει γίνει μαλθακός από την διανοητική αυταρέσκεια, όχι μόνο δεν έχει κατανοήσει την άσχημη τροπή των πραγμάτων, αλλά σκέφτεται ήδη το επόμενο λεκτικό πυροτέχνημα με το οποίο θα μαγέψει τον αναγνώστη.

LXXVI
Μοιάζουμε με τον ναυαγό εκείνο σε κάτι γελοιογραφίες, που η μοίρα τον φέρνει σε ένα νησί που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μικρό βουναλάκι άμμου όπου τίποτε δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και όπου το μόνο που φυτρώνει είναι ένα μοναχικός και κάπως δειγματολειπτικός φοίνικας. Σε ένα τέτοιο μέρος, η γη δεν προσφέρει τίποτε παραπάνω από ένα μέρος για να γράψεις, με γράμματα μεγάλα: "Βοήθεια!"

LXXVII
Αυτός που έχει κύρος αλλά όχι εξουσία είναι αυτός που μια κοινωνία επιφορτίζει με τον ρόλο να δίνει συμβουλές. Σήμερα, αυτός ο τύπος ανθρώπου εκλείπει παντού. Κανείς δεν θέλει πια συμβουλές, γιατί ακόμα και αν δεν είναι εντελώς πεπεισμένος ότι δεν τις χρειάζεται, είναι ωστόσο απόλυτα πεπεισμένος ότι κανείς δεν είναι σε θέση να του τις δώσει. Και έτσι το κύρος εξανεμίζεται, και αυτός που δεν έχει εξουσία για να αναπληρώσει τη φθορά του καθίσταται γελοίος στα μάτια όλων και διασύρεται προς γενική ευθυμία.

Αυτό βέβαια που μένει όταν το κύρος εξαερώνεται ως ποιότητα που εξαρτάται από την κοινωνική συναίνεση είναι μόνο η εξουσία. Και έτσι, όσο ο άνθρωπος με κύρος αλλά χωρίς εξουσία παύει να υφίσταται ως εφικτή θέση στον δημόσιο λόγο, τόσο ενισχύεται η παρουσία και η σημασία του ανθρώπου με εξουσία αλλά χωρίς κύρος. Που σημαίνει επίσης: μια κοινωνία που έχει πάψει να δίνει σημασία σε συμβουλές μαθαίνει να συμμορφώνεται όλο και περισσότερο με διαταγές.

Δεν αφήνει ψυχικά κατάλοιπα η υπακοή στις διαταγές μιας εξουσίας χωρίς κύρος; Δεν τρέφει την μνησικακία και την οργή; Φυσικά. Αλλά ένα σημαντικό μέρος αυτής της οργής και της μνησικακίας έχει ήδη στραφεί σε ασφαλείς στόχους, δηλαδή στην κατηγορία αυτών που αν και δεν έχουν εξουσία τολμούν ωστόσο να διεκδικούν κύρος. Η εκφασισμένη κοινωνία είναι δημοκρατικά ισοπεδωτική σε ό,τι αφορά το κύρος· στα μάτια της, κανείς δεν δικαιούται να έχει μερίδιο σ' αυτό. Όλον της τον αριστοκρατισμό τον φυλά για κείνους που μη έχοντας τίποτε απολύτως που να τους ξεχωρίζει από τους άλλους, καταφέρνουν ωστόσο να αρπάζουν και να κρατούν την εξουσία. Για μια τέτοια κοινωνία, δημοκρατία σημαίνει: κάθε χολερικός δεκανέας μπορεί να ελπίζει να γίνει μια μέρα ο Φύρερ, και κανείς Άουερμπαχ, Κράους ή Μπένγιαμιν δεν έχει το δικαίωμα να ξεχωρίζει από τον τελευταίο γραφιά εφημερίδας.

LXXVIII
Η ιστορία της εξέλιξης της επικοινωνίας από τη σκοπιά των προβλημάτων που ενέχονται στη γραφή είναι μάλλον η αντίστροφη από αυτή που παρουσιάζει η σκοπιά της ιστορικής εξέλιξης των τεχνολογικών μέσων. Όταν αρχίζεις να γράφεις, θεωρείς ότι το να επικοινωνήσεις με τον γραπτό λόγο είναι κάτι σαν να παίρνεις κάποιον τηλέφωνο. Από ένα σημείο και μετά, νιώθεις ότι ουσιαστικά είναι μάλλον σαν να στέλνεις επιστολές με ταχυδρομικές άμαξες, στις οποίες κάποιες φορές τυχαίνουν ατυχήματα, ληστείες ή επιδρομές. Στο τέλος, καταλήγεις να θεωρείς ότι το να γράφεις είναι σαν να στέλνεις μηνύματα με ταχυδρομικά περιστέρια, σήματα καπνού, ή μπουκάλια στο πέλαγος.

19/3/2011-Κρίση, ιστολόγια, και κριτική τεχνογνωσία

Μία από τις συνέπειες της κρίσης που έχει περάσει απαρατήρητη και ασχολίαστη είναι αυτή που αφορά η σταδιακή μεταμόρφωση των βασικών προϋποθέσεων του εγχώριου δημόσιου λόγου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον χώρο των ιστολογίων: μέχρι τις απαρχές της κρίσης στην Ελλάδα, το κυρίαρχο μοντέλο του λόγου για την πολιτική και την κοινωνία ήταν ο σχολιασμός. Ο εκάστοτε συγγραφέας λάμβανε ως δεδομένο το ένα ή το άλλο γεγονός, την μία ή την άλλη δήλωση πολιτικού ή κομματικού στελέχους, και κατόπιν τοποθετούνταν κριτικά επ' αυτής. Ο ρόλος του δηλαδή ήταν λίγο-πολύ ο ρόλος του δημοσιογράφου, ο οποίος απλώς σχολιάζει τον λόγο που ήδη διαχέεται στην δημόσια σφαίρα. 

Η κρίση δημιούργησε νέες περιστάσεις, αρχής γενομένης από τα ζητήματα για την διαχείρισή της. Όποιος ήθελε να έχει λόγο για αυτήν έπρεπε όχι απλώς να ενημερωθεί για τα διάφορα οικονομικά δεδομένα, αλλά πολύ σημαντικότερα, να πάρει θέση για το ένα ή το άλλο εφικτό ή προτεινόμενο μέτρο: παύση πληρωμών, "κούρεμα" του χρέους, έξοδο από την ευρωζώνη, κλπ. Οι συνθήκες καθιστούν τον απλό σχολιασμό όλο και πιο ανεπαρκή στα μάτια των αναγνωστών, οι οποίοι πλέον διαβάζουν, σε μεγάλο βαθμό, σε αναζήτηση προτάσεων και λύσεων. Η τάση έχει αναπόφευκτα επεκταθεί από την οικονομία και στην πολιτική, όπου γίνεται όλο και η επιτακτικότερη η λήψη θέσης επί ζητημάτων κομματικής στρατηγικής, κινηματικού προσανατολισμού, κλπ: υπολογίζονται προοπτικές συμμαχιών, αναλύονται τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα συσπείρωσης γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα, και ούτω κάθε εξής. 

Όλο και περισσότερο λοιπόν, τα ιστολόγια καλούνται να πάρουν θέση, να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους για αυτή την θέση, να ασκήσουν κάτι περισσότερο από την λειτουργία του σχολιαστή της επικαιρότητας. Ανατρέχοντας στο παρελθόν, βλέπω την εξέλιξη του παρόντος ιστολογίου με όρους, λίγο-πολύ, μιας σειράς από απόπειρες λήψης θέσης: για τον απόηχο του Δεκέμβρη του 2008, για τις μακροπρόθεσμες ή όχι προοπτικές της οικονομικής κρίσης, για τα γεγονότα γύρω από τον Στολίσκο της Ελευθερίας στη Γάζα, για τα γεγονότα της 5/5, για την ηθικολογική ρητορική που συνόδεψε την πρώτη φάση της πρόσληψης της κρίσης, για την έξοδο από το ευρώ, για το "μεταναστευτικό". 

Η λήψη θέσης επιβαρύνει τον ιστολόγο με αρκετές υποχρεώσεις: ενημέρωση, επεξεργασία δεδομένων, επιλογή αναλυτικής μεθοδολογίας και θεωρητικού μοντέλου ανάλυσης. Αυτό σημαίνει ότι τον/την εκθέτει επίσης πολύ περισσότερο από ότι στο παρελθόν στην κρίση: η ουσιαστική μετάλλαξη του ιστολογείν τον τελευταίο ενάμιση περίπου χρόνο είναι ότι ο/η ιστολόγος και το ιστολόγιο αδυνατεί όλο και περισσότερο να κρίνει χωρίς να κρίνεται ταυτόχρονα· ενώ μέχρι πρότινος αρκούσε η συγγραφική δεινότητα ή το ταλέντο, ή η ενδιαφέρουσα θεματολογία για να καθιερωθεί ένα ιστολόγιο, το τελευταίο διάστημα η μοίρα του και οι προοπτικές του κρίνονται όλο και περισσότερο από την επιτυχία ή αποτυχία του να τοποθετηθεί πειστικά για θέματα που απασχολούν και πιέζουν την καθημερινή ζωή των αναγνωστών του.

Η τάση αυτή έχει τόσο αρνητικά όσο και θετικά αποτελέσματα: στα αρνητικά θα πρέπει να καταταχθούν οι αρνητικές συνέπειες που έχει το συνεχές ύψωμα του πύχη των προσδοκιών για την συγκρότηση του λόγου: ο ιστολόγος καλείται να λειτουργήσει ως οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, θεωρητικός της πολιτικής, κομματικός τακτικιστής, αναλυτής δεδομένων, συγγραφέας μανιφέστων, και ένα σωρό άλλα πράγματα ταυτόχρονα. Συχνά αυτό αποδεικνύεται ανέφικτο,  και το αποτέλεσμα της προσπάθειας να ανταποκριθείς είναι να εκτίθεσαι, ξεφεύγοντας κατά πολύ από τα όρια αυτού που έχεις την τεχνογνωσία να χειριστείς αποτελεσματικά και με φερεγγυότητα. Από την άλλη όμως πλευρά, είναι αυτό ακριβώς που βρίσκω και ιδιαίτερα θετικό: για πάρα πολύ καιρό, η κοινωνία συνήθισε σε έναν δημόσιο λόγο που υπέχει τον ρόλο διασκέδασης, που στερείται ευθυνών, που απλώς καταλώνεται ως ευχάριστος θόρυβος. Συνήθισε έναν δημόσιο λόγο κατ' ουσία παρασιτικό, "εύκολο" και ανέξοδο. Και συνεπώς αποδέχτηκε και μια αντίληψη για τις υποχρεώσεις του πολίτη που ουσιαστικά ευτελίζει την ιδέα της δημοκρατίας, συρρικνώνοντάς την στην απλή διάχυση "απόψεων" και "γνωμών", χωρίς κόστος, χωρίς απαιτήσεις λογικής συνέπειας και πολιτικής συνεκτικότητας, και χωρίς κοινωνικό αντίκτυπο σε κάποια ενσυνείδητη κατεύθυνση.

Όλο και περισσότερο, μας ζητείται όχι να σχολιάσουμε αλλά να κρίνουμε· και όλο και περισσότερο, οι κριτές κρίνονται οι ίδιοι. Η διάσταση αυτή είναι ένα σημαντικό κέρδος για την εξυγίανση της δημόσιας σφαίρας από τα κάτω, την σταδιακή απομάκρυνση της κοινωνικής πλειοψηφίας από τον ρόλο του αφηρημένου καταναλωτή και των πηγών εκπόρευσης του δημόσιου λόγου από αυτόν του παρασιτικού κουτσομπόλη της γειτονιάς. Η κρίση κρίνει: απομυθοποιεί, εκθέτει, αναδεικνύει τεράστιες θεωρητικές και πρακτικές ανεπάρκειες, αποκαλύπτει γύμνιες εκεί που πρότερα όλα φάνταζαν γυαλιστερά και καλο-τακτοποιημένα. Θα πρέπει να παραμείνουμε όσο περισσότερο γίνεται ανοιχτοί σ' αυτή την διαδικασία κρίσης, ανοιχτοί δηλαδή στην αυτοκριτική, στην πίεση μεγαλύτερων απαιτήσεων, στην ανησυχία αυτού που κατανοεί ότι τα όπλα τεχνογνωσίας με τα οποία είναι εφοδιασμένος ή εφοδιασμένη δεν επαρκούν, ότι χρειάζονται νέες σκέψεις, νέοι τρόποι αντίληψης, μια νέα αυστηρότητα προς τον εαυτό μας και προς τους άλλους. 

Στον βαθμό που γίνεται ενσυνείδητο αυτό, στον βαθμό δηλαδή που αφηνόμαστε να εξερευνήσουμε τις συνέπειές του για την καθημερινή μας στάση ζωής εντός και εκτός διαδικτύου, αποτελεί ίσως το μοναδικό κέρδος από την πολυεπίπεδα καταστροφική εμπειρία των τελευταίων δύο περίπου ετών.