Friday, March 18, 2011

14/3/2011-Σκέψεις για το ιστολογείν

Σκέφτομαι αυτές τις μέρες, σε μεγάλο βαθμό αυτοκριτικά, για την εμπειρία μου στην ελληνική ιστόσφαιρα, και κυρίως για την εμπειρία των τελευταίων μηνών. Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο, να μορφοποιήσεις αυτό που βλέπεις: τα ιστολόγια είναι πάρα πολλά, οι θεματικές αλλάζουν, το ίδιο και οι διαθέσεις και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αλλά ταυτόχρονα, υπάρχει κάτι εκεί που μοιάζει να επιζητά έκφραση και διατύπωση με έναν κάποιον τρόπο, έστω δοκιμαστικό ή σχετικά χοντροκομμένο. 

Οπωσδήποτε, τα πιο γνωστά ιστολόγια, πέραν των καθαρά σκανδαλοθηρικών, είναι, με την ευρεία έννοια, "κοινωνικού" χαρακτήρα. Άλλα επικεντρώνονται περισσότερο στην οικονομία. Και άλλα είναι κυρίως πολιτικά. Αυτός μοιάζει να είναι ο "σκληρός πυρήνας" των ιστολογίων με σχετικά σημαντική αναγνωσιμότητα στην Ελλάδα: κοινωνία-οικονομία-πολιτική.

Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι οι μήνες μετά την 5/5/2010 είναι και στα ιστολόγια περίοδος μιας υφέρπουσας παρακμής, μάλλον ανεξάρτητης από τις προθέσεις ή τις προσπάθειες αυτών που τα διατηρούν. Τα περισσότερα ιστολόγια με σχετικά σημαντική αναγνωσιμότητα, για να μην πω όλα, ανανεώνονται συχνά: κάποια αρκετές φορές την εβδομάδα, άλλα αρκετές φορές την ημέρα. Πράγμα που σημαίνει ότι εξαρτώνται από έναν όγκο κειμένων. Ο όγκος αυτός σε ορισμένες περιπτώσεις αφορά καθαρά την παραγωγική ικανότητα του συγγραφέα, ο οποίος λειτουργεί πλέον με ρυθμούς σχεδόν επαγγελματία δημοσιογράφου, σε άλλες συμπληρώνεται με αναδημοσιεύσεις ή μεταφράσεις (όπως γίνεται εδώ).

Η υπερπαραγωγικότητα όμως στο επίπεδο των ιστολογικών δημοσιεύσεων αρχίζει να απέχει όλο και περισσότερο από το τι συμβαίνει στο πραγματικό, κοινωνικό επίπεδο, όπου η κυρίαρχη, αναμφισβήτητα, τάση είναι η ιδεολογική στασιμότητα (και όλο και συχνότερα, η οπισθοδρόμηση). Έχουμε, για να το πω απλά, παραγωγικά ιστολόγια σε μια όλο και λιγότερο δυναμική κοινωνία. Αυτό έχει κάποιες συνέπειες: η ιστολογική παραγωγικότητα, ευρισκόμενη σε όλο και μεγαλύτερη αναντιστοιχία με πραγματικές κοινωνικές ζυμώσεις, αρχίζει να αντιμετωπίζει μια εσωτερική αίσθηση ανασφάλειας και δυσανεξίας: ποιός είναι πλέον ο λόγος για να γράφεις, πόσο μάλλον πολύ;

Για κάποιους, είναι αρκετή η θετική ανταπόκριση στα γραπτά τους, η οποία είναι όμως δίκοπο μαχαίρι. Διότι από ένα σημείο και μετά, αρχίζεις να νιώθεις ότι η επιβράβευση δεν αφορά την ικανότητά σου να αφυπνίσεις ή να προβληματίσεις, αλλά μάλλον αυτή του να προσφέρεις κάποιου είδους αναπλήρωση, κάποια αποζημιωτική αίσθηση ότι "κάτι συμβαίνει" σε μια κοινωνία όπου "συμβαίνουν" όλο και λιγότερα ενδιαφέροντα πράγματα, τουλάχιστον αν με τον όρο "ενδιαφέροντα" εννοούμε "απρόβλεπτα", "εκτός σεναρίου", "δημιουργικά υποσχόμενα." 

Για κάποιους άλλους, ο λόγος είναι η στράτευση, η πεποίθηση ότι οι απόψεις τους, ή αυτές που αναπαράγουν, είναι σημαντικές για την κοινωνική επαγρύπνηση και μεταστοιχείωση. Όμως και εδώ υπάρχουν δυσκολίες, ιδιαίτερα για τα ιστολόγια με πολιτική αντζέντα που έχει, ας το πούμε έτσι, κάποιες μετασχηματιστικές φιλοδοξίες. Διότι βέβαια, είναι πολύ δύσκολο να αποφύγεις την αντίληψη ότι η κοινωνία μπορεί να παρακολουθεί σε ένα βαθμό το ιστολόγιο, δεν ακολουθεί όμως και πολύ τις ιδέες του. Κρατά, ρητά ή υπόρρητα, αποστάσεις. Ακόμα και όταν παθιάζεται, το πάθος αυτό είναι λίγο-πολύ ρητορικό και εξαντλείται σε διαδικτυακούς διαξιφισμούς. Στην ουσία, ο χώρος του ιστολογείν δεν επικοινωνεί παρά περιορισμένα και επιλεκτικά με αυτόν της κοινωνίας. Όχι επειδή "ο κόσμος" δεν διαβάζει ιστολόγια --μάλλον το αντίθετο, τα διαβάζει όλο και περισσότερο-- αλλά επειδή η ετερογένεια του χώρου αυτού χάνει σιγά-σιγά τον δυναμισμό της όσο περισσότερο έρχεται σε επαφή με την "πραγματική" κοινωνία. 

Πρόκειται, στην ουσία, για το ακριβώς αντίθετο από αυτό που υποτίθεται ότι συνέβει σε χώρες όπως η Αίγυπτος: αντί τα ηλεκτρονικά μέσα να λειτουργήσουν ως καταλύτες σε μια ήδη εξελισσόμενη πορεία κοινωνικής ζύμωσης, η επαφή τους με την κοινωνία αρχίζει να τους μεταδίδει μια όλο και μεγαλύτερη συναίσθηση του κοινωνικού αδιεξόδου. Σκέφτομαι το διαλεκτικό παράδοξο ενός ιστολογίου που έχει υιοθετήσει, ας πούμε, έναν λίγο-πολύ σταθερά ελεγειακό τόνο, και ενός που έχει, αντίθετα, ταυτιστεί με μια έντονα εξεγερσιακή και επαναστατική ρητορική: και τα δύο κινδυνεύουν εξίσου να χάσουν την επαφή τους με την κοινωνία στον βαθμό που εγκλωβίζονται στο να αντανακλούν παθητικά τις διαφορετικές της όψεις· την θεσμοποίηση, σιγά-σιγά, της ελεγείας ως βασικού μηχανισμού διαπραγμάτευσης του σοκ της αλλαγής προς το χειρότερο από τη μία πλευρά, και την ρητορικοποίηση της ιδέας της αλλαγής σε προοδευτική κατεύθυνση ως αντίβαρου και αποζημίωσης για την πραγματική κοινωνική αποτελμάτωση από την άλλη. 

Κανένας από τους δύο αυτούς δρόμους, με άλλα λόγια, δεν μπορεί πια να λειτουργήσει κριτικά, διότι έχουν και οι δύο απορροφηθεί από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που μοιάζει να σταθεροποιείται παλινδρομώντας, όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό, ανάμεσα στην απελπισία και τον πραγματιστικό κυνισμό, ανάμεσα στην "επαναστατική γυμναστική" και την σιωπηρή οπισθοχώρηση σε όλο και πιο νερωμένες, εκ προοιμίου συμβιβαστικές, μα και τελικά άνευ πρακτικού αποτελέσματος "λύσεις."

Είναι πάρα πολύ δύσκολο, υπό αυτές τις περιστάσεις, για κάποιον να ξαναεφεύρει τον εαυτό του, να ξαναδιαπραγματευτεί τους όρους με τους οποίους επικοινωνεί: η γραφή και τα χαρακτηριστικά της, υφολογικά και αισθητικά, δεν μπορούν να ρυθμίσουν τις περιστάσεις πρόσληψής τους από τη θέση κυρίαρχου. Κι όμως, αν υπάρχει ακόμα κάποιος στόχος στο να γράφει κανείς, αυτός ο στόχος οφείλει να περάσει από ενσυνείδητη επεξεργασία, λαμβάνοντας υπόψη τις απογοητεύσεις και τις διαψεύσεις του πραγματικού. 

Όμως για ποιο λόγο να είναι ανάγκη να γίνει σήμερα αυτό; Για ποιο λόγο δεν μπορούμε να αρκεστούμε στο να αναπαράγουμε απλά τον εαυτό μας, τον τρόπο γραφής μας, που συχνά λειτουργεί ως "κράχτης" ή ως εγγύηση αναγνωσιμότητας; Ποιος είναι ο καταφατικός στόχος μιας άρνησης απέναντι στον τυφλό αυτοματισμό στον οποίο βυθίζονται όλα όλο και περισσότερο; 

Υπάρχει, εξακολουθώ να πιστεύω, κάτι που πρέπει να διαφυλαχθεί στην κοινωνία ακόμα και κόντρα στην κοινωνία. Υπάρχει μια ιστορική υπόσχεση της ανθρωπότητας στον εαυτό της που οφείλει να μην αφεθεί από τα μάτια μας ακόμα και σε σκοτεινές εποχές, σε εποχές σύγχυσης και αποπροσανατολισμού. Όταν δεν υπάρχει γύρω του εύφλεκτη ύλη, ο επαναστάτης που είναι γεμάτος φλόγα αλλά καθόλου πάγο καίγεται μόνος του, άσκοπα. Και χωρίς την καλλιέργεια της στωϊκότητας, το πάθος απογοητεύεται γρήγορα και γίνεται οργή που ισοπεδώνει τις ίδιες τις ρίζες του· γίνεται απαξία, αποστασία, εγκατάλειψη αρχών. 

Οι καιροί δεν είναι ρομαντικοί. Αλλά αλλίμονο αν ο ενσυνείδητος μετριασμός του ρομαντικού στοιχείου που όλο και απομακρύνεται από τον ορίζοντα του μέλλοντος οδηγήσει απλώς σε "ρεαλισμό." Ο ρεαλισμός σήμερα δεν έχει την κριτική εκείνη απόσταση από την πραγματικότητα που θα του επέτρεπε να παραμείνει ο εαυτός του· στην ουσία, την έχει χάσει ήδη από τον 19ο αιώνα όταν, στα χέρια γιγάντων σαν τον Μπαλζάκ, γινόταν όπλο κριτικής κατανόησης του κόσμου. Σήμερα, όταν ο μετα-ψευδαισθησιακός κόσμος αποκαλύπτεται ως παραλυτικά εγκλωβισμένος σε ψευδαισθήσεις που παραμένουν αλώβητες παρά την πλήρη τους απομυθοποίηση, ο ρεαλισμός είναι απλώς ένα πιο εύηχο όνομα για την κυνική παράδοση και τον ατιμωτικό συμβιβασμό με το ενσυνείδητα ψευδές. Νομίζω πως το ζητούμενο είναι μάλλον κάτι που χρειάζεται περισσότερη επεξήγηση και ακρίβεια σύλληψης, και που παρίσταται στο έργο του ώριμου Μαρξ. 

Και αυτό είναι ο κλασικισμός, ως ένας τρόπος σύλληψης του κόσμου που δεν είναι ούτε ουτοπικά ρομαντικός ούτε απλά ρεαλιστικός, αλλά που συνδυάζει διαλεκτικά τη φλόγα και τον πάγο, την ορμή και το μέτρο, την τόλμη και την αυστηρότητα, την ελαφρότητα του σαρκαστικού πνεύματος και την βλοσυρή σοβαρότητα αυτού που έχει επίγνωση ότι υπάρχουν εκδοχές της κόλασης που δεν είναι τόσο αφόρητες ώστε να ξεπερνούν την μέση ανθρώπινη αντοχή. Έτσι σκέφτομαι τον Μαρξ σήμερα: σαν τον εξερευνητή μιας πεζής, τετριμμένης κόλασης, του οποίου το καθήκον δεν είναι να εξιστορήσει τις ανατριχιαστικές φρικαλεότητές της, αλλά να την ιχνηλατήσει πάνω στο χαρτί, λεπτομέρεια προς λεπτομέρεια, με χέρι σταθερό και ατάραχο έτσι ώστε να γίνει κάποτε αντιληπτό ότι υπάρχει καν, και ότι ζούμε μέσα της.

13/3/2011-Ήμασταν πάντα ήδη φασίστες

Στις 11/3/2011, αμέσως μετά την μάλλον αμφίρροπη λήξη της απεργίας πείνας που κατέληξε στο κτήριο Υπατία, ο Αλέξης Παπαχελάς δημοσίευσε στην εφημερίδα Καθημερινή το ακόλουθο κείμενο.

Γιατί ανεβαίνει ο ΛΑΟΣ
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ένα κόμμα που κερδίζει σε δημοτικότητα και απήχηση είναι ο ΛΑΟΣ. Μπορεί να απωθεί πολλούς η ιδέα αισθητικά, ιδεολογικά, αξιακά ή δεν ξέρω πώς αλλιώς, αλλά είναι σαφές ότι υπάρχει ένα «φαινόμενο ΛΑΟΣ». Εχει λοιπόν ενδιαφέρον να δει κανείς τι κάνει σωστά ο κ. Γιώργος Καρατζαφέρης. Κατ’ αρχάς ψήφισε το Μνημόνιο αγνοώντας τον μεγάλο κίνδυνο να χάσει ένα σημαντικό κομμάτι από την πελατεία του, μεγάλο τμήμα της οποίας έχει βιώσει στο πετσί της τις συνέπειες της δημοσιονομικής προσαρμογής. Δεν λογάριασε το ρίσκο της απώλειας ψήφων, αλλά πόνταρε στο ότι θα κερδίσει περισσότερες από μια υπεύθυνη στάση.
Ο κ. Καρατζαφέρης έχει επενδύσει επίσης στη συναίνεση. Είναι ο πρώτος που μίλησε για την ανάγκη μιας οικουμενικής κυβέρνησης και ο οποίος επαναλαμβάνει μονότονα ότι το πράγμα «δεν βγαίνει έτσι όπως πάει». Η συναίνεση είναι προφανές πως δεν του έκανε κακό...
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη στοιχείο, αυτό του κοινού νου ο οποίος δεν περισσεύει στη χώρα μας. Οταν όλοι έβγαιναν στις τηλεοράσεις και θρηνούσαν για τα 50 δισ. ευρώ της δημόσιας περιουσίας, ο κ. Καρατζαφέρης βγήκε και μίλησε απλά και χωρίς πολλά πολλά: «Οταν βρίσκεσαι σε πόλεμο, τι κάνεις; Δεν πουλάς και τα ασημικά σου για να αγοράσεις όπλα και να τα βγάλεις πέρα; Ε, λοιπόν, πόλεμο έχουμε και τώρα». Απλές κουβέντες που δεν μπλέκονται σε περισπούδαστες αναλύσεις και βγάζουν νόημα.
Ο αρχηγός του ΛΑΟΣ έπιασε όμως και τον σφυγμό της κοινής γνώμης σε ένα κρίσιμο θέμα, αυτό του «νόμου και της τάξης». Η αριστερόστροφη πολιτική ορθότης που μας επεβλήθη για πολλά χρόνια δεν επέτρεπε να τεθούν τέτοια ζητήματα. Ο κ. Καρατζαφέρης τα έθεσε πολύ πριν τα ανακαλύψει το ΠΑΣΟΚ ή, βεβαίως, και η Νέα Δημοκρατία. Αν σε αυτά προσθέσετε και μερικές αξιοπρεπείς παρουσίες από πλευράς πολιτικού λόγου στη Βουλή και το Ευρωκοινοβούλιο έχετε τα συστατικά μιας επιτυχημένης πολιτικής συνταγής. Να τα ξαναθυμηθούμε; Συναίνεση, υπεύθυνη στάση όταν κρίνονται καίρια θέματα, κοινός νους και όχι ξύλινος κομματικός λόγος και νέα επαρκή πρόσωπα. Μήπως είναι αυτά τα συστατικά που περιμένει κάποιος από ένα αστικό κόμμα αντιπολίτευσης και τα οποία προφανώς δεν έχει η Νέα Δημοκρατία;
Το κείμενο δεν κάνει την παραμικρή ρητή αναφορά στην απεργία πείνας ή στην στάση του ΛΑ.Ο.Σ πριν και μετά την λήξη της, περιλαμβανομένων των κραυγών του Άδωνι Γεωργιάδη στη Βουλή περί εξευτελισμού του κράτους από "λαθρομετανάστες" ή των δηλώσεων Καρατζαφέρη περί ταπεινωτικής παράδοσης της κυβέρνησης στους αλληλέγγυους του ΣΥΡΙΖΑ. Η χρονική στιγμή εμφάνισής του όμως, καθώς και το ξέφρενο εγκώμιο για την ωριμότητα και σύνεση του κόμματος της ακροδεξιάς είναι αρκετά αποκαλυπτικά. Τα συγκεκριμένα συμφραζόμενα αυτής της ανεξέλεγκτης συμπάθειας αποκαλύπτονται διακριτικά στην θολή έκφραση της τελευταίας παραγράφου: "Ο αρχηγός του ΛΑΟΣ έπιασε όμως και τον σφυγμό της κοινής γνώμης σε ένα κρίσιμο θέμα, αυτό του «νόμου και της τάξης». Η αριστερόστροφη πολιτική ορθότης που μας επεβλήθη για πολλά χρόνια δεν επέτρεπε να τεθούν τέτοια ζητήματα."

Το ζήτημα της απεργίας πείνας εντάσσεται εδώ στην ευρύτερη γκάμα ζητημάτων "νόμου και τάξης", και η αλληλεγγύη με τους απεργούς εκφυλίζεται σε απλή έκφραση "πολιτικής ορθότητας". Οι πρώην πρόσχαροι εκφραστές του αμερικανικού αυτού δόγματος καταφέρονται τώρα εναντίον του από τη θέση εισαγγελέων που έχουν απλώς "μπουχτίσει" από τις αριστερές ανοησίες και ανωριμότητες που "επεβλήθησαν", προφανώς επαχθώς και δια της βίας. Το ζήτημα δεν είναι βέβαια ταξικό, ούτε καν πολιτικό: δημιουργήθηκε επειδή κάποιοι γραφικοί έβαλαν κατά νου να πάρουν στα σοβαρά ένα ζήτημα που στην ουσία του δεν διαφέρει από το αν ονομάζουμε τους ιθαγενείς της Αμερικανικής ηπείρου "Ινδιάνους" ή "Γηγενείς" ή του πώς πρέπει ή δεν πρέπει να αποκαλούμε τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Τέτοιας βαρύτητας είναι η απέλαση σε προορισμούς θανάτου ή ο θάνατος από ασιτία σήμερα.

Στην διάγνωσή του ο κ. Παπαχελάς δεν διαφέρει ιδιαίτερα από αρκετούς αμετανόητους της "αριστεράς", οι οποίοι συνεχίζουν να προσπαθούν (μάταια) να καλύψουν τον ακατάσχετο ρατσισμό και εθνοκεντρισμό τους με φληναφήματα περί του "κοσμοπολίτικου" ή "πολιτικά ορθού" χαρακτήρα της στάσης όσων συνασπίστηκαν με τους απεργούς. Ο από κοινού στόχος είναι το ζήτημα της μοίρας των μεταναστών να γίνει δεκτό ως "μη πολιτικό", να αφαιρεθεί από την τάξη των πολιτικών ζητημάτων, να παραδοθεί στην απλή "διαχείριση" ζητημάτων "ασφαλείας του κράτους", λειτουργίας των "εθνικών θεσμών" ή "νόμου και τάξης", όπως λέει ο κ. Παπαχελάς.

Θα ήμασταν όμως ανόητοι, πραγματικά, αν θεωρούσαμε ότι ο πολιτικός στόχος του κειμένου, του εντύπου που το δημοσίευσε, και των χρηματοδοτών του, εξαντλείται εκεί. Το τελικό ρητορικό ερώτημα του κ. Παπαχελά είναι αποκαλυπτικό των προθέσεών του: να προτείνει την "σκληρή γραμμή" του ΛΑ.Ο.Σ ενάντια στους μετανάστες και υπέρ της "εθνικής συναινέσεως" ως νόρμα με την οποία οφείλει να συμμορφωθεί η ευρύτερη δεξιά αν θέλει να έχει πιθανότητες επιτυχίας στις επερχόμενες εκλογές. Και, συνεπώς, να στείλει το μήνυμα και στο ΠΑΣΟΚ ότι θα πρέπει να προχωρήσει σε ανάλογη κατεύθυνση εάν θέλει να έχει εκλογικές ελπίδες. Φυσικά, και τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν δείξει μεγάλη προθυμία να μάθουν από το ΛΑ.Ο.Σ σε ό,τι αφορά την χρήση των μεταναστών ως ιδανικών εξιλαστήριων θυμάτων που προσφέρονται θυσία στην άκαρπη ανησυχία και τον φόβο στα οποία βυθίζεται με όλο και γοργότερους ρυθμούς η ελληνική κοινωνία. Ο κ. Παπαχελάς, από αυτή την άποψη, κάνει απλώς "κήρυγμα στους ήδη μεταστραφέντες".

Το πραγματικό ζητούμενο συνεπώς δεν είναι να πειστεί κανείς ότι ο δρόμος προς την πολιτική επιτυχία σε ένα κράτος κακοδαιμονίας και μαρασμού περνά πάνω από μη Χριστιανικά και σκουρόχρωμα πτώματα: αυτό το γνωρίζουν ήδη όλοι. Το ζητούμενο είναι απλώς να απενεχοποιηθεί πλήρως η ίδια αυτή επίγνωση, να κοινωνηθούν τα χαρούμενα νέα ότι ο δολοφονικός κυνισμός που πνίγει σιγά-σιγά το ελληνικό πολιτικό προσκήνιο δεν είναι δα και τόσο τρομακτικός, ότι το να γίνεις φασίστας δεν είναι πια και ό,τι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί: βασικά, ήσουν πάντα ήδη φασίστας, όπως και ο για χρόνια "υπεράνω υποψίας", και εξίσου υπεράνω ενοχών, συγγραφέας του κειμένου. Και πράγματι, ο παράγοντας σοκ, όπως είχαν ήδη παρατηρήσει οι πρώτοι αναλυτές της νεωτερικότητας όπως ο Simmel ατονεί σταδιακά, τα χειρότερα έρχονται αλλά περνούν με λιγότερες και λιγότερες αντιδράσεις φρίκης ή έστω διαμαρτυρίας*, το πρόσωπο της εκφασισμένης κοινωνίας δεν της φαίνεται πια τόσο αποτρόπαιο, οι γλώσσες λύνονται αρκετά ώστε να σπέρνουν όλο και περισσότερο δηλητήριο με μια σχεδόν ευφορική ευγλωτία, και τα πράγματα συνεχίζουν τον δρόμο τους με όλη τη σιδηρά ακρίβεια των τροχών ενός τραίνου με κατεύθυνση κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το μόνο που μένει στην πολιτική και τους πολιτικούς, έτσι τουλάχιστον αποτείνεται ο κ. Παπαχελάς, είναι να συναγωνιστούν στο ποιος θα το οδηγήσει πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά στον αναπόφευκτο και εκ της πλειοψηφίας σιωπηλά προσυμφωνηθέντα προορισμό του.

* Το κείμενο Παπαχελά δημοσιεύτηκε από εμένα στα σχόλια του ιστολογίου χωρίς να έχει πάρει, έως τώρα, έστω ένα σχόλιο.

11/3/2011-12/3/2011-Αφορισμοί της ημέρας


LXXI
Επειδή ανακάλυψαν ότι όλα όσα έμαθαν πως είναι σκέψη αδυνατούσαν να υλοποιήσουν έστω και το ελάχιστο καλό, και επειδή ήταν βέβαιοι --τους το 'χαν επιβεβαιώσει γονείς και δάσκαλοι-- πως ήταν φτιαγμένοι για πράγματα μεγάλα και σπουδαία, είπαν να βάλουν τα δυνατά τους για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον συμμετοχή στο μέγιστο κακό. Και έτσι αποκαλύφθηκε η αυστηρή αναλογία ανάμεσα στον κόπο που καταβάλλει ο νους τους για να εκκρίνει λέξεις και σ' αυτόν που απαιτεί το πάτημα μιας σκανδάλης για να απελευθερώνει σφαίρες.

LXXII
Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες η βλακεία σε μια κοινωνία γίνεται αντικειμενική, δεν εξαρτάται δηλαδή πια από υποκειμενικές προθέσεις ή ποιότητες, αλλά ανακύπτει από την ίδια την διάταξη των πραγμάτων, η οποία την επιβάλλει ως θεμελιώδες μέσο υγιούς προσαρμογής σε νέες και μεταλλαγμένες συνθήκες.

Στις περιόδους αυτές, το να είναι κανείς ατομικά ευφυής χρησιμεύει όσο περίπου χρησιμεύει το να είναι υγιές και σφριγηλό ένα σώμα που προσβάλλεται από καρκίνο. Όσο ευφυέστερος είναι κάποιος, τόσο πιο ενεργητικά και παραγωγικά συνδράμει στην εξάπλωση της βλακείας, που προσκολλάται πάνω σε κάθε τι που γράφει ή σκέφτεται όπως τα βρύα στον κορμό ενός δέντρου σε υγρά κλίματα.

Η προστασία ενός τέτοιου ανθρώπου σε τέτοιες περιστάσεις επαφίεται τελικά στην καλλιέργεια μιας ψυχρότητας απέναντι στην ευφυία, που πρέπει να μάθει να είναι πιο ταπεινόφρονη, μιας και διαφαίνεται ήδη πως είναι ευκολότερο να είσαι ευφυής από το να μην κάνεις στον κόσμο περισσότερο κακό από όσο έχει τη διάθεση να κάνει ο ίδιος στον εαυτό του.

Friday, March 11, 2011

11/3/2011-Τάξη και μέλλον, ή, γιατί οι καπιταλιστές θα έχουν πάντα το οργανωτικό πλεονέκτημα

Όλες οι αποφασιστικές πιέσεις μιας καπιταλιστικής κοινωνικής δομής ασκούνται με πολύ κοντινή εμβέλεια και πολύ βραχυπρόθεσμα.  Υπάρχει μια δουλειά που πρέπει να κρατηθεί, ένας χρέος που πρέπει να εξοφληθεί, μια οικογένεια που πρέπει να συντηρηθεί. Πολλοί θα αποτύχουν σε αυτές τις αποδεκτές υποχρεώσεις παρά τις καλύτερές τους προσπάθειες. Κάποιοι θα αδυνατήσουν να ανταποκριθούν. Αλλά και έτσι ακόμα, μια μεγάλη πλειοψηφία, ό,τι και να κάνει σε άλλα κομμάτια του μυαλού της ή σε άλλες περιοχές της ζωής της, θα προσκολληθεί σε αυτές τις δεσμευτικές σχέσεις, επειδή δεν έχει πρακτικά άλλη εναλλακτική λύση.
Raymond Williams, Toward 2000

Το κεφάλαιο έχει το στρατηγικό πλεονέκτημα στο μέλλον γιατί είναι αυτό που μπορεί να κρατά το μέλλον σε περιορισμό. Για τον μισθωτό, το μέλλον είναι η επόμενη πληρωμή δόσης, η επόμενη αγορά ρούχων, τα επόμενα δίδακτρα για το σχολείο, το επόμενο ενοίκιο. Είναι ένα μέλλον χωρίς μελλοντικότητα, αν με αυτή την λέξη εννοούμε το ριζικά ετερογενές και απρόβλεπτο: ομοιογενής, άδειος χρόνος, όπως έλεγε ο Μπένγιαμιν. Το στρατηγικό πλεονέκτημα του κεφαλαίου στο βραχυπρόθεσμο μέλλον λοιπόν δεν είναι παρά το γεγονός ότι καθιστά κάθε μέλλον βραχυπρόθεσμο, ότι εγκλωβίζει την διάσταση του μέλλοντος στο παρόν και τις υποχρεώσεις του, ότι αφαιρεί από την κατηγορία "μέλλον" τις προοπτικές χειραφέτησης, που χρειάζονται χρόνο ακόμα και για να αρχίσεις να τις σκέφτεσαι. Το κεφάλαιο, από την άλλη, εξασφαλίζει μεγάλα περιθώρια χρόνου για αυτούς που έχουν κεφάλαιο: που σημαίνει ότι όσο υπάρχει κεφάλαιο, τόσο οι κεφαλαιοκράτες θα μπορούν να αναπαράγουν το πλεονέκτημά τους στον σχεδιασμό του απώτερου μέλλοντος, και τόσο θα έχουν τον χρόνο να κλείνουν τον απώτερο ορίζοντα του χρόνου από τα μάτια της μισθωτής εργασίας.

Η εξέγερση, συνεπώς, είναι η απελπισμένη προσπάθεια αυτού που βρίσκεται πάντοτε πίσω στο ταρτάν της ιστορίας να προλάβει τον προπορευόμενο διασχίζοντας το στάδιο διαγώνια και όχι κυκλικά και καταπατώντας έτσι τους έλλογους κανόνες του αγώνα. Η επανάσταση νομιμοποιεί αυτή την καταπάταση κανόνων, ανακηρύσσοντας την διαγώνια κούρσα δίκαιη και επιβεβλημένη και εκθέτοντας τους παλιούς κανόνες ως τρόπους διαιώνισης της πιο αισχρής κλεψιάς και εξαπάτησης όσων τους ακολούθησαν τυφλά.

10/3/2011-Εντολές 2,3,9

3. Οὐ λήψει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ.
9. Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.

Για έναν άθεο, οι εντολές 3 και 9 αφορούν κατά βάση παραβιάσεις της γλωσσικής ηθικής: την επί ματαίω χρήση της γλώσσας, την χρήση της ως διακόσμηση, σόφισμα, δεκανίκι ματαιοδοξίας, την καταστρατήγηση της βαρύτητας των λέξων· και τη διαστροφή της, την χρήση της ως όργανο διαβολής, ψεύδους ή διαστρέβλωσης.

Οι παρατεταμένες και εξακολουθητικές παραβιάσεις αυτών των εντολών σε συλλογικό επίπεδο δημιουργούν μια γλώσσα που λειτουργεί η ίδια σαν απαγόρευση και σαν εμπόδιο. Εμπόδιο για την σκέψη, απαγόρευση προς την αλήθεια.

Τα ελληνικά των μεταναστών, αυτά που ακούστηκαν στα σπίτια των Ελλήνων --όσο ακούστηκαν-- από τις τηλεοράσεις, είναι σπαστά ελληνικά, όπως σπαστός είναι ο μηχανισμός μιας πτυσσόμενης ομπρέλας ή ενός πτυσσόμενου ποδηλάτου. Είναι μια γλώσσα λειτουργική, μια γλώσσα όπου η γραμματική αποδιάρθρωση διατηρεί την ικανότητα να υπηρετεί έναν χρήσιμο σκοπό: την ελευθέρωση των λέξεων από το rigor mortis στο οποίο τις καταδικάζει η  φλυαρία και η κομπορρημοσύνη, η ματαιοδοξία, η επίδειξη πνεύματος, η κενοδοξία και η κενολογία.

Τα ελληνικά, από την άλλη, των δημοσιογράφων-εισαγγελέων, των υπουργών, των πολιτικών ανακοινώσεων των κομμάτων και των έντυπων γκουρού της "κοινής γνώμης" είναι σπασμένα. Οι χόνδροι μεταξύ των λέξεων έχουν πετρώσει. Οι προτάσεις κάνουν κοιλιά απ' την καλοζωία. Το δέρμα της λέξης είναι χιλιοζαρωμένο από το λίπος. Το στομάχι της είναι γεμάτο αέρια. Αυτά τα ελληνικά κείτονται στο έδαφος σαν τις κατακερματισμένες κολώνες μαυσωλείων. 

Πάνω τους χοροπηδά ατάραχη μια γλώσσα που πατά σε ελατήρια αποπειρώμενη άλματα εις ύψος, μια γλώσσα αρκετά εύπλαστη ώστε να απορροφά τους κραδασμούς υπάρξεων συνάμα ξεριζωμένων και προσανατολισμένων στη γη. Είναι μια γλώσσα που σέβεται την τρίτη και την ένατη εντολή γιατί σέβεται επίσης την δεύτερη, αυτή της ευσεβούς προς την αλήθεια εικονοκλασίας, της ανάγκης να πληγωθεί με λάμα και οξέα η επιφάνεια της γλωσσικής εικόνας του κόσμου ακριβώς ώστε να μαρτυρήσει αληθώς για το τι σημαίνει ύπαρξη μέσα στον κόσμο: Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.

10/3/2011-Ερμηνευτική

Πρώτο τμήμα.

Το βίντεο από τον ΣΚΑΙ το είδα στο Βαθύ Κόκκινο.



Δύο παρατηρήσεις:

1. Αμπντούλ Χαντζί, εκπρόσωπος μεταναστών: "Ο αγώνας των τριακοσίων δικαιώθηκε, έστω και μερικά. Είναι μία νίκη των τριακοσίων και όλης της εργατικής τάξης."

Άρης Πορτοσάλτε, διευθυντής Σκάι 100.3: "Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εθνικό ζήτημα."

Να πόσο ξεκάθαρα αποκρυσταλλώνονται οι όροι της πολιτικής συζήτησης όταν δεν έχεις να κάνεις με υπεκφυγές, αποπροσανατολισμούς, και κουτοπονηριές "αριστερού τύπου" (βλ. "Ενότητα στη φαυλότητα", μέρη 1-3, καθώς και πρόσφατα κείμενα Ρ. Ρινάλντι): "εργατική τάξη" από τη μία πλευρά, "εθνικό ζήτημα" από την άλλη. Πιο απλά, "τάξη" από τη μία, "έθνος" από την άλλη. Ποιος μιλά για "έθνος"; Η ΝΔ, που υιοθετεί πλήρως τον λόγο του ΛΑΟΣ (βλ. ανακοίνωση Μιχελάκη), το ΛΑΟΣ, στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω. Αλλά και αρκετοί άλλοι μίλησαν για έθνος τις ημέρες που πέρασαν, από τα διάφορα φερέφωνα του ΠΑΣΟΚ ως την νέα εσοδεία αριστερών πατριωτών. Επίσημο ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ κρύφτηκαν πίσω από το προκάλυμμα που λέγεται "νομιμότητα", "θεσμοί", και άλλα τέτοια ωραία, όπως κάνει και ο κύριος Πορτοσάλτε, που δεν αναρωτιέται σε ποιον από τους άρπαγες της ελληνικής δημόσιας και πολιτικής ζωής εφαρμόστηκε αυτός ο περίφημος νόμος τον οποίο ο μέγας φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος θυμήθηκε ότι δεν εφαρμόζουμε στην Ελλάδα.  Όσο για το ΚΚΕ, αυτό φαίνεται να ξέχασε τη μιλιά του.

2. Όλα αυτά μαζί, και από την άλλη δύο μοναχά λέξεις: "εργατική τάξη." Όχι "εργαζόμενοι", λέξη του συρμού και ακίνδυνη. Εργαζόμενος είναι αυτός που εργάζεται. Ο συλλέκτης απορριμάτων είναι εργαζόμενος. Αλλά εργαζόμενος είναι και ο κύριος Βγενόπουλος ή ο κύριος Κυριακού ή ο κύριος Βαρδινογιάννης ή ο κύριος Αλαφούζος. Δεν κάθονται οι άνθρωποι. Εργάζονται. Εργαζόμενος είναι και ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι μόνοι μη εργαζόμενοι, ελλείψει αριστοκρατίας εν Ελλάδι, είναι οι άνεργοι, οι άστεγοι, οι κατάκοιτοι, τα παιδιά και τα άτομα της τρίτης ηλικίας: όχι ακριβώς η σύνθεση της άρχουσας τάξης. "Εργατική τάξη" από την άλλη, δεν είναι όνομα για το τι κάνεις αλλά για το τι είσαι. Δεν είναι συγκυριακή περιγραφή, αλλά πολιτική. Αυτό το όνομα --εργατική τάξη-- είχε καιρό να ακουστεί σε πλαίσιο που να είναι κάτι άλλο από ρητορική λιτανεία και lip service σε κοινοτυπίες. Αλλά εχθές, στα χείλη του Αμπντούλ Χαντζί, το άκουγες. Όχι "μουσουλμάνοι", "μετανάστες", "λαθρομετανάστες", "πολιτισμικά διαφορετικοί", "αλλόθρησκοι". Εργατική τάξη. Από ένα ξεχασμένο περιθώριο της κοινωνίας, όπως γίνεται πάντα, επιστρέφει το όνομα μιας εφικτής οικουμενικότητας. Με την οποία κάποιος --και όχι βέβαια οι "κοσμοπολίτες" στους οποίους αναφέρεται ο κύριος Ρινάλντι για να απονομιμοποιήσει την αλληλεγγύη στους μετανάστες-- ταυτίζεται, συστρατεύεται, ή, αντίθετα, διαφοροποιείται, ωθούμενος αναγκαστικά στην αγκαλιά της άλλης λέξης, που περιμένει ήδη εκεί: "έθνος", "εθνικό ζήτημα." Και αυτή είναι και η σύντομη απάντησή μου σε όσους θεωρούν ότι η σημερινή συγκυρία είναι η συγκυρία του Π. Κονδύλη. Είναι, αλλά όχι για την πλευρά την οποία διαλέγω εγώ. Και καλό είναι όλοι όσοι θεωρούν ότι είναι καιρός για φιλολογικές αναζητήσεις να συνειδητοποιήσουν ότι οι λέξεις, σε καιρούς κρίσης, ξαναγίνονται βαριές και ανελέητες. Αφήνουν ελάχιστα περιθώρια στις ατομικιστικές ερμηνευτικές επανοικειοποιήσεις, και αντί να τις μιλάς εσύ, σε μιλούν αυτές. 

Δεύτερο τμήμα.
Δήλωση Γ. Καρατζαφέρη:

«Η κυβέρνηση υπήρξε άτεγκτη και σκληρή με τους αγρότες, φορτηγατζήδες, γιατρούς, δικηγόρους, φαρμακοποιούς, συνταξιούχους, μισθωτούς, με το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας», ενώ «προσκύνησε τους μετανάστες και τους “αλληλέγγυους” του ΣΥΡΙΖΑ».

Τρεις παρατηρήσεις:

1. Τεράστια η σημασία της πρόθεσης, εκ μέρους της άκρας δεξιάς, της διαίρεσης ανάμεσα στους "εγχώριους" και "μεταναστευτικούς" κοινωνικούς αγώνες. Το θράσος μιας παράταξης που υπερψήφισε το μνημόνιο και ενός ανθρώπου ο οποίος πρόσφατα συναινούσε να πουληθεί δημόσια γη σε ξένους διότι "έχουμε πόλεμο", και που τώρα μιλά εκ μέρους αγροτών και φορτηγατζήδων ή συνταξιούχων, είναι ένα πράγμα. Η πρόθεση να καλλιεργηθεί μνησικακία σε όλους όσους ηττήθηκαν στις αναμετρήσεις τους με κράτος και κυβέρνηση είναι ένα άλλο, και μάλλον περισσότερο σημαντικό.

2. Καμία αναφορά δεν γίνεται στο προεξέχον σημαίνον της δήλωσης του εκπροσώπου των 300, δηλαδή στην έννοια "εργατική τάξη". Μάλλον, τα αναφερόμενα εδώ είναι οι "μετανάστες", οι αλληλέγγυοι" και ο "ΣΥΡΙΖΑ." Αυτό δεν γίνεται απλώς για να θιχτούν τα πολιτικά μορφώματα των "εθνικών μειοδοτών." Γίνεται επίσης για να παραμείνει απρόφερτο και κατεσταλμένο αυτό το οποίο αρνήθηκαν να στηρίξουν και τεράστια κομμάτια της εν Ελλάδι "αριστεράς": η εργατική τάξη, η οποία ως γνωστόν σε κάθε μεταμοντέρνο οικονομολόγο ή κοινωνιολόγο, "δεν υπάρχει." Υπάρχουν αγρότες, φορτηγατζήδες, γιατροί, δικηγόροι --δηλαδή επαγγέλματα-- υπάρχουν μετανάστες, ΜΚΟ, υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που δεν υπάρχει, που δεν πρέπει επουδενί να υπάρξει, είναι "εργατική τάξη."

3. Η εμφάνιση της αλήθειας μέσα στο ψέμμα: Τι λέει ο κύριος Καρατζαφέρης; Λέει ότι αυτοί οι οποίοι ταυτοποίησαν τον εαυτό τους με την εργατική τάξη, αυτοί οι οποίοι μιλούν ως κομμάτια της εργατικής τάξης, κατάφεραν κάτι που δεν κατάφεραν "αγρότες, φορτηγατζήδες, γιατροί, δικηγόροι". Κατάφεραν μια μικρή έστω, μερική έστω, νίκη. Την μόνη που έχουμε δει να καταφέρεται από το σύνολο της κοινωνίας από την έναρξη της κρίσης στην Ελλάδα. Την κατάφεραν, μικρή και μερική καθώς φαίνεται να είναι, με την πειθαρχία, τον συντονισμό, την αυτοθυσία, την αλληλεγγύη και όλες αυτές τις ξεχασμένες και καθόλου μεταμοντέρνες αρετές που δίνουν μια ευκαιρία στους αδύναμους σ' αυτόν τον κόσμο. Με άλλα λόγια, ο κύριος Καρατζαφέρης, στην ίδια την προσπάθειά του να πει "φθονείστε και μισήστε τους μετανάστες" λέει επίσης "μάθετε από αυτούς, γιατί αυτοί, είτε το θέλετε είτε όχι, εκπροσωπούν σήμερα το πιο αποφασιστικό και πολιτικά ικανό κομμάτι αυτού που θέλετε να γίνετε: λαός και όχι ανήμπορος πληθυσμός."

8/3/2011-Machtpolitik

Αθήνα, 8/3/2011
Θέμα απέλασης ανοίγει πλέον η κυβέρνηση στην υπόθεση των μεταναστών που φιλοξενούνται στο Μέγαρο Υπατία.
Σε κυβερνητική σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε το πρωί της Τρίτης με τη συμμετοχή όλων των συναρμόδιων υπουργών ειπώθηκε ότι η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί δεν μπορεί να συνεχιστεί, ότι «τίποτε δεν είναι πάνω από την ανθρώπινη ζωή» και αποφασίστηκε ότι εάν δεν σταματήσουν την απεργία τους και αν δεν δεχτούν τις κυβερνητικές προτάσεις τότε θα απελαθούν από τη χώρα.
Ήδη από τα τέλη της περασμένης εβδομάδας, το υπουργείο Υγείας είχε ζητήσει τη μεταφορά όλων των μεταναστών σε νοσοκομεία, λόγω και των άσχημων καιρικών συνθηκών.
Την πρόταση απέρριψαν οι μετανάστες, αρνούμενοι να αποχωρήσουν από τους χώρους, όπου πραγματοποιούν την απεργία.
Υπενθυμίζεται ότι τα υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Εσωτερικών έχουν προτείνει την παραμονή των μεταναστών στη χώρα για ένα εξάμηνο υπό καθεστώς ανοχής και εκ νέου εξέταση της υπόθεσης στη συνέχεια.
News.in.gr
Η πολιτική ισχύος είναι ένα δόγμα που αφορά τις διεθνείς σχέσεις, τις σχέσεις του κράτους με άλλα κράτη. Συνίσταται στην χρήση προληπτικών μέτρων απειλής κατά του άλλου, στρατιωτικής, πολιτικής ή οικονομικής φύσης, που στόχο έχουν την προστασία των συμφερόντων του κράτους. 

Στην Ελλάδα, το κράτος είναι όμηρος του χρέους του. Δεν είναι σε θέση να απειλήσει αυτή την στιγμή κανένα άλλο κράτος. Είναι ένα κράτος βασικά ξεδοντιασμένο και ανήμπορο. Η εικόνα αυτή του κράτους δεν είναι συμφέρουσα για την εγχώρια άρχουσα τάξη. Διότι περνάει στις λαϊκές μάζες το μήνυμα του ευάλωτου της κρατικής εξουσίας και υπονομεύει την εικόνα του κράτους ως κυρίαρχου. Αυτό ενθαρρύνει την πρακτική του αμφισβήτηση, για παράδειγμα από εξεγέρσεις.

Συνεπώς, το κράτος σε κατάσταση ομηρίας και υποτέλειας προς το εξωτερικό του θα πρέπει, αν θέλει να επιβιώσει ως κράτος, να αναπληρώσει την εικόνα του ως κυρίαρχου με την επίδειξη κυρίαρχης βίας στο εσωτερικό. Τούτο το πράττει με την καταστολή όσων το αμφισβητούν έσωθεν, μέσα στα γεωπολιτικά του όρια.

Όταν αυτοί που αμφισβητούν όμως το κράτος το πράττουν στρέφοντας την δική τους δυνατότητα βίας κατά του ίδιου τους του εαυτού, φέρνουν το κράτος σε δύσκολη θέση. Στην περίπτωση αυτή, η απειλή κατασταλτικής βίας χάνει την ισχύ της, εκκενώνεται εκ των προτέρων. Αν η πάντοτε πιθανή τελική απόληξη μιας πράξης φυσικής βίας είναι ο θάνατος, μια απεργία πείνας δείχνει ουσιαστικά στο κράτος την αδυναμία του να ασκήσει πολιτική ισχύος διότι του αφαιρεί την δυνατότητα απειλής ότι θα προσφύγει σε μια βία ικανή, σε τελική ανάλυση, να απειλήσει την ίδια τη ζωή.

Όλα αυτά είναι αρκετά προφανή, και ίσως βαρετά. 

Αλλά χρειάζονται υπενθύμιση, δυστυχώς, διότι το ελληνικό κράτος έχει καταντήσει να συγχέει τον ρόλο του φορέα πολιτικής ισχύος, έστω στο εσωτερικό του, με αυτόν ενός θανάσιμα γελοίου σαλτιμπάγκου.

Διότι μόνο ένας σαλτιμπάγκος θα αποφάσιζε, την 43η ημέρα μιας συλλογικής απεργίας πείνας, να απειλήσει ημιθανείς ανθρώπους με απέλαση εάν δεν συμμορφωθούν με τας υποδείξεις. Η επίδειξη ισχύος σε ανθρώπους που την έχουν ήδη ασκήσει στον εαυτό τους, οι οποίοι έχουν ήδη αποδείξει τον εαυτό τους κυρίαρχο μέσω του αυτοελέγχου και της έκθεσης στον θάνατο, καταφέρνει να είναι την ίδια στιγμή άξια περιφρόνησης, βδελυρή και αξιογέλαστη. Τι ακριβώς προτίθεται να κάνει τώρα το ελληνικό κράτος για να στηρίξει τις απειλές του; Τι ακριβώς έχει μείνει απ' την σάρκα για να μπορεί να την απειλήσει με τιμωρία; Τι είδους επιβεβαίωση της ισχύος του αναζητά από αυτούς που το υποκατέστησαν εξ αρχής ως κράτος οι ίδιοι του εαυτού τους; Την ίδια, φαντάζομαι, επιβεβαίωση ισχύος που θα αντλούσε κάποιος που κλωτσά το πτώμα κάποιου που έχει ο ίδιος πάρει τη ζωή του;

Αλλά, από την άλλη, τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς από ένα κράτος-κανάγια, ένα κράτος στα χέρια εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου, κομπορρημόνων, φαφλατάδων, λούμπεν πλουτοκρατών, τυχοδιωκτών, κουτσαβάκηδων, γιγάντων του καφενείου, Μέτερνιχ του κομμωτηρίου, κακέκτυπων της σοσιαλδημοκρατίας, κέρινων ομοιωμάτων του νεοσυντηρητισμού, από την συμπεριφορά τζάμπα μάγκα που εκτοξεύει απειλές στο πουθενά φουσκώνοντας ολόκληρος από τις παραστρατημένες και άκαρπες ορμόνες του; Τι άλλο να περιμένει κανείς από τον δολοφονικό ανθρωπισμό του "τίποτα δεν είναι πάνω απ' τη ζωή" ως απειλή αντί για διακήρυξη αρχών, ως τρόπο του να πεις "κανείς δεν δικαιούται να ξεφύγει από την ομηρία στην κρατική ισχύ ως ομηρία που θεμελιώνεται στην ανάγκη όλων για αυτοσυντήρηση, έστω χωρίς αλήθεια, χωρίς ελευθερία, χωρίς ισότητα--την ομηρία στο ανθρώπινο ζώο, στο δίποδο που το διαφεντεύει ο φόβος";

Είναι πιθανόν στις επόμενες μέρες κάποιοι να ξεφύγουν τελεσίδικα από την εποπτεία-ως-νταβατζιλίκι ενός τέτοιου κράτους. Αλλίμονο σε αυτούς που θα παραμείνουν.

7/3/2011-Σκέψεις με αφορμή την ομιλία του Immanuel Wallerstein στην Κύπρο

Παρακολούθησα, την Πέμπτη που μας πέρασε, την ομιλία του Immanuel Wallerstein στην Λευκωσία, που είχε τίτλο "Η παγκόσμια κρίση, τα κοινωνικά κινήματα και οι εξεγέρσεις." Η ομιλία, όπως είπε ο ίδιος, ήταν βασισμένη στο κείμενο "Δομικές Κρίσεις", το οποίο κυκλοφόρησε στο περιοδικό New Left Review, μεταφράστηκε εδώ και δημοσιεύτηκε σε ελληνική μετάφραση στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα.

Στην ομιλία λοιπόν, ανάμεσα σε αρκετά άλλα, ο Wallerstein επανέλαβε κάτι το οποίο λέει στο κείμενό του "Η τωρινή συγκυρία" και το οποίο είναι ότι το παγκόσμιο σύστημα --δηλαδή ο παγκόσμιος καπιταλισμός-- στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες που είναι η ιεραρχία, η εκμετάλλευση και η πόλωση, δηλαδή η διαστρωμάτωση της κοινωνίας ιεραρχικά, η δυνατότητα βάσει αυτής της ιεραρχίας της εκμετάλλευσης της εργασίας, και η συνεπακόλουθη πόλωση μέσα στο κοινωνικό σύνολο μεταξύ ανταγωνιζόμενων μερών.

Είναι μια απλή ιδέα. Αλλά αυτό το οποίο προσέθεσε ο Wallerstein είναι αυτό το οποίο λέει και στο "Η τωρινή συγκυρία":
Πιθανές εξελίξεις στα επόμενα 15-25 χρόνια:
Ανοιχτή αναγνώριση από τους σημαντικούς ελεγκτές του κεφαλαίου της αδυνατότητας σημαντικής μελλοντικής συσσώρευσης κεφαλαίου, και συνεπώς ενεργητική αναζήτηση εναλλακτικών συστημικών μοντέλων που θα τους επέτρεπαν να συντηρήσουν τρία στοιχεία-κλειδιά στο τωρινό σύστημα (ιεράρχηση, εκμετάλλευση και πόλωση).
Με λίγα λόγια, η ιδέα είναι η εξής:  

Οι κεφαλαιοκράτες, ατομικά και συλλογικά, δεν αισιοδοξούν ότι κάτω από τις συνθήκες στις οποίες έχει περιέλθει η παγκόσμια οικονομία είναι εφικτή η διατήρηση ενός αποδεκτού για τους ίδιους ποσοστού κέρδους στην βάση του θεσμικού οικοδομήματος που ονομάζουμε "καπιταλισμό" και αναζητούν οι ίδιοι ένα εναλλακτικό μοντέλο που θα τους επέτρεπε να διατηρήσουν τους τρεις πυλώνες που εγγυήθηκε ιστορικά ο καπιταλισμός, αλλά χωρίς τον καπιταλισμό.

Τι εννοεί όμως ο Wallerstein όταν μιλά για ένα μέλλον όπου θα μπορούμε να έχουμε συσσώρευση κεφαλαίου χωρίς τον καπιταλισμό και όταν λέει ότι αυτό το μέλλον απεργάζονται τώρα οι κεφαλαιοκράτες;

Νομίζω ότι για να απαντήσουμε, θα πρέπει να παραπέμψουμε τον εαυτό μας στον Μαρξ και στην κεντρική σημασία που δίνει στο έργο του στην ανάδυση ενός νομικο-θεσμικού πλαισίου πάνω στο οποίο γίνεται εφικτή η καπιταλιστική συσσώρευση. Κεντρικής σημασίας για αυτό το πλαίσιο είναι η έννοια των συμβασιακών σχέσεων, η ιδέα δηλαδή ότι πυρήνας της οικονομίας γίνεται η απελευθέρωση εργοδοτών και εργαζομένων από φεουδαλικού χαρακτήρα δεσμά (αφοσίωση του χωρικού στον τοπικό άρχοντα, βίαια εξαναγκασμένη εργασία, περιορισμοί κάθε είδους στα κριτήρια εισόδου σε μία εργασία από συντεχνιακές δομές, κλπ) και η συνάντησή τους ως αφηρημένα ίσα συμβαλλόμενα μέρη τα οποία εισέρχονται στην εργασιακή συμφωνία αυτοβούλως και με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον και μπορούν να αποχωρήσουν από αυτήν ελεύθερα όταν κρίνουν ότι το προσωπικό τους συμφέρον τους το επιβάλλει: ο εργοδότης απολύοντας και ο εργαζόμενος ψάχνοντας κάπου αλλού καλύτερη εργασία με καλύτερους όρους, π.χ αποδοχών.

Η ιδέα του συμβασιακού χαρακτήρα των σχέσεων κυρίαρχησε παντού στην καπιταλιστική κοινωνία και όχι μόνο σε ό,τι αφορά στενά τη σφαίρα της εργασίας. Ας πάρουμε το παράδειγμα της σεξουαλικότητας, το οποίο βρίσκεται όσο μακριά από το εργοστάσιο όσο μπορούμε να φανταστούμε κάτι να βρίσκεται.

Τι έχουμε στην αντίληψη για την σεξουαλικότητα στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού: Έχουμε πρώτα την ιδέα ότι το σώμα του καθενός ανήκει πρώτιστα στον εαυτό του. Ήδη στον δέκατο όγδοο αιώνα, ο Καντ διατύπωνε την διαβόητη παρατήρηση ότι ο γάμος ήταν η συναινετική συμφωνία μεταξύ δύο να χρησιμοποιούν ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου για σεξουαλική απόλαυση. Έχουμε ήδη εδώ την κωδικοποίηση της σεξουαλικής σχέσης με όρους ελεύθερης σύμβασης. Στον εικοστό αιώνα, η ιδέα αυτή επεκτάθηκε, μέσα στον λεγόμενο λόγο της πολιτικής ορθότητας, στην ιδέα ότι κάθε μία σεξουαλική πράξη ανάμεσα σε δύο απαιτεί ρητή αμοιβαία συναίνεση, έτσι ώστε να πρέπει ο καθένας να ρωτάει τον άλλο για το αν το να του κάνει το α ή το β είναι αποδεκτό. Όσο αστείο και να φαίνεται αυτό, δεν είναι, διότι ταυτόχρονα κυριάρχησε η ιδέα ότι η διάπραξη οποιασδήποτε σεξουαλικής πράξης χωρίς την συναίνεση του άλλου συνιστά βιασμό, ακόμα και αν ο άλλος είχε πρότερα συναινέσει σε ανάλογες πράξεις. Στην περίπτωση της νομικής κωδικοποίησης της σεξουαλικής αμοιβαιότητας στον θεσμό του γάμου, η απελευθέρωση, μετά τον δέκατο ένατο αιώνα, των διαζυγίων, σήμαινε την ακόμα πιο ξεκάθαρη κωδικοποίηση της σεξουαλικότητας με όρους εργασιακής σύμβασης. Κάθε ένας από τους δύο που εισέρχονται στον γάμο κρίνει με βάση το προσωπικό του συμφέρον αν ο γάμος αυτός εξακολουθεί να τον/την ικανοποιεί. Αν όχι, είναι απόλυτα ελεύθερος/ελεύθερη να διαλύσει τον γάμο, όπως και ο υπάλληλος μιας εταιρείας είναι ελεύθερος να αναζητά άλλη και καλύτερη εργασία από αυτή που έχει. Με την διάλυση δε του γάμου, η σεξουαλική σχέση αποκαλύπτει όλη την ουσιαστικά οικονομική της βάση, καθώς τα δύο μέρη ανταγωνίζονται για την εξασφάλιση των οικονομικών τους συμφερόντων όπως κάθε έλλογο υποκείμενο της αγοράς: ύψος διατροφής, εξασφάλιση ως πρότινος κοινών περιουσιακών στοιχείων για ατομική εκμετάλλευση, κλπ. 

Οι συμβασιακές λοιπόν σχέσεις, ή μάλλον η οικουμενικοποίηση του συμβασιακού χαρακτήρα των σχέσεων και όλων όσων συνεπάγονται (αφηρημένη ισότητα των συμβαλλομένων, αφηρημένη ελευθερία εισόδου και εξόδου από την σύμβαση, έλλογο της επιλογής, κλπ), απετέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της φιελελεύθερης καπιταλιστικής κοινωνίας. Και την βάση, ταυτόχρονα, μιας σειράς μέτρων φιλελευθεροποίησης των εργασιακών σχέσεων, στα οποία αναφέρεται ο Eric Hobsbawm στο Η εποχή του κεφαλαίου, 1848-1875:
Στη Βρετανία ο νόμος ‘περί προϊσταμένων και υφισταμένων’ τροποποιήθηκε, καθιερώνοντας την ίση αντιμετώπιση των δύο μερών σε περιπτώσεις παραβάσεων συμβολαίου […] ανάμεσα στο 1867 και το 1875 όλα τα σημαντικά νομικά εμπόδια για τη δημιουργία συνδικαλιστικών οργανώσεων και για το δικαίωμα στην απεργία καταργήθηκαν με αξιοσημείωτα λιγοστή αντίσταση […] Μόνον η αγορά θα ρύθμιζε την αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης, όπως και οποιουδήποτε άλλου πράγματος.
Αυτές οι θεσμικές ρυθμίσεις, που αναδύθηκαν ως εκφάνσεις της τεράστιας αυτοπεποίθησης της αστικής τάξης για την δυνατότητά της να συσσωρεύει κέρδη εις το διηνηκές, είναι οργανικά κομμάτια του ιστορικού καπιταλισμού. Πρόκειται, όπως και στην περίπτωση των σεξουαλικών ρυθμίσεων στις οποίες αναφέρθηκα, για ιστορικές καινοτομίες που είχαν σημαντικά θετικά αποτελέσματα για τους κοινωνικά αδύνατους: κανείς δεν μπορεί να πει ότι η συμβασιακή κωδικοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων δεν προστάτευσε τις γυναίκες από την βία και την καταπίεση της προνεωτερικής πατριαρχίας, όπως κανείς δεν μπορεί να πει ότι το δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού μετασχηματισμού, στον συνδικαλισμό και στην απεργία δεν απετέλεσε ένα θεμελιωδώς προοδευτικό βήμα για την ανθρωπότητα.

Όμως, και εδώ επιστρέφουμε επιτέλους στον Wallerstein,  αυτές ακριβώς οι προοδευτικές όψεις του καπιταλισμού είναι τούτες που το κεφάλαιο θεωρεί πλέον εμπόδια. Τούτο είναι νομίζω αρκετά εμφανές και γίνεται όλο και εμφανέστερο στο ελληνικό και ευρωπαϊκό παράδειγμα: τα θεσμικά προπύργια του φιλελεύθερου καπιταλισμού κατεδαφίζονται το ένα μετά το άλλο: η ελευθερία κίνησης της εργασίας, η προστασία του δικαιώματος στην απεργία, η έγκαιρη καταβολή μισθών, η μαζική προσβασιμότητα στην παιδεία, η πληρωμή συμφωνηθέντων προνοιών (ένσημα, κλπ), η δημόσια εκμετάλλευση δημόσιας γης, όλα αυτά βρίσκονται στον αέρα.

Και δεν είναι μόνο αυτό: όπως μαρτυρά η εξέλιξη από την πρώτη μορφή του Μνημονίου στην τέταρτη, δεν διαφαίνεται καμία ικανοποίηση από την πλευρά του κεφαλαίου για τις συνεχείς και πειθήνιες υποχωρήσεις της κοινωνικής πλειοψηφίας στις όλο και πιο άγριες απαιτήσεις του. Όχι, αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι κεφαλαιοκράτες θυμώνουν όλο και περισσότερο για την βραδύτητα με την οποία η κοινωνία και οι κυβερνήσεις ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους, ωσάν η όλο και μεγαλύτερη πίεση την οποία ασκούν να τους ανοίγει απλώς την όρεξη για περισσότερη καταπίεση πάνω στις μάζες. Θα ήταν φενάκη, επιπλέον, να θεωρεί κανείς ότι σκοπός της πίεσης αυτής είναι η "αναστύλωση" της καπιταλιστικής οικονομίας που κατέρρευσε το 2007-08. Θα ήταν μνημειωδώς ανόητοι οι κεφαλαιοκράτες αν θεωρούσαν ότι η πλήρης ασφυξία, για παράδειγμα, που επιβάλλουν τα μέτρα λιτότητας στους παραγωγείς που κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο, αποτελούν μέτρο "εξυγίανσης". Είναι ηλίου φανερότερο ότι η "δημιουργική καταστροφή" για την οποία μιλούσε ο Schumpeter έχει απλώς μεταμορφωθεί σε "καταστροφική καταστροφή" για τον απλούστατο λόγο ότι αδυνατεί πλήρως να στηρίξει την δημιουργία νέων πεδίων παραγωγικής συσσώρευσης. Όχι, αυτό το οποίο βλέπουμε σήμερα από την σκοπιά των κινήσεων του κεφαλαίου δεν είναι μια προσπάθεια να σωθεί ο καπιταλισμός. Είναι, αντίθετα, μια προσπάθεια να καταστραφεί ολοσχερώς το ιστορικό του πλαίσιο, αφήνοντας όρθιους μόνο τους πυλώνες αυτούς που είναι απαραίτητοι για την συσσώρευση κέρδους. 

Αν λοιπόν δεν είναι το κεφάλαιο που θέλει να σώσει τον ιστορικό καπιταλισμό, αν το κεφάλαιο, αντίθετα, απεργάζεται την έξοδο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης από τον καπιταλιστικό θεσμικό ορίζοντα της ελεύθερης αγοράς, του ανταγωνισμού, και της ελευθερίας των συμβασιακών σχέσεων, τότε ποιος θέλει να τον σώσει;

Μα φυσικά η (δυτική) αριστερά, η οποία, μη έχοντας καμία πίστη σε οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση ή σχέδιο, αγωνίζεται απελπισμένα όχι για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας (για αυτόν αγωνίζονται οι κεφαλαιοκράτες), αλλά για την διάσωση της μορφής της πριν την κρίση, την συντήρηση τμήματος έστω των προνομίων που είχαν οι εργαζόμενοι στην Δύση από την πλήρη ιστορική εξάλειψη.

Είναι τεράστιο σφάλμα λοιπόν να εγκαλούμε τη (δυτική) αριστερά για την αδυναμία της να οδηγήσει σε κάποιου είδους σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Τέτοιο στόχο δεν έχει, και συνεπώς δεν μπορεί να της χρεωθεί αποτυχία για το γεγονός ότι δεν πετυχαίνει αυτό το οποίο δεν προσπαθεί να πετύχει. Η αδυναμία της αριστεράς σήμερα έγκειται μάλλον στην αποτυχία της να σώσει τον ιστορικό καπιταλισμό. Αυτή είναι η αποστολή την οποία ανέθεσε στον εαυτό της, και αυτή είναι η αποστολή που αποτυγχάνει να υπηρετήσει επαρκώς.

Πρόκειται όμως για μια προδιαγεγραμμένη και αναπόφευκτη αποτυχία: σε οποιαδήποτε διαφωνία ξεκινάς συμφωνώντας πλήρως με τις αρχές που ο αντίπαλος υποτίθεται πως έχει, αλλά τις οποίες έχει προ πολλού εγκαταλείψει,  το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να καταλήξεις να υποδύεσαι τον αντίπαλο, την στιγμή που ο αντίπαλος έχει ήδη μετασχηματίσει το πεδίο του ανταγωνισμού. Πίσω από τις ψευδοεπαναστατικές κραυγές της αριστεράς κρύβεται η απελπισμένη προσπάθεια να σωθεί ο καπιταλισμός από τον εαυτό του, προσπάθεια μάταιη στον βαθμό που δεν κατανοεί την δομική ανεξαρτησία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης από το θεσμικό πλαίσιο του ιστορικού καπιταλισμού. Εάν αυτή η μάταιη προσπάθεια δεν εγκατελειφθεί έγκαιρα, αν δεν ορθώσουμε απέναντι στην έξοδο του κεφαλαίου από τον καπιταλισμό (με κατεύθυνση έναν νέο μεσαίωνα με καλύτερους όρους για τη συσσώρευση) ένα στιβαρό αντι-όραμα για την ισότητα και την κοινοκτημοσύνη, αν δεν σταματήσουμε να παίζουμε με την εξεγερσιακή ρητορική προσπαθώντας στην ουσία να διατηρήσουμε το αστικό κράτος και την αστική κοινωνία στα προ του 2007-08 επίπεδα, θα έχουμε συναινέσει σε κάτι σαφώς χειρότερο για μας και για τα παιδιά μας από τον ιστορικό καπιταλισμό των τελευταίων τριών αιώνων. Μία από τις δυνητικές περιγραφές του φασισμού άλλωστε --και είναι σημαντικό να την θυμόμαστε σήμερα-- είναι "κεφαλαιοκρατική συσσώρευση χωρίς το θεσμικό και ιδεολογικό κέλυφος του καπιταλισμού."

6/3/2011-Συνοπτική οικονομική ιστορία των τελευταίων σαράντα ετών


Ο Α παράγει κουρτινόξυλα. Τα πουλάει τέσσερα ευρώ το ένα. Του κοστίζουν δύο. Πουλάει χίλια κομμάτια. Το κέρδος του είναι δύο χιλιάδες ευρώ. Ο Β ανταγωνίζεται τον Α μετακινώντας την παραγωγή στην Τουρκία. Τα κουρτινόξυλα του κοστίζουν ένα ευρώ και ογδόντα και τα πουλάει τρία και ογδόντα. Με τις φτηνότερες τιμές του βγάζει σταδιακά τον Α από την παραγωγή. Επειδή εν τω μεταξύ η αγορά κουρτινόξυλων έχει κορεστεί σε ένα βαθμό, πουλάει οκτακόσια κομμάτια και το κέρδος του είναι χίλια εξακόσια ευρώ. Ο Γ ανταγωνίζεται τον Β χωρίς να παράγει τίποτε. Εισάγει τα κουρτινόξυλα από την Κίνα. Του κοστίζουν ένα ευρώ. Τα πουλάει τρία. Αλλά επειδή έχει ήδη κλείσει ο Α και ο Β δεν πάει καλά και έχουν απολύσει όλους ή κάποιους από τους εργαζομένους τους, και επειδή το ίδιο έχουν κάνει οι αντίστοιχοι Α και Β σε άλλους τομείς της παραγωγής όπου άλλοι Γ έχουν κάνει την αντίστοιχη κίνηση, Ο Γ πουλάει μόνο πεντακόσια κομμάτια και έχει κέρδος χίλια ευρώ. Εάν η σειρά συνεχιζόταν επ’ άπειρο, νικητής στον ανταγωνισμό θα αναδεικνυόταν εκείνος του οποίου το κέρδος θα έτεινε στο μηδέν. Αλλά δεν συνεχίζεται επ’ άπειρο, γιατί στον καπιταλισμό δεν υπάρχει κανένας λόγος να ασχολείσαι με την παραγωγή πραγμάτων όταν έχεις μηδενικό περιθώριο κέρδους. Ας ονομάσουμε λοιπόν τον τελευταίο της σειράς Δ. Καθώς λοιπόν όλη σειρά των Α, Β, Γ οδηγείται στον μαρασμό, το εργοστάσιο στην Κίνα, που αναζητά να επενδύσει τα δικά του κέρδη, τα βάζει σε τράπεζες που με τη σειρά τους δανειοδοτούν το κράτος στο οποίο δούλευαν οι Α, Β, και Γ. Το κράτος χρησιμοποιεί τα χρήματα αυτά για να κλείσει δημοσιονομικές τρύπες χωρίς να αυξήσει κατακόρυφα την φορολογία των Α, Β, Γ, και Δ. Μετά από ένα σημείο, το κράτος αυτό υπερχρεώνεται και αρχίζει να κόβει απ’ το ταμείο ανεργίας των Α, Β, Γ και να αυξάνει δραματικά τη φορολογία του Δ. Έτσι, ο Δ, που στο μεταξύ έχει ξανοιχτεί πολύ με δάνεια για υποδομές, απολύει τους μισούς του υπαλλήλους και υπολειτουργεί, αν δεν κλείσει. Έτσι κι αλλιώς σ’ αυτό το σημείο κανείς δεν αγοράζει σπίτια, οπότε δεν πολυχρειάζονται τα κουρτινόξυλα.

2/3/2011-10/3/2011-Αφορισμοί της ημέρας

LXV
Παράδοξη παρηγοριά των θεωριών συνομωσίας: η ιδέα ότι όσο άσχημα και αν είναι τα πράγματα, κάποιος ωστόσο έχει τον έλεγχο, κάποιος κρατάει το τιμόνι. Το “αόρατο χέρι” του Σμιθ παραμένει στην θέση του ρυθμιστή, έστω και ως ενσυνείδητα ελεγχόμενος και κακόβουλος δράστης: είμαστε ακόμα ασφαλείς μέσα στον μαγεμένο κύκλο της θεολογίας της αγοράς. Έτσι προστατεύεται κανείς από την πολύ φρικτότερη σκέψη ότι κανείς δεν έχει τον έλεγχο, και ότι το τιμόνι δεν βρίσκεται στα χέρια κανενός μέχρις ότου κάποιος αποφασίσει να το αρπάξει δια της βίας. Έχοντας συνηθίσει στην ιδέα ότι η ελεύθερη επιλογή αφορά χαρτιά τουαλέτας, αποσμητικά ή σεξουαλικές στάσεις στο κρεβάτι, οι δυτικές κοινωνίες ανακαλύπτουν τελικά ότι αυτό που τρέμουν πάνω από όλα είναι το πραγματικό της ελεύθερης επιλογής: η έλλειψη εγγυήσεων, το απρόβλεπτο των συνεπειών, το ανεπίστρεπτο της απόφασης. Για αυτό και είναι απόλυτα λογικό ότι το κεντρικό σύνθημα του φιλελευθερισμού ήταν “δεν υπάρχουν επιλογές”, δηλαδή ότι η ελευθερία συνίστατο στην πραγματικότητα στην ώριμη αποδοχή της εξάλειψης κάθε οντολογικά σημαίνουσας ελευθερίας. “Η ελευθερία είναι δουλεία” έλεγε το σλόγκαν του καθεστώτος στο 1984· το δικό μας είναι: "η δουλεία είναι ελευθερία", και έτσι το να δέχεσαι ότι το μέλλον σου βρίσκεται στα χέρια αόρατων και μοχθηρών τραπεζικών κύκλων ή κλειστών κλαμπ είναι σαφώς λιγότερο απειλητικό για την αυτοαντίληψή σου ως ελεύθερου όντος απ’ το να πειστείς ότι το βάρος της απόφασης, όλο και πιο ασήκωτο, πέφτει στα δικά σου χέρια.

LXVI
Όταν διαβάζεις, κάποιες φορές, ένα ασυνήθιστα --συγκριτικά πάντοτε-- βλακώδες άρθρο πολιτικού σε εφημερίδα, το ερώτημα που ανακύπτει είναι σχεδόν νομοτελειακά αναπάντητο: πρόκειται για το κατόρθωμα πολιτικού που κατάντησε δημοσιογράφος ή δημοσιογράφου που κατάντησε πολιτικός;

LXVII
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία για τον συγγραφέα που αποσκοπεί στο να αλλάξει τους καιρούς του απ’ το να αναγνωριστεί μετά θάνατον ως ταπεινόφρον μέλος κάποιου ανέλπιστου για τον ίδιο Πάνθεον: στην πληγή αυτών που τον αγνόησαν όταν ακόμα είχε δόντια στο στόμα του, προστίθεται το αλάτι αυτών που τον αγκαλιάζουν όταν έχει πια καταστεί άχρηστος και ακίνδυνος.

LXVIII
Το να μην αναγνωρίζεσαι ως κάτι που είσαι είναι κάτι που αντέχεται, εφόσον σε πεισμώνει με την ελπίδα να αναγνωριστείς κάποτε. Το να αναγνωρίζεσαι ως κάτι που δεν είσαι όμως φαρμακώνει την ίδια την θέλησή σου για δικαίωση, ταϊζοντάς σε ντροπή αντί για σωτήρια οργή και πείσμα.

LXIX
Κανείς από όσους αποκαλούν τους κομμουνιστές νέας κοπής Χριστιανούς δεν έχει εντρυφήσει ιδιαίτερα στο τι σημαίνει "νέος" στον Νέο Άγγελο του Κλέε. Τα μάτια του Benjamin το πρόσεξαν αμέσως: τα φτερά του είναι κοφτερά σαν λάμες μαχαιριών, τα πόδια του καταλήγουν σε νύχια αρπαχτικού και τα δόντια του είναι ακονισμένα σαν του κανίβαλου. Ο Νέος Άγγελος είναι άγγελος, αναμφισβήτητα--φέρνει νέα: αλλά τα νέα είναι ότι μια παράξενη μετάλλαξη έχει αλλάξει για πάντα τους αγγέλους.

LXX
Επειδή ανακάλυψαν ότι όλα όσα έμαθαν πως είναι σκέψη αδυνατούσαν να υλοποιήσουν έστω και το ελάχιστο καλό, και επειδή ήταν βέβαιοι --τους το 'χαν επιβεβαιώσει γονείς και δάσκαλοι-- πως ήταν φτιαγμένοι για πράγματα μεγάλα και σπουδαία, είπαν να βάλουν τα δυνατά τους για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον συμμετοχή στο μέγιστο κακό. Και έτσι αποκαλύφθηκε η αυστηρή αναλογία ανάμεσα στον κόπο που καταβάλλει ο νους τους για να εκκρίνει λέξεις και σ' αυτόν που απαιτεί το πάτημα μιας σκανδάλης για να απελευθερώνει σφαίρες.