Saturday, February 26, 2011

26/2/2011-Μέση Ανατολή: Τα ερωτήματα

Καθώς συνεχίζει να μαίνεται η ουσιαστικά εμφύλια σύρραξη για το μέλλον της Λιβύης, καθώς αυτό που καλέσαμε "αραβικό 1848" βρίσκεται υπό εξέλιξη σε μια σειρά άλλων χωρών (στην Υεμένη είχαμε χθες τρεις νεκρούς διαδηλωτές όταν οι δυνάμεις καταστολής άνοιξαν πυρ εναντίον πλήθους σε καθιστική διαμαρτυρία), αυτό που ανακύπτει είναι όχι απαντήσεις αλλά τουλάχιστον η αποκρυστάλλωση των ερωτημάτων που μπορούν πλέον να τεθούν με κάποια σχετική σαφήνεια.

Το πρώτο ερώτημα αφορά καθαρά το δυνητικό εύρος, την δυνητική κλίμακα εκδήλωσης του αραβικού 1848: ως τώρα, έχουμε δύο ανατροπές κυβερνήσεων σε Τυνησία και Αίγυπτο, εμφύλια σύρραξη με το καθεστώς Καντάφι και τους υποστηρικτές του στη Λιβύη, χαμηλότερης κλίμακας αλλά συχνά αιματηρές εξεγέρσεις και συγκρούσεις με τις κρατικές δυνάμεις σε Υεμένη και Μπαχρέιν, στην Αλγερία, στην Ιορδανία, στο Ιράν, στο Μαρόκο, ακόμα και στο Κουβέιτ. Η "άνοιξη των λαών"--το κύμα επαναστάσεων που συγκλόνισε για λίγο την Ευρώπη τον Μάρτη του 1848 πριν χαθεί στην καταστολή-- επαναλαμβάνεται με ένα σχεδόν ίδιας έκτασης κύμα στην Μέση Ανατολή τον Φλεβάρη του 2011. Πού θα σταματήσει αυτό το κύμα; Ποια θα είναι η τελική έκταση των ανατροπών στην γεωπολιτική σφαίρα; Μια πιθανή ανατροπή καθεστώτος στην Αλγερία και ανατροπή του Καντάφι στη Λιβύη θα καθιστούσε όλη σχεδόν την Βόρεια Αφρική πεδίο επαναστατικών ανατροπών. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για κοσμοϊστορική αλλαγή, την μεγαλύτερη μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ το 1989-90.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τις δυνητικές συνέπειες αυτής της ανατροπής στο πολιτικό επίπεδο. Οι εξεγέρσεις του Φλεβάρη είχαν (και έχουν) ως κοινό σημείο αναφοράς μια διπλή στόχευση: την διαμαρτυρία για τον πολιτικό αυταρχισμό από τη μία πλευρά, τη διαμαρτυρία για τις αντιλαϊκές συνέπειες της οικονομικής διαχείρισης από την άλλη. Υπάρχει σε αυτές ένα πρόταγμα εκδημοκρατισμού, από τη μία, και ένα πρόταγμα εξισωτισμού και κοινωνικής δικαιοσύνης από την άλλη. Ποιος συγκεκριμένος συνδυασμός απαντήσεων σε αυτά τα προτάγματα θα κυριαρχήσει; Πιο συγκεκριμένα, θα είναι η κυρίαρχη κατεύθυνση ο "εκδυτικισμός" των κοινωνιών αυτών; Ή, αντίθετα, η "ισλαμοποίησή" τους; Και ποιος θα είναι ο ρόλος της σοσιαλιστικής προοπτικής στο ένα ή στο άλλο σενάριο; Ποιες είναι σήμερα οι δυνατότητες για μια κοσμική αραβική σοσιαλδημοκρατία που θα θυμίζει σε κάποια σημεία τα πειράματα στην Νότια Αμερική, κυρίως σε ό,τι αφορά την ανακατανομή του πλούτου από την διαχείριση πολύτιμων φυσικών πόρων όπως το πετρέλαιο; Ποιες οι δυνατότητες για μια θρησκευτικά επιτονισμένη σοσιαλδημοκρατία; Υπάρχει η πιθανότητα να επιτευχθεί, για πρώτη φορά στην αραβική ιστορία, ένας "ισλαμικός σοσιαλισμός" ή έστω μια ισλαμική κίνηση προς την σοσιαλιστική κατεύθυνση; Υπάρχει, για να το πούμε αλλιώς, η δυνατότητα συνύπαρξης του θρησκευτικού στοιχείου με κοσμικές στοχεύσεις στην κοινωνική δικαιοσύνη και την ισονομία; Οι απαντήσεις που θα δοθούν στα διαφορετικά κράτη του αραβικού 1848 είναι πιθανό να είναι ρευστές, ασταθείς και εθνικά συγκεκριμένες. Αναμένονται όμως παρ' όλα αυτά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την σκοπιά της παγκόσμιας ιστορίας.

Το τρίτο ερώτημα, ή η τρίτη σειρά ερωτημάτων, αφορά την δυνατότητα, μέσα στο υπό διαμόρφωση τοπίο, συμμαχιών και συμπράξεων μεταξύ των χωρών όπου υπήρξε αλλαγή καθεστώτος. Θα μπορέσουν οι χώρες αυτές να στηρίξουν η μία την άλλη σε μια από κοινού προσπάθεια εκδημοκρατισμού και σοσιαλιστικού αναπροσανατολισμού; Θα μπορέσει να επιτευχθεί στη Μέση Ανατολή κάτι που δεν προϋπήρξε ποτέ, ένας διεθνισμός που δεν θα βασίζεται μόνο στην κοινή γλώσσα και θρησκεία, αλλά θα περιλαμβάνει την κοινή πίστη σε ένα διαφορετικό μέλλον για τους αραβικούς λαούς, ένα μέλλον λιγότερο ιεραρχικό, λιγότερο άνισο, λιγότερο κατασταλτικό και καταπιεστικό για τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, περισσότερο κοινωνικά δίκαιο; Θα μπορέσει, με άλλα λόγια, να μεταμορφωθεί η περιοχή σε ένα μεσανατολικό ανάλογο του σοσιαλιστικού πειράματος στην Νότια Αμερική; Και αν ναι, ποιες θα είναι οι παγκόσμιες συνέπειες της ανάδειξης, δειλά-δειλά, εκτεταμένων μη δυτικών γεωγραφικών ζωνών όπου η ιδέα ότι "δεν υπάρχει εναλλακτική" θα μπει έμπρακτα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας;

Το τέταρτο ερώτημα --η τέταρτη δέσμη ερωτημάτων-- αφορά τις επιπτώσεις που θα έχει στην Δύση το αραβικό 1848. Είδαμε ήδη μία βασική επίπτωση, που είναι η επιδείνωση του ούτως καλούμενου "μεταναστευτικού" και η συνεπαγόμενη σκλήρυνση της στάσης της ΕΕ απέναντι σε νέα κύματα μετανάστευσης που είναι πιθανό να προκληθούν από την αστάθεια ή από τυχόν αρνητικές και αιματηρές εξελίξεις στον χώρο της Μέσης Ανατολής. Υπάρχει η δυνατότητα να γίνουμε μάρτυρες μιας παράδοξης κατάστασης όπου η διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Μέση Ανατολή δημιουργεί προϋποθέσεις περαιτέρω εκφασισμού στην Ευρώπη;

Μια δεύτερη επίπτωση αφορά τις αλλαγές στην ροή όχι μεταναστών αλλά πετρελαίου. Ήδη ΗΠΑ και ΕΕ δείχνουν να έχουν προβληματιστεί έντονα με την κατάσταση, ταλαντευόμενες ανάμεσα στο κρύψιμο του κεφαλιού στην άμμο και στις πρόβες νεο-ιμπεριαλιστικού "ανθρωπισμού": η ΕΕ αποφάσισε τελικά την επιβολή κυρώσεων στη Λιβύη (και άρα παίζει τα χαρτιά της με δυνητικά νέο καθεστώς), αλλά καθυστερεί την επισημοποίηση της απόφασης για άλλη μια εβδομάδα (προσπαθώντας να κερδίσει τον απαραίτητο χρόνο μέχρι να σιγουρευτεί για το αν θα υπάρξει διάδοχη κατάσταση). Έστω και αυτή η επαμφοτερίζουσα ψευδο-απόφαση όμως προκλήθηκε προφανώς από την πίεση που δημιούργησε η πρότερη ψευδο-απόφαση των ΗΠΑ, που επίσης κρατούν τα ρούχα τους για να έχουν τα μισά. Σ' αυτόν τον άτυπο διαγωνισμό υποκρισίας και realpolitik κυνισμού, οι δύο βασικοί παίχτες της Δύσης διαγκωνίζονται για έλεγχο στην μελλοντική αγορά πετρελοειδών ενώ την ίδια στιγμή ο γεωγραφικά εγγύτερος (η ΕΕ, με βασικότερη ενδιαφερόμενη την Ιταλία) αγωνιά για την εύρεση τρόπων να συνεχίσει η ροή του πετρελαίου χωρίς αυτή να συνοδεύεται από ροές ανεπιθυμήτων μη πετρελαϊκών παραγώγων, δηλαδή ανθρώπων.

Ποια θα είναι η στάση των χωρών του αραβικού 1848 απέναντι σε αυτές τις αντιδράσεις; Θα ανοίξουν τις πόρτες για ένα νέο κύμα νεο-ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης; Θα μπορέσει η περιοχή να διεκδικήσει την αυτονομία της και την αξιοπρέπειά της και να προστατέψει τα συμφέροντα των λαών της απέναντι στην δυτική αρπακτικότητα; Και αν ναι, ποιες θα είναι οι συνέπειες στις ήδη παραπαίουσες δυτικές οικονομίες τυχόν κάθετης αύξησης της τιμής του πετρελαίου ή δραστικής μείωσης του όγκου εξαγωγών του;

Τα ερωτήματα είναι λοιπόν πολλά και οι απαντήσεις σ' αυτά θα δοθούν σταδιακά και πιθανόν να είναι ετερογενείς και ακόμα και αντιφατικές. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η πολιτική ικανότητα των αραβικών μαζών είναι αυτή τη στιγμή αναμφισβήτητη, σαφώς ωριμότερη σε ό,τι αφορά τον συλλογικό συντονισμό και την συλλογική στόχευση από την αντίστοιχη των Ευρωπαίων, και διεκδικεί την ελπίδα σε κάτι που φαίνεται ακόμη πολύ απόμακρο ως ενδεχόμενο στην Δύση: να διαμορφώσει το μέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών στην μετά την κρίση εποχή και να χτίσει τις βάσεις ενός νέου σταδίου της ανθρώπινης ιστορίας.

22/2/2011-Δυο ελλείψεις

Αν αυτό στο οποίο γινόμαστε μάρτυρες σε ό,τι αφορά ολόκληρο σχεδόν πλέον το εύρος της αραβικής βόρειας Αφρικής είναι "η εξέγερση χωρίς την αριστερά"*--η εξέγερση σε χώρες και σε κοινωνίες όπου η αριστερά έχει κατασταλεί άγρια επί δεκαετίες και όπου η οργανωτική της βάση και τα στελέχη της έχουν εκλείψει σχεδόν ολοκληρωτικά--αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι είμαστε επίσης μάρτυρες, σε ό,τι αφορά ολόκληρη την Ευρώπη, της "αριστεράς χωρίς την εξέγερση": στις χώρες όπου η αριστερά δεν έχει υποστεί καμία ανάλογη διαδικασία εξάλειψης δια της βίας, είναι επίσης σχεδόν ολοκληρωτικά ενσωματωμένη στο πολιτικο-οικονομικό σύστημα και δεν δείχνει την παραμικρή σοβαρή διάθεση να το ανατρέψει.

Για να είμαστε λοιπόν επαρκώς διαλεκτικά προσανατολισμένοι, το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι ότι οι εξεγέρσεις στην Ανατολή πάσχουν από έλλειψη πολιτικής οργάνωσης και κατεύθυνσης. Γιατί ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν ακριβώς όσο σωστό είναι και το ότι η πολιτική οργάνωση της Δύσης πάσχει από έλλειψη εξεγερσιακής θέλησης· δηλαδή, ταυτόχρονα, εξίσου λανθασμένο. Μάλλον σωστότερη θα ήταν η εξής διαπίστωση: το χάσμα μεταξύ "αναπτυγμένης" Δύσης και "υποτελούς" Ανατολής αναδιατυπώνεται με όρους διπλής αποκοπής του σημαίνοντος "αριστερά" από το σημαίνον "εξέγερση". Αυτό που έχουμε σήμερα είναι δύο εκδοχές της απόσχισης του ενός από το άλλο: μάς αποδεικνύεται καθημερινά ότι ναι, είναι εφικτό να έχεις μια κινηματικά λίγο-πολύ αδρανοποιημένη αριστερά υπό συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και ναι, είναι εφικτό να έχεις μια κινηματικά επαρκή κοινωνία στην οποία έχει λίγο-πολύ εξαλειφθεί η παραδοσιακή κομματική δομή της αριστεράς.

Όταν δύο όροι χωρίζουν δρόμους τόσο δραστικά, και τους χωρίζουν τόσο υπό συνθήκες ωμής καταστολής και βίας όσο και υπό συνθήκες κοινοβουλευτικής ανεκτικότητας, δεν είναι εχέφρον να επιμένουμε ότι είναι παρ' όλα αυτά όροι φυσικά ή αυτονόητα ή υπεριστορικά συμβατοί. Γιατί πολύ απλά οι προϋποθέσεις αυτής της υποτιθέμενης συμβατότητας εκλίπουν (σχεδόν;) παντού, ενώ αντίθετα αυτό που είναι πανταχού παρόν είναι το χάσμα που έχει ανοίξει μεταξύ τους.

Καμία σοβαρή, δηλαδή μη δημαγωγική, πολιτική σκέψη σήμερα δεν μπορεί να αγνοήσει αυτό το διπλό χάσμα, και όχι βέβαια περιοριζόμενη στο να το λάβει υπόψη περιοριζόμενη στον θρήνο για το γεγονός ότι το χάσμα αυτό υπάρχει. Το ζητούμενο, πάντοτε, είναι "τι να γίνει"; και το "τι να γίνει" σήμερα μεταφράζεται σε "τι να γίνει για το γεγονός ότι εξέγερση και αριστερά δεν συναντώνται ούτε στις καπιταλιστικές οικονομίες του κέντρου ούτε στις υποτελείς και εξαρτώμενες οικονομίες της περιφέρειας;" Η φαντασματική αναζήτηση μιας στην πραγματικότητα παντού απούσας "αριστερής εξέγερσης" (για να μην μιλήσει κανείς για "αριστερή επανάσταση") παρεμποδίζει την σκέψη για κάτι που θα μπορούσε, δυνητικά τουλάχιστον, να υπερκεράσει τόσο την περιορισμένη βιωσιμότητα της "εξέγερσης" όσο και την αστικοκοινοβουλευτική παραλυσία της "αριστεράς." Η κρίση ωθεί την Δύση και την Ανατολή να συγκλίνουν γύρω από ένα χάσμα που ανακύπτει και γίνεται ορατό στην ίδια τους την συναρμογή, σαν τα κομμάτια ενός παζλ που ταιριάζουν αρκετά ώστε να αναδείξουν δραματικότερα το κενό του κομματιού που λείπει.

*Βλ. http://aristeripolitiki.blogspot.com/2011/02/blog-post_21.html

17/2/2011-21/2/2011 Αφορισμοί της ημέρας

LXII
Υπάρχει μια αδήλωτη γραμμή που ενώνει τη γυναίκα και τον μετανάστη με δεσμά πολύ ισχυρότερα από ότι μπορεί να εγγυηθεί και ο πιο θεωρητικά ορθός προοδευτισμός: η γυναικεία κατανόηση ότι ο «αγώνας» δεν είναι πάντοτε μετωπική σύγκρουση με τον άλλο, ότι η προβολή –αντί για απόκρυψη και καταστολή– του ευάλωτου του σώματος είναι και αυτή μέρος του αγώνα, ότι το θάρρος και η γενναιότητα δεν εξαντλούνται στο να καταφέρεις χτυπήματα αλλά περιλαμβάνουν το να τα αντέχεις χωρίς να λυγίζεις, χωρίς να παραδίδεσαι. Στην Ελλάδα, το πολιτικό λεξιλόγιο της αριστεράς περιορίζεται στο φαντασιακό του αντρικού καυγά σε αόρατα καφενεία: «μέτωπο», «ηγεμονία», «επίθεση», «κατάληψη», «υποχώρηση», «πρώτη γραμμή». Αλλά βέβαια, σε μια περίοδο όπως η σημερινή, η πραγματική δύναμη βρίσκεται όλο και περισσότερο στο μέρος του αδύναμου, αυτού που δεν είναι σε θέση να «χτυπήσει» μετωπικά, που δεν έχει την πολυτέλεια να επιδεικνύει μύες. Στον δυνατό μένει –τόσο περισσότερο όσο εμμένει να μη μαθαίνει από την γυναικεία υποκειμενικότητα– ένα χωρίς αγκυροβόλημα λεξιλόγιο επιθετικότητας, απομεινάρι ενός ανδρισμού κενού καταφατικής προσφοράς στη συλλογικότητα, αγοραίου, ατέλειωτα ναρκισσευόμενου: η φωνή του ήρωα με παντούφλες, του στρατηγού εν αποστρατεία.

LXIII
Πρέπει να υποθέσουμε ότι σε κάποιες κοινωνίες έχει ξεχαστεί όχι μόνο ο ήχος, αλλά και η ίδια η μνήμη του ήχου της vox populi. Αυτός είναι άλλωστε ο ρόλος των ΜΜΕ: να δίνει στον ήχο αυτό αποσπασματική και κατακερματισμένη έκφραση ώστε να τον κρατά αποσπασματικό και κατακερματισμένο, και έτσι να τον επιστρέφει πίσω στα αυτιά του λαού συρρικνωμένο, ανήμπορο, μια απλή έκφραση υστερικής κακοφωνίας.

Αλλά η αληθινή vox populi, όλοι όσοι κρατούν στα χέρια τους τώρα τα γκέμια της εξουσίας το ξέρουν, είναι φωνή που ανήκει στην σφαίρα του Υψηλού και όχι του γελοίου. Δεν είναι η φασαρία στο καφενείο, αλλά η φωνή του Μωυσή που κατεβαίνει από το όρος με τις πλάκες του Νόμου. Όταν η φωνή αυτή ακουστεί πραγματικά, γκρεμίζονται τείχη, οι στρατοί στέκουν ανήμποροι, οι κυβερνήσεις πέφτουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα.

Κανείς δεν μπορεί να εξαναγκάσει τη φωνή αυτή να ηχήσει με τα λόγια, κανείς δεν μπορεί να την κάνει να σωπάσει με τα λόγια. Η vox populi ηχεί όταν θελήσει να ηχήσει, και τότε όλοι οι μίζεροι και μικρόνοοι έπαινοι της σιωπής μαθαίνουν να σωπαίνουν.

LXIV
Αυτοί που έχουν μονότονη φωνή και τύχει, λόγω καλής εμφάνισης ή άλλων τυχαίων περιστάσεων να βρεθούν στο τραγούδι, διακρίνονται από το γεγονός ότι προσπαθούν να αναπληρώσουν την έλλειψη εύρους στις φωνητικές τους συχνότητες με μια απονενοημένη υπερβολή πάνω στις ελάχιστες νότες που διαθέτουν. Έτσι όμως καταλήγουν να βραχνιάζουν γρήγορα, οι λιγοστές τους νότες γεμίζουν τσιριχτά φάλτσα, και τότε τα πράγματα γίνονται πραγματικά οδυνηρά για τους ακροατές τους, τόσο που κάποιος στο ακροατήριο, πίσω στη γαλαρία, να αναγκαστεί να πει: "για αυτό φτιάχτηκαν τα μπάνια, για να προστατεύονται τ' αυτιά!"

Thursday, February 17, 2011

17/2/2011-Ο αφορισμός της ημέρας

LXI
Το δίκαιο τρομοκρατεί. Γιατί το δίκαιο έρχεται πάντοτε με την μορφή μιας απόφασης που δεν θέλουμε να πάρουμε, για την οποία δεν είμαστε έτοιμοι, σε μια στιγμή όπου μας απασχολούν άλλα, όπου δεν έχουμε χρόνο, όπου οι προτεραιότητές μας είναι διαφορετικές. Το δίκαιο δεν περιμένει μια μελλοντική στιγμή όπου οι περιστάσεις θα είναι καλύτερες, οι συσχετισμοί ευνοϊκότεροι, ο χρόνος λιγότερο ασφυκτικά πιεστικός. Όταν το δίκαιο παρουσιάζεται μπροστά μας, είναι αυταρχικό, δεσποτικό: μας προστάζει, εδώ και τώρα, να αποφασίσουμε για αυτό. Καμμία αναβολή δεν δέχεται εκ μέρους μας, και οι δικαιολογίες μας πέφτουν σε αυτιά που κωφεύουν. Ούτε ανέχεται την σιωπή, την οποία επιμένει να μετρά πάντα ως άρνησή του, ως απόφαση εναντίον του. Το δίκαιο δεν είναι δημοκρατική υπόθεση: δημοκρατική υπόθεση ήταν η απόφαση για την θανάτωση του Σωκράτη, η απόφαση για την θανάτωση του Ιησού, η απόφαση για την θανάτωση των Εβραίων. Αυτές ήταν υποθέσεις της δημοκρατικής πλειοψηφίας, αλλά δεν ήταν υποθέσεις που αφορούσαν το δίκαιο. Το δίκαιο δεν ανέχεται να μοιράσει την κυριαρχία του με θεσμούς, παραδόσεις, διαβουλεύσεις, συμβιβασμούς. Το δίκαιο απειλεί τους ανθρώπους με μια απάνθρωπα σκληρή τιμωρία: την τιμωρία της μνήμης. Ποτέ του δεν τούς αφήνει να ξεχάσουν το τι αποφάσισαν, και κάθε απόφασή τους υπέρ του αδίκου γράφεται με ανεξίτηλα γράμματα αίματος στην ιστορία τους. Γι αυτό το δίκαιο δεν εμπνέει αγάπη, και οι δίκαιοι άνθρωποι τυγχάνουν μίσους και μνησικακίας. Η ελπίδα προσφέρει σε όλους παρηγοριά· η δικαιοσύνη δεν έχει έλεος για κανένα: καταδικάζει τον άδικο στην κόλαση του εαυτού του και τον δίκαιο στην εξορία από την κοινωνία των αδίκων, στην ένοχη χλεύη τους, στην ανήσυχή τους έχθρα.

16/2/2011-Η αντιβουλή των Ελλήνων


Πατησίων και Ηπείρου βρίσκεται σήμερα η αντιβουλή των Ελλήνων. Ο χώρος στον οποίο κρίνεται το μέλλον όχι απλώς των μελών της αντιβουλής αλλά της πολιτικής υπόστασης ενός έθνους, της δικής του πολιτικής αξιοπρέπειας. Η βουλή ξεκινά την ζωή της από την έμπρακτη, έμπλεη ρίσκου διακήρυξη ενός δικαίου, του δικαίου της αυτοδιάθεσης ενός λαού, του δικαιώματός του να υπάρχει ως λαός. Στην αντιβουλή, την βουλή όπου αποφάσισε να μετοικήσει το πνεύμα των ξεχασμένων εθνοσυνελεύσεων του δέκατου ένατου αιώνα σε μια χώρα φοβισμένη και εσωτερικά ηττημένη, ξαναβρίσκει κεντρικό χώρο αυτό που έχει προ πολλού εγκαταλείψει τα έδρανα του κοινοβουλίου: η αποφασιστική διεκδίκηση του δικαίου με το ρίσκο του θανάτου. Και το δίκαιο του μετανάστη, όπως και το δίκαιο ενός λαού που ξεσηκώνεται και αυτοσυγκροτείται στον ξεσηκωμό, συνοψίζεται σε μια λέξη: Υπάρχω. Είμαι εδώ.

Η απεργία πείνας, αυτή η αντιδιαδικασία που συμπληρώνει και συνάμα επερωτά σήμερα την ιστορία των διαβουλεύσεων και των ψηφισμάτων κάθε βουλής, είναι αντιτηλεοπτική. Στο "Ο καλλιτέχνης της πείνας", ο Φραντς Κάφκα ανέδειξε με σκοτεινό σαρκασμό τον θεμελιωδώς αντιθεαματικό χαρακτήρα της αργής εξάλειψης του σώματος μέσα από την στέρηση. Όχι τυχαία, ο ορυμαγδός των ΜΜΕ γύρω από το θέμα της Νομικής κόπασε όταν ανέκυψε το μη μηντιακά εκμεταλλεύσιμο κομμάτι της απεργίας πείνας, που δεν είναι παρά η ίδια η απεργία πείνας. Τα μοναδικά ίχνη τηλεοπτικότητας που απέμειναν είναι οι εκδηλώσεις των αλληλέγγυων. Οι ίδιοι οι απεργοί έχουν αποσυρθεί από το πεδίο του ορατού, και, όταν δεν επικοινωνούν με γραπτά μηνύματα, ζουν στην ιδιωτικότητα του φθίνοντος (και μολυσματικού κατά κάποιους) σώματός τους. Η αποκοπή της πολιτικής πράξης από το θέαμα αποτελεί αποκοπή της από την τάξη της αναπαράστασης, που με την σειρά της συμπληρώνει πάντοτε τις λειτουργίες του καθεστώτος της εκπροσώπησης: η αντιβουλή δεν μιλάει από μικρόφωνα, κάμερες και μπαλκόνια. Μιλάει στην γλώσσα της Αντιγόνης, την γλώσσα της πράξης που επιτελείται εκτός σκηνής, και του εξίσου αντιθεαματικού μαρτυρίου με το οποίο πληρώνει κάποιος για την πράξη αυτή. Στην περίπτωση της αντιβουλής, η πράξη πολιτικής αντίστασης και το μαρτύριο με το οποίο πληρώνει κάποιος για αυτή την πράξη αμφισβήτησης της τάξης των πραγμάτων συγχωνεύονται σε μια και μόνο πράξη: την πείνα.

Έκπτωτοι από το πεδίο του ορατού τώρα όπως ήταν έκπτωτοι από το πεδίο του ορατού σε όλη τους τη ζωή, οι χωρίς χαρτιά ζουν και ρισκάρουν να πεθάνουν στις παρυφές του κοινωνικά αντιλήψιμου. Είναι μια θέση περιθωριοποιημένη, αλλά η περιθωριοποίηση αυτή δεν είναι μονοσήμαντα αποτρεπτική νοήματος: σε μια περίοδο που η αντίσταση εξαντλείται στις διεκδικήσεις δικαιωμάτων ή προνομίων, η αντιβουλή επαναφέρει τις σχεδόν καθολικά ξεχασμένες διαστάσεις του θάρρους, της αυταπάρνησης και του ηρωϊσμού που απαιτεί η αναμέτρηση με τον θάνατο. Στο φάντασμα της δυνητικής προλεταριοποίησης ενός λαού, η αντιβουλή αντιτείνει την παράδοξη οικουμενικότητα του απόλυτα προλεταριοποιημένου, αυτού που όχι μόνο δεν έχει τίποτε παρά μόνο το σώμα του για να πουλήσει, αλλά που πλέον αντιμετωπίζει το ίδιο το σώμα του, την ίδια του την υλική υπόσταση, ως το όριο εκείνο που πρέπει να ξεπεράσει για να αρχίσει να ζει. Στην αντιβουλή, η ζωή ξεκινά από το πέρασμα μέσα από την κοιλάδα του θανάτου. Δεν δίνεται από συντάγματα, αλλά κερδίζεται μέσα από τα χέρια της ανυπαρξίας.

Η αντιβουλή δεν εκδίδει διατάγματα, δεν ψηφίζει νόμους. Η αντιβουλή στέκεται ως το μέτρο κάθε νόμου, γιατί αποτελεί το μέτρο του δικαίου, και στα χέρια της βρίσκεται η απόφαση για το μερίδιο του δικαίου που μπορεί να διεκδικήσει η ελληνική κοινωνία. Δεν ζήτησε την άδεια της κοινωνίας για αυτό, αν και η ελληνική κοινωνία θεωρεί, κατά βάθος, ότι η ίδια δικαιούται να καθορίσει το μέτρο του δικαίου που της αναλογεί με τα δικά της μέτρα και σταθμά, με τις δικές της προτεραιότητες. Η αντιβουλή δεν εξουσιοδοτήθηκε από κανένα, ούτε εκλέχθηκε. Επιβάλλει δια της βίας, της βίας που ασκεί η ίδια στον εαυτό της, το δικαίωμα να μετράει αυτή την υπόσταση του δικαίου στην ελληνική, και κατ' επέκταση στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Κάθε θάνατος απεργού πείνας είναι πλήγμα στην αυτοαντίληψη των Ελλήνων ως λαού δικαίων ανθρώπων είτε το θέλουν, είτε όχι· είτε αναλώνονται σε εκλογικεύσεις για την αποφυγή της ουσίας του θέματος είτε σιωπούν· είτε περί άλλων τυρβάζουν είτε ξεχνούν ό,τι δεν βλέπουν.

Πρόκειται για κάτι ιδιαίτερα επίπονο για όσους ζουν εκτός αντιβουλής: από ένα λαό μπορεί να στερηθεί με χρονολογική σειρά η άνεση, η εξασφάλιση, η δυνατότητα επιβίωσης, και η ίδια ακόμα η ελπίδα για το μέλλον· όχι όμως ο θυμός τον οποίο εμπνέει η αίσθηση του άδικου, όχι όμως η δυνατότητα του αυτοσεβασμού όσο υπάρχει μέσα του αυτός ο θυμός. Όταν όμως ένας λαός αντιμετωπίσει την κατηγορία ότι στερεί από τον εαυτό του το δικαίωμα να θυμώνει με το άδικο --όταν, ανεχόμενος το άδικο στον πιο αδύνατο από τον ίδιο απωλέσει το δικαίωμα να οργίζεται με την αδικία χωρίς να εκτίθεται στην φαύλη συνείδηση της υποκρισίας-- τότε αυτός ο λαός θα έχει γονατίσει ευτελισμένος μπροστά στα ίδια του τα μάτια.

Έτσι, εντελώς αυθαίρετα και αντιδημοκρατικά, μού φαίνεται πως αποφασίζει για μας τους υπόλοιπους η αντιβουλή των Ελλήνων κατά τις σιωπηρές της συνεδριάσεις επί 23 ημέρες απεργίας πείνας.

Sunday, February 13, 2011

13/2/2011-Ψωμί


Για μια φωτογραφία από την αιγυπτιακή εξέγερση: οι εξεγερμένοι μοιράζονται ψωμί.

What Grace is this knead in this Loafe? This thing
Souls are but petty things it to admire.
[...]
Eate, Eate me, Soul, and thou shalt never dy.
Edward Taylor, “I am the Living Bread: Meditation Eight: John 6:51”

Η ανακάλυψη του τροχού, γνωστή ως σημαντικότερη ανακάλυψη της ανθρώπινης ιστορίας, έγινε, σύμφωνα με τις περισσότερες ιστορικές εικασίες, την τέταρτη χιλιετία π.Χ σχεδόν ταυτόχρονα στην Μεσσοποταμία, τον Βόρειο Καύκασο, και την Κεντρική Ευρώπη. Η ανακάλυψη του ψωμιού τοποθετείται στην ίδια περίοδο, επίσης στην Μεσσοποταμία καθώς και στην Αίγυπτο.

Είναι ενδεικτικό της τυφλότητας των ανθρώπων για τα έργα των χεριών τους ότι ενώ ποτέ δεν παύουν να τιμούν την πρώτη –σύμβολο, φυσικά, της παραγωγής και της παραγωγικότητας, της υλικής μεταμόρφωσης του κόσμου– δίνουν ελάχιστη συμβολική σημασία στην δεύτερη, που ιδωμένη πιο προσεκτικά, αποτελεί ένα κάποιο θαύμα μετουσίωσης ίσως μεγαλύτερο, και σίγουρα ιστορικά σημαντικότερο, από τον περίφημο πολλαπλασιασμό άρτων και ιχθύων στην Καινή Διαθήκη: ο συνδυασμός ενός φυτού (σιτάρι), ενός βακτηρίου (μαγιά) και του νερού αποδεικνύεται εκ των υστέρων ως φυσικά προορισμένος για τον ανθρώπινο οργανισμό, αγαπητός σε κάθε στομάχι, από το πιο εκλεπτυσμένο ως το πιο πεινασμένο, από το πιο ευαίσθητο ως το πιο σκληραγωγημένο, και εξελίσσεται στο βασικότερο, σε όλη την ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, διατροφικό είδος. Η ανθρώπινη ζωή μπορεί να συντηρηθεί χωρίς πάρα πολλά πράγματα, όχι όμως χωρίς ψωμί και νερό: το “ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος” είναι απαραίτητο ακριβώς επειδή η κοινή λογική υπαγορεύει το αντίθετο της ρήσης: είναι εφικτό να ζήσεις μόνο με ψωμί.

Η λήθη για την ανακάλυψη του ψωμιού, η απουσία εποποιίας για το μέγεθος του δώρου που κάποιοι ανώνυμοι πρόγονοί μας μάς χάρισαν, μαρτυρά την λήθη του ανθρώπου για το γεγονός ότι η φροντίδα του σώματος δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε ευκολοκατάκτητη, σαν κάποιο απλό αντανακλαστικό επιβίωσης· το ψωμί είναι το σύμβολο της ειρηνικής πρόθεσης του είδους να φροντίσει τον εαυτό του αντί να επιβληθεί στους άλλους. Η εποποιία του τροχού –άρματα, καρότσες, τροχίσματα μετάλων, μηχανές βασανισμού– είναι ουσιαστικά παραγωγική και καταστροφική με μιας: ο τροχός συνδέει την δυνατότητα μεταφοράς και εμπόρευσης του καρπού με αυτή της καταστροφής του, της λεηλασίας, και του φόνου. Το ψωμί, από την άλλη, είναι το κατ’ εξοχήν επίτευγμα της συνύπαρξης και της φροντίδας, και ο πολιτικός του ρόλος στην ιστορία είναι αδιαφοροποίητα βασισμένος στην στέρησή του: η στέρηση του ψωμιού είναι το οικουμενικό σύμβολο της στέρησης ως τέτοιας. Από τις μεσαιωνικές εξεγέρσεις σε περιόδους ασιτίας, στην γαλλική (“ας φάνε παντεσπάνι!”) και την ρωσική επανάσταση (βλ. σχετική σεκάνς για τις όλο και μικρότερες μερίδες ψωμιού στον Οκτώβρη του Άιζενσταϊν), στις σύγχρονες εξεγέρσεις στην Βόρεια Αφρική, η έλλειψη ψωμιού μεταφράζεται σε απόσυρση των βασικών προϋποθέσεων επιβίωσης του είδους, σε έλλειψη του επιούσιου, του καθημερινά απαραίτητου.

Μια υλιστική μακροϊστορία του είδους θα όφειλε να δείξει τον δέοντα σεβασμό σ’ αυτό το ταπεινό μείγμα νερού, βακτηρίων και σιταριού με το οποίο ο άνθρωπος έμαθε να θρέφει το σώμα του και το σώμα των γύρω του.

13/2/2011-Αφορισμοί της ημέρας

LVIII
Πώς γίνεται οι εξόριστοι –ο Χάινε, ο Μαρξ, ο Τζόυς, ο Μπένγιαμιν, ο Αντόρνο, τόσοι και τόσοι άλλοι– να αποτελούν τις φωνές της συνείδησης της κοινωνίας τους, να μπορούν να μιλήσουν για αυτή όταν η ίδια αδυνατεί να συλλάβει τον εαυτό της, να κοιτάξει το πρόσωπό της στον καθρέφτη;

Αλλά ίσως δόθηκε ήδη η απάντηση στην ερώτηση. Ίσως οι κοινωνίες για τις οποίες μπορούν να μιλήσουν με διαύγεια οι εξόριστοι να είναι ακριβώς αυτές που είναι ήδη εξόριστες απ’ τον εαυτό τους, που ζουν μακριά από τη ζωή τους, που έχουν την πλάτη τους γυρισμένη όταν πηγαίνουν να κοιταχθούν στον καθρέφτη. Ίσως να είναι ο αυτοεξορισμός μιας κοινωνίας –αδιόρατος, ύπουλα σιωπηρός, ανεξιχνίαστος– που προσφέρει στα μάτια του εξόριστου αυτό που οι άλλοι εκλαμβάνουν ως ατομική διορατικότητα.

LIX
Σπάνια διαβάζει κάποιος πια βιβλία που να είναι θυμωμένα με τον εαυτό τους, με το γεγονός ότι χρειάστηκε καν να γραφτούν. Το Tractatus Logico-philosophicus του Βιτγκενστάιν είναι ένα τέτοιο βιβλίο: στόχος του είναι η κατά το δυνατόν εναργέστερη έκθεση των λόγων για τους οποίους δεν έχει τίποτε να πει για όσα έχουν πραγματική σημασία και για τους οποίους είναι αναγκασμένο να σιωπήσει για όσα δεν έχει μπορέσει να βρει τρόπο να πει. Η πραγματική ευφυία είναι έντονα ανυπόμονη με το γεγονός ότι είναι απλά ευφυία. Θα δεχόταν κανείς να είναι πολύ λιγότερο οξύνους, αν αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσε να κοινωνήσει στους άλλους κάτι διαφορετικό από την άχρηστη ευστροφία του.

LX
Τίποτε δεν καθιστά το “είναι-ως-είδος” (Gattungswesen) του ανθρώπου πιο ορατό από την σωματική αδυναμία: και ο πιο στυγνός δολοφόνος, λέμε συχνά, υπήρξε κάποτε παιδί, απροστάτευτο μπροστά στην ανώτερη ρώμη των ενηλίκων, ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του, ευάλωτο· και, στο άλλο άκρο του ηλικιακού κύκλου, κάθε γέρος μοιάζει το ίδιο αθώος επειδή είναι σχεδόν το ίδιο αδύναμος με κάθε άλλο –ακόμα και αν υπήρξε βασανιστής, κατά συρροή δολοφόνος, αρχιμαφιόζος, ή διευθυντής στρατόπεδου συγκέντρωσης, όπως ανακάλυψαν σοκαρισμένοι οι περίοικοι που βρέθηκαν μπροστά σε τέτοιου είδους συλλήψεις.

Οι άνθρωποι μοιάζουν λοιπόν ο ένας με τον άλλο τόσο περισσότερο όσο πιο βιολογικά αδύναμοι είναι, με τις στιγμές αμέσως μετά την γέννηση και αμέσως πριν τον θάνατο να φαντάζουν σαν τα δυο άκρα μιας επί μακρόν κατεσταλμένης αλήθειας, αυτής του θεμελιακά ζωώδους της ύπαρξής μας, που μας καθιστά όχι περισσότερο διακριτούς τον ένα από τον άλλο από ότι δυο ινδικά χοιρίδια, χρυσόψαρα, ή παπαγάλους.

Ίσως όμως αυτή η σύνδεση μεταξύ του είναι-ως-είδος και της βιολογικής αδυναμίας να βρίσκεται στον πυρήνα της απέχθειας και του φόβου απέναντι στον σοσιαλισμό, που φαντάζει ως κάποιου είδους διεστραμμένη συνομωσία επιστροφής του ανθρώπου στην αδιαφοροποίητη κατάσταση του ζώου. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η σκέψη κατέτρεχε τον αντισοσιαλισμό του Νίτσε, που είναι ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός της ταύτισης του σοσιαλισμού με την αδυναμία, με την οικουμενοποίηση της θέσης του ανίσχυρου δούλου.

Τι γίνεται όμως αν η παρουσία της φυσικής, βιολογικής εκείνης δύναμης που διαφοροποιεί κατά το μέγιστο τον έναν άνθρωπο από τον άλλο –κατά την περίοδο της εφηβείας, όπου η ατομικότητα βρίσκει την πιο επιθετική της έκφραση, και κατά αυτή της μέσης ηλικίας, όταν η εφηβική επιθετικότητα μετουσιώνεται σε κάτι πιο βαθύ και πιο αμοιβαία καταστροφικό– είναι αυτό ακριβώς που παρεμποδίζει κάθε πραγματική και ουσιαστική ατομικότητα από το να βρει έκφραση; Το στοίχημα του Μαρξ, αυτό που κρύβεται πίσω από την νεφελώδη έννοια του είναι-ως-είδος, είναι ότι υπάρχει ένα δεύτερο κατώφλι ατομικότητας πέραν αυτού που γίνεται εφικτό βιολογικά, μια ατομικότητα που εκδηλώνεται μόνο στο έδαφος της εξάλειψης του βιολογικού επικαθορισμού μας. Ο απλούστερος τρόπος να γίνει κατανοητό αυτό είναι ως εξής: είναι πολύ εύκολο να νιώθεις διαφορετικός από τους άλλους όταν είσαι ακόμα ρωμαλέος και γεμάτος σφρίγος και ενέργεια, όταν είσαι έφηβος ή στο άνθος της νεότητας. Είναι σαφώς μεγαλύτερη κατάκτηση να συντηρήσεις αυτή την αίσθηση της διαφοράς σου όταν το ίδιο σου το σώμα σε εξομοιώνει με εκατομμύρια άλλα σώματα κάτω από την κοινή μοίρα της σωματικής αδυναμίας.

Η υπόσχεση του είναι-ως-είδος προαναγγέλει το εφικτό της συνύπαρξης της συναίσθησης της βιολογικής ομοιότητάς μας με τους άλλους και της εξάρτησής μας από αυτούς –της συμφιλίωσής μας, επιτέλους, με το άκακο ζώο μέσα μας– και, από την άλλη πλευρά, του πόθου για την απρόσκοπτη πραγμάτωσή μας ως άτομα, ως ενικότητες. Είναι μια υπόσχεση που, έχοντας αποκαλύψει την ανομολόγητη αδυναμία πίσω απ΄την εξάρτηση απ’ τη βιολογική ή σωματική δύναμη, εντοπίζει μια δεύτερη δύναμη, ικανή να ανεχτεί και να συνυπάρξει με την βιολογική και σωματική αδυναμία. Η δύναμη αυτή είναι αποκλειστικά πολιτική, είναι δηλαδή προϊόν μιας ρήξης με την τάξη του βιολογικού. Για αυτό και είναι βαθιά χειραφετητική: φιλοδοξία της είναι να επιτρέψει στον άνθρωπο να ζήσει πέρα από αυτό που ο Νίτσε αποκαλούσε “ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.”

Saturday, February 12, 2011

7/2/2011-Σκέψεις για το "μεταναστευτικό"

1. Το “μεταναστευτικό”, εννοείται, “πρόβλημα”: αυτό είναι το πρώτο πράγμα που οφείλει να παρατηρήσει κανείς σήμερα. Υπάρχει μια διπλή διαδικασία σύμφωνα με την οποία το καθοριστικό για την πλαισίωση της συζήτησης ουσιαστικό εκτοπίζεται και συνάμα υπονοείται. Είναι απαραίτητο να επερωτήσουμε την ιδεολογική εργασία που επιτελεί αυτό το ουσιαστικό. Το “μεταναστευτικό πρόβλημα” σημαίνει, για την άκρα δεξιά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90, “το πρόβλημα με τους μετανάστες”, “το πρόβλημα το οποίο είναι οι μετανάστες.” Για την λεγόμενη κεντροαριστερά της σημερινής εποχής της κρίσης σημαίνει, κάπως πιο διακριτικά, “το πρόβλημα με την μετανάστευση”. Αλλά η ίδια η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών αποκωδικοποιήσεων του τι εμπεριέχει το ουσιαστικοποιημένο επίθετο “μεταναστευτικό” είναι ουσιωδώς επισφαλής, και είναι ακριβώς αυτή η επισφάλεια που σηματοδοτεί το πραγματικό της εποχής: τη σύγκλιση δηλαδή της κεντροαριστεράς, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με το σταθερό αντιμεταναστευτικό μένος της ακροδεξιάς.

2. Το “μεταναστευτικό”, λοιπόν, είναι αυτό που ανακύπτει όταν η ιδεολογία της φιλελεύθερης “πολυπολιτισμικής” ανεκτικότητας που πλαισίωσε τα “χρυσά χρόνια” του φιλελευθερισμού μετά το 1989-90 προσκρούει στο πραγματικό της κρίσης του 2007-08. Είναι γνωστό ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός βασίζεται σε ροές κεφαλαίων, προϊόντων και εργατικού δυναμικού, με τις τελευταίες να ελέγχονται, όπως δεν ελέγχονται οι δύο πρώτες, από το κράτος και τους κρατικούς μηχανισμούς. Σε εποχή κρίσης και αυξανόμενης ανεργίας, ο έλεγχος των ροών εργασίας μεταμορφώνεται στην ίδια κατεύθυνση με τον “δημοσιονομικό έλεγχο”· περνάει σε φάση “αυστηρότητας”. Θύματα και στις δύο περιπτώσεις: οι εργαζόμενοι, οι φορείς μιας εργασίας που γίνεται τόσο πιο επισφαλής και τόσο πιο εκμεταλλεύσιμη όσο περισσότερο γίνεται επίσης διαιρέσιμη, πολιτικά κατακερματισμένη, αδύναμη να αντιδράσει σε πολιτικό επίπεδο. Το “μεταναστευτικό” είναι εξ αρχής κάτι άλλο από “μερικό” ζήτημα που αφορά απλώς κάποιους “άλλους”: η δίωξη του μετανάστη προαπαιτεί μετασχηματισμούς στο κράτος δικαίου που είναι βέβαιο ότι συντείνουν στην σταθερή του ολίσθηση προς τον δυνάμει ολοκληρωτικό αυταρχισμό. Δεν είναι λοιπόν απλώς ότι το “μεταναστευτικό” είναι η άλλη όψη του “εργασιακού” ή του “ασφαλιστικού” στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, αλλά και ότι η σημερινή μοίρα των μεταναστών προετοιμάζει το νομικό έδαφος για το άμεσο μέλλον των “γηγενών”.

3. Αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως “μεταναστευτικό” παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με αυτό που στην αμερικάνικη δεκαετία του 50 αποκαλέστηκε το “πρόβλημα των έγχρωμων” (“colored problem”): δεν είναι πρόβλημα που δημιουργούν έξαφνα οι μετανάστες, αλλά πρόβλημα που δημιουργείται στους μετανάστες εξαιτίας της δραστικής αλλαγής πορείας πλεύσης της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στην εισαγωγή φτηνής εργασίας, που με τη σειρά της υπαγορεύεται από την χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση συσσώρευσης. Σήμερα, που ο τίτλος του “πολίτη” μοιάζει πιο κενός ουσιαστικού νοήματος από ποτέ, σήμερα που ο “πολίτης” είναι ο ίδιος φτηνή, ανασφάλιστη, ευκαιριακά απασχολούμενη, ουσιαστικά “μαύρη” εργασία, η χρησιμότητα του μετανάστη στο διεθνές κεφάλαιο εξαντλείται όλο και περισσότερο στην διαθεσιμότητά του ως μέσου φαντασιακού εκτοπισμού της φύσης του “προβλήματος”, αποπροσανατολισμού, ρατσιστικών φαντασιώσεων τιμωρίας και δίωξης.

4. Πρέπει να επιμείνουμε ότι το “μεταναστευτικό” δεν είναι “ανθρωπιστικό” πρόβλημα. Δεν είναι πρόβλημα διαχείρισης ουσιαστικά αποκτηνωμένων πληθυσμών (τι ειρωνεία, ότι η λέξη “ανθρωπιστικό” προϋποθέτει σιωπηρά την έκπτωση κάποιου από την ανθρώπινη κατάσταση!). Οι μετανάστες είναι, όπως όλοι, δυνάμει πολιτικά υποκείμενα, και όχι απλώς μια πληθυσμιακή μάζα απέναντι στην οποία η μεγαλύτερη πρόκληση είναι το να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την ύπαρξη ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Το μεταναστευτικό λοιπόν είναι πολιτικό ζήτημα. Είναι τέτοιο τόσο από την πλευρά του μετανάστη, για τον οποίο η πολιτικοποίηση γίνεται ζήτημα επιβίωσης, όσο και από αυτή του κράτους, το οποίο μας ζητά να αποδεχτούμε τη θυματοποίηση του άλλου ως αντάλλαγμα για την απροθυμία του να αποδώσει δικαιοσύνη σε μας.

5. Η πρόσκληση σε “νηφάλια συζήτηση για την μετανάστευση” δεν είναι αθώα. Η “συζήτηση για τη μετανάστευση” είναι στην πράξη το ακριβές ανάλογο της “συζήτησης για τα βασανιστήρια” που διεμήφθη στις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η ίδια η ύπαρξή της βάζει στο τραπέζι την προοπτική ακροτήτων, και βάζοντάς την στο τραπέζι νομιμοποιεί νομοθετικές λύσεις που γίνονται στην πραγματικότητα όλο και πιο φασίζουσες, όλο και πιο διωκτικές. Οφείλουμε να είμαστε άκρως προσεκτικοί όταν δημοσκοπήσεις για το “μεταναστευτικό” μετατρέπονται εν ριπή οφθαλμού σε κομματικές στάσεις σε όλο το πολιτικό φάσμα και καταλήγουν σε εισαγγελικές παρεμβάσεις. “Δημοκρατία” δεν σημαίνει δικτατορία της μηντιακά διαμεσολαβημένης γνώμης.

6. Δεν υπάρχουν “μετανάστες”, και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που η φράση “μεταναστευτικό” είναι καλό να διατηρείται σε εισαγωγικά. Υπάρχουν εργάτες από άλλες χώρες. “Οι μετανάστες” είναι η εργατική τάξη με άλλο δέρμα, άλλες συνήθειες και άλλη γλώσσα. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ό,τι στην ξενοφοβική ρητορική παρουσιάζεται όλο και ανοιχτότερα ως το “αναφομοίωτο” του μετανάστη --η ρυπαρότητά του, η έλλειψη παιδείας του, η προβληματική του διαγωγή, η ασέβειά του σε θεσμούς, παραδόσεις, σύμβολα, κλπ-- επιστρέφει στον δημόσιο λόγο την πρόσληψη της εγχώριας εργατικής τάξης στο παρελθόν. Η ξενοφοβία είναι αναγώγιμη σε τελική ανάλυση σε φόβο απέναντι στην προοπτική της επιστροφής της εργατικής τάξης αφότου αυτή έχει, υποτίθεται, αστικοποιηθεί. Ο “ξένος” είναι ήδη πάντα οικείος, και το πρόσωπό του είναι αυτό ενός ταξικού παρελθόντος που επέχει τη θέση του φοβικού απωθημένου στην “εθνική” συνείδηση.

6/2/2011-Είμαι αριστερός

Είμαι αριστερός. Έχω άποψη. Έχω πολλές απόψεις. Τις εκφράζω, υπό μορφή σχολίων, σε μπλογκς και στο τουίτερ. Στη δουλειά δεν πολυμιλάω, δεν είναι το κατάλληλο περιβάλλον. Στη γυναίκα μου δεν τα λέω, δεν έχει υπομονή. Βιβλία δεν γράφω, δεν χρειάζεται, τα ξέρω ήδη απ' έξω αυτά που θα γραφα.

Δεν πολυδιαβάζω με την έννοια της μελέτης. Κανα τσιτάτο από δω, καμμιά ωραία ατάκα από κει. Βασικά, δεν μου πολυχρειάζεται κιόλας το διάβασμα. Είμαι αριστερός. Το χω απ' του φυσικού μου το μυαλό ξουράφι.

Είμαι αριστερός. Όλη μέρα ξεροσταλιάζω με Αίγυπτο και Τυνησία στην τηλεόραση. Βέβαια, δεν ξέρω τίποτε για Αίγυπτο και Τυνησία. Και δεν με πολυενδιαφέρουν κιόλα, γιατί είμαι και λίγο Χριστιανός, κι όλες αυτές οι μαντίλες και τα τουρμπάνια με απωθούν. Αλλά δεν χρειάζεται να με ενδιαφέρουν για να τα παρακολουθώ. Είμαι αριστερός.

Είμαι αριστερός, για αυτό μου τη σπάει πάρα πολύ ο εθνικισμός, ο σωβινισμός και ο ρατσισμός. Των άλλων. Εμένα δεν με πιάνουν, γιατί είμαι αριστερός.

Είμαι αριστερός. Τον Μαρξ και τον Έγκελς τους παίζω στα δάχτυλα. Ξέρω τέσσερις φράσεις του ενός και δύο του άλλου. Αλλά έχω ο άτιμος τρομερό ένστικτο για το πότε να τις πετάω στην κουβέντα.

Είμαι αριστερός. Για μένα η ζωή είναι ένα καφενείο όπου ρητορεύω για να εντυπωσιάζω τους φίλους μου και να τη σπάω στους εχθρούς μου. Έχω καλλιεργήσει την εξυπνάδα σε βαθμό βλακείας. Όταν ανοίγω το στόμα μου λέω τέτοιες εξυπνάδες που ανατριχιάζω.

Είμαι αριστερός και έχω επιλύσει όλα τα θέματα ιστορικού υλισμού, διαλεκτικού υλισμού, αντιανθρωπισμού και μεταμαρξισμού στη βάση πρωτότυπων συγκολλήσεων από φράσεις που άκουσα σε μια συγκέντρωση, κάτι που μου είπε ο θείος μου, και αυτό που μου ρθε στο μυαλό προχτές εκεί που έτρωγα μακαρόνια.

Είμαι αριστερός, για αυτό είμαι ενάντιος στην εξουσία οποιουδήποτε δεν είναι εγώ και προστατεύω τα δικαιώματά μου, εφόσον τα δικά μου δικαιώματα είναι φύσει αριστερά.

Είμαι αριστερός και τις νύχτες φαντασιώνομαι ότι μιλάω από μπαλκόνια ή εποπτεύω στρατεύματα από το ύψωμα ενός λόφου. Το πρωί που ξυπνάω ανακαλύπτω ότι δεν έχω ούτε ακροατήριο ούτε στρατιώτες γιατί είναι και οι άλλοι αριστεροί οπότε λείπανε γιατί είχανε τις δικές τους φαντασιώσεις να παρακολουθήσουν.

Για μένα, σκοπός του να είσαι αριστερός είναι το να είσαι αριστερός. Γιατί κάτι πρέπει να είσαι σ' αυτή τη ζωή. Άλλους σκοπούς δεν πολυεμπιστεύομαι γιατί ως αριστερός είμαι και σκεπτικιστής.

Είμαι αριστερός γιατί μ' αρέσει να "τη λέω", να κάνω κριτική σ'αυτούς που με κυβερνάνε. "Ου ρε", "κάτω!", τέτοια. Όταν με ρωτήσει κανείς σε τι κοινωνία θα ήθελα να ζω, απαντώ αμέσως "σε μια κοινωνία όπου θα μπορώ για πάντα να είμαι αριστερός." Και μετά συνειδητοποιώ ότι εννοώ αυτήν εδώ.

Καλά είναι.

28/1/2011-12/2/2011-Αφορισμοί της ημέρας

XLV
Η συζήτηση για το αν οι άνθρωποι μπορούν να πεινούν ελεύθερα, σε όποιο χώρο επιθυμούν, ή αν αντίθετα, η ελεύθερη πρόσβασή τους στην συλλογική και δημόσια πείνα συνιστά προσβολή κατά θεσμών και παραδόσεων, ανοίγει μια λαμπρή νέα σελίδα στην χάρτα των ευρωπαϊκών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μιας και οι παλαιότερες εκδοχές αγνοούσαν παντελώς τις επιπλοκές που πιθανόν να παρουσιάζει το κεφαλαιώδες δικαίωμα στο να πεινάς απρόσκοπτα. Για αυτό και η κοινοβουλευτική αριστερά έχει κάθε δικαίωμα να πανηγυρίζει για την τεράστια επιτυχία της, κόντρα στις δυνάμεις της συντήρησης, να εξασφαλίσει σε κάθε συνάνθρωπό μας το αναφαίρετο δικαίωμα να πεινά, αν όχι όπου επιθυμεί ο ίδιος, τουλάχιστον σε χώρους που δεν προσβάλλουν τις ανθρωπιστικές ευαισθησίες της εν κοινοβουλίω καθήμενης αριστερής πτέρυγας.


XLVI
Αν στον 19ο αιώνα ο Μαρξ μπορούσε να λέει ότι η πλειονότητα της ανθρωπότητας “δεν έχει τίποτα να χάσει εκτός από τις αλυσίδες της”, σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι χωρίς αυτές τις αλυσίδες δεν θα έβρισκε τρόπο να επιβιώσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όταν οι αλυσίδες σπάνε (απεργία στα μέσα μεταφοράς, διακοπή στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, καθυστέρηση στον ανεφοδιασμό με τρόφιμα), όλοι ζητούν αμέσως την επανασυγκόλληση.
Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι, “Ο νέος κομφορμισμός”

Τα σημαντικά γραπτά χαρακτηρίζονται από μια εγγενή εχθρότητα προς κάθε τι το φαινομενικά ομόσταβλο. Το να γράφεις (αντί να πληκτρολογείς), σημαίνει να επιχειρείς, μέσα από τις λέξεις, να καταστρέψεις κάθε σύνδεσμο ανάμεσα στις δικές σου λέξεις και τις πανομοιότυπες λέξεις χιλιάδων άλλων συγχρόνων σου, φυτεύοντας σε κάθε τετριμμένη και χιλιοχρησιμοποιημένη λέξη ικανή ποσότητα δυναμίτη, και μετατρέποντας την αλληλουχία των λέξεών σου σε ένα μακρύ φυτίλι στο οποίο η τελική περίοδος προσφέρει το μοιραίο σπίρτο. Πόσες και πόσες χιλιάδες εμβριθείς και έμπλεες υψηλών φρονημάτων και ιδεών λέξεις της ελληνικής καθημερινότητας της “αριστεράς” δεν καθιστά άχρηστες το παραπάνω απόσπασμα; Πόση απ' τη γύμνια που βρίσκεται πίσω τους δεν ξεσκεπάζει; Η σημαντική γραφή είναι αδελφοκτόνος. Είναι γεμάτη λύσσα και απέχθεια για ό,τι την περιβάλλει, ό,τι την πλαισιώνει, ό,τι την χειροκροτά, ό,τι την υποδέχεται. Τίποτε δεν έχει σημασία για αυτή εκτός από την απευθείας σύνδεση με την ζωοδόχο πηγή ενός παρελθόντος που ατενίζει ένα μέλλον που η ίδια γνωρίζει, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, ότι δεν είναι το δικό μας παρόν.


XLVII
Να αφανίζεις κάθε γραμμάριο λίπους απ' τους μύες της γλώσσας. Να είσαι εχθρός της ομορφιάς εκείνης που θρέφει την κυτταρίτιδα των εγκεφάλων. Να αφήνεις πίσω σου όχι τη λαμπερή, ζεστή αίσθηση του έργου χειρός αλλά μηχανισμούς γεμάτους ελατήρια που εγκυμονούν θανατηφόρες για την ιδεολογική συνήθεια εκπλήξεις.


XLVIII
Σε καμμιά κοινωνία δεν στεριώνει το πνεύμα της χειραφέτησης όταν η πλειοψηφία ανέχεται εν γνώσει της το άδικο επειδή δεν βρίσκει την πνευματική και υλική δύναμη να επιβάλλει το δίκαιο. Όλες οι ιδεολογικές εκλογικεύσεις του κόσμου δεν αρκούν για να πείσουν μια τέτοια κοινωνία ότι αξίζει η ίδια τη χειραφέτησή της. Για αυτό και σε κάθε περίσταση που μια κοινωνία ανέχτηκε ή και υπερθεμάτισε το άδικο σε βάρος αυτών που θεωρούσε αλλότριους προς την ίδια, ήρθε ο καιρός που ανακάλυψε ότι, αναπάντεχα, δεν υπήρχε πια τίποτε άξιο υπεράσπισης που να μπορεί να αποκαλέσει δικό της. Ποτέ δεν ρίζωσε η αντίσταση σε χώμα που δεν μπόλιασε πρώτα η περηφάνεια.


XLIX
Η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων στην χειραφετητική πολιτική είναι πάντα από την πολιτική αρχών στην πολιτική της αναγκαιότητας. Η δεύτερη έρχεται στο προσκήνιο όταν οι αρχές, καθώς εκδιπλώνεται μια πραγματική ιστορική διαδικασία μετασχηματισμού των συνθηκών της συλλογικής ζωής, προσκρούουν σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Κρίνεται έτσι απαραίτητο να θυσιαστούν κάποιες αρχές για να επιβιώσουν κάποιες άλλες, που κρίνονται σημαντικότερες. Ποτέ δεν έτυχε όμως χειραφετητική πολιτική που να επικαλείται την αναγκαιότητα ως εκ των προτέρων δικαιολογία για την απουσία αρχών. Η εμμονική έμφαση στο ότι είναι αναπόδραστο να λερωθούν τα χέρια του με βρωμιά ενώ δεν τα έχει βγάλει καν από την τσέπη του δεν είναι ίδιον του ώριμου πραγματιστή αλλά του πονηρού, που επικαλείται επαναστατικούς ρεαλισμούς πριν γίνουν καν εφικτές οι επαναστατικές ουτοπίες.


L
Είναι εξίσου σωστό το να πει κανείς ότι ο εικοστός αιώνας τελείωσε γύρω στα 1970 –και άρα, ότι έχουμε μπει στο εικοστό πρώτο εδώ και περίπου 40 χρόνια– και να ισχυριστεί ότι ο αιώνας αυτός ρίχνει μια τόσο βαριά σκιά σε κάθε επίπεδο (πολιτικό, καλλιτεχνικό, φιλοσοφικό) που ο εικοστός πρώτος δεν έχει μπορέσει ακόμα να γεννηθεί.

Σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή ο εικοστός πρώτος αιώνας ξεκίνησε 30 περίπου χρόνια νωρίτερα είτε δεν έχει ακόμη τελειώσει το αργό, αντι-κλιμακτικό κομμάτι ενός δεύτερου μισού του εικοστού, οι ξαφνικοί θάνατοι του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989-90 και του φιλελεύθερου καπιταλισμού το 2007-08 επισκιάζουν με το βάρος των συνεπειών τους κάθε γέννηση. Και είναι ίσως επειδή ο τελεσίδικος θάνατος του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν μπόρεσε να γεννήσει τίποτε νέο, τίποτε που να μπορέσει να διεκδικήσει ζωή και μέλλον, που είναι τόσο δύσκολο για τόσους πολλούς να αποδεχτούν τον εξίσου τελεσίδικο θάνατο του φιλελεύθερου καπιταλισμού.

Από την άλλη, είναι σημαντικό να έχει κανείς επίγνωση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σκέψεων και των αγωνιών μας θα ξεχαστεί εν ριπή οφθαλμού, ξεχνιέται ήδη από μας τους ίδιους κάθε μέρα, όπως είναι καταδικασμένη να ξεχαστεί η σκέψη των ασήμαντων, καλοταϊσμένων και βαριεστημένων εποχών. 1970-2011: μεγάλο διάστημα για μια τόσο στέρφα εποχή. Όλως τυχαίως, είναι επίσης το ακριβές διάστημα της ως τώρα ζωής μου.


LI
Είμαστε Εβραίοι που θα ήθελαν να ήταν Άραβες. Αυτό που μάς σταματά είναι η υποψία ότι αυτό που περισσότερο θα ήθελαν οι Άραβες θα ήταν να γίνουν Εβραίοι. Τη στιγμή που το συνειδητοποιούμε αυτό αισθανόμαστε δυο φορές Εβραίοι, δυστυχώς, και το μόνο που μας απομένει είναι να θέλουμε να είμαστε Άραβες με μεγαλύτερη λύσσα και απελπισία από πριν.


LII
Αφορισμός λέγεται η μαύρη τρύπα στην οποία έχει μεταμορφωθεί ένα δοκίμιο που κατέρρευσε εκ των ένδον πριν μπορέσει να γραφτεί.


LIII
"Ο αφορισμός δεν συμπίπτει ποτέ με την αλήθεια. Είναι είτε μισή αλήθεια είτε μιάμιση αλήθειες.”
Καρλ Κράους

Μισή αλήθεια, μισή αλήθεια παραπάνω: είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, η αλήθεια του αφορισμού, αυτή την οποία μπορεί ο αφορισμός να συλλάβει, βρίσκεται στο μισό, τη μη ολότητα. Η γεωγραφία του είναι αυτή ενός κομματιού γης που ξεκολλήθηκε μέσα από κάποια βίαιη τεκτονική κίνηση στην τάξη του λόγου: παραπέμπει στη χαμένη ολότητα μόνο μέσα απ’ τις γεωλογικές πληγές με τις οποίες μαρτυρά για τον ξεριζωμό του από κάτι ευρύτερο. Αλλά την ίδια ώρα, δεν μπορεί παρά να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα νησί από λέξεις, αυτάρκες και κλειστό. Και έτσι, την ίδια στιγμή που μαρτυρά την νοσταλγία της ολότητας, του Ενός, αμφισβητεί επίσης την ολότητα ως ψεύδος, ως την οφθαλματάτη που μας κάνει να βλέπουμε το κλάσμα ως μονάδα.

Είπα μισή αλήθεια ή μιάμιση;


LIV
Ποτέ δεν βλέπεις κάτι ως τόσο μεγάλο, ποτέ δεν απλώνεται κάτι τόσο μονοπωλιακά μπροστά στο οπτικό σου πεδίο, όσο την στιγμή αμέσως πριν το χτυπήσεις. Είναι καλό να αντλεί κανείς από αυτή την πρακτική ανακάλυψη των οδηγών και εκτός αυτοκινητοδρόμου.


LV
Με ρώτησε κάποιος πώς ξέρω τι είναι το άδικο. Σίγουρα, όταν στον Σωκράτη παίρνει τόσα βιβλία της Πολιτείας για να καταλήξει για το τι είναι δίκαιο και τι άδικο, το να εγκαλείς κάποιον για ανοχή του αδίκου ή και σύμπραξη στο άδικο ακούγεται πρόωρο και επηρμένο. Δεν είναι άλλωστε το άδικο “υποκειμενικό”, ζήτημα κρίσης του καθένα; Από την πλευρά του, ο νόμος λέει όχι. Ούτε περιμένει με υπομονή για να ορίσει τι είναι αξιόποινο μαιευτικά, ούτε για να το τιμωρήσει. Αυτό το γνώριζε καλά, άλλωστε, ο Σωκράτης, μιας και η αλήθεια της διαφοράς φιλοσοφίας και νόμου σε τούτο το θέμα του προσφέρθηκε σε μορφή που είχε γεύση πικρή και όξινη.

Αλλά νομίζω ότι και αυτός που στέκεται απέναντι στον νόμο, αυτός που μιλά για την ανεξάλειπτη διαφορά νόμου και δικαιοσύνης, και αυτός επίσης δεν θεωρεί το άδικο υποκειμενικό. Κάθε φορά που βρέθηκα απέναντι στην αδικία, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε από τους υπερασπιστές της ήταν ως αντικειμενικότητα: “έτσι έχουν τα πράγματα, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε, δεν φταίει κάποιος συγκεκριμένα.” Ποτέ κανείς υπερασπιστής της αδικίας δεν την υπερασπίστηκε ως δικαιοσύνη, κανείς δεν είπε δίκαιο το άδικο. Όλοι αυτοί που μιλάνε εκ μέρους του άδικου, αυτοί που εκπροσωπούν το άδικο δικολαβικά στο δικαστήριο της συνείδησης, το παρουσιάζουν ως κάτι που δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε άδικο και που δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανέναν τελικά. Στα λόγια τους, το άδικο είναι αυτό που απλώς είναι, και ως τέτοιο είναι επίσης αναπόφευκτο και μοιραίο. Και, έτσι λένε, δεν μπορεί κανείς να αποφανθεί για αυτό αν είναι δίκαιο ή άδικο, παρά μόνο να εύχεται να ήταν διαφορετικές οι περιστάσεις και να εκφράζει λύπη που δεν ήταν.

Έτσι ξέρω τι είναι άδικο.


LVI
Αυτοί που σαρκάζουν το συμβάν ως θεολογική κατηγορία ποζάροντας ως υλιστές και συνάμα πραγματιστές (στο μυαλό τους ο υλισμός δεν είναι παρά πραγματισμός, δηλαδή άρνηση της ρηξιγενούς δυνατότητας του νέου) ξεχνούν ότι βρίσκονται οι ίδιοι στην υπηρεσία μιας θεολογίας, αφιερωμένης στην θεότητα που λέγεται ιστορία.

Η άρνηση του συμβάντος είναι αποδοχή της ιδέας πως ό,τι συμβαίνει πρέπει να είναι τελικά αναγώγιμο σε μια σειρά “αιτιών”. Η αναγωγή αυτή είναι ουσιαστικά αποσύνθεση: η ιστορική “εξήγηση” αποσυνθέτει το συμβάν σε μια σειρά συνιστωσών επιμένοντας ότι είναι εφικτή η διαίρεσή του χωρίς υπόλοιπο. Αλλά αυτή η διαδικασία εκ των υστέρων αποσύνθεσης σε “αιτίες” δεν είναι παρά η έκφραση μιας φιλοδοξίας αναδρομικής επικύρωσης της προβλεψιμότητας, της αποκατάστασης του ελέγχου του αιτιατού σε ό,τι έστω προσωρινά διέφυγε από την σιδερένια του τανάλια.

Με άλλα λόγια, η άρνηση του συμβάντος είναι κομμάτι ενός ιστορικιστικού πανοπτισμού, μιας χωρίς όρια επιθυμίας για εγκλωβισμό και πειθάρχηση του υλικού της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης κάτω απ’ το άγρυπνο και κατασταλτικό μάτι μιας πάντα ανακτήσιμης, πάντα αποκαταστάσιμης λογικής αιτίας και αποτελέσματος. Οι εχθροί του συμβάντος είναι αυτοί που δεν θέλουν ποτέ να αιφνιδιαστούν. Και ο καθένας καταλαβαίνει ότι ο φόβος του αιφνίδιου αφορά πάντοτε αυτόν που έχει κάτι να χάσει. Δηλαδή, ποτέ τον στερημένο ή καταπιεσμένο, αλλά πάντοτε τον έχοντα και κατέχοντα.


LVII
Μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο, η παράξενη αίσθηση μιας διπλής οπισθοδρόμησης: συνηθισμένοι από τις αρχές του ελληνικού κράτους στην ιδέα της οπισθοδρόμησης σε σχέση με τη Δύση, ερχόμαστε για πρώτη φορά αντιμέτωποι με την αίσθηση της οπισθοδρομικότητάς μας, ταυτόχρονα, σε ό,τι αφορά την Ανατολή. Ναι, δεν έχουμε τις καθαρές πόλεις, ευγενικούς δημόσιους υπαλλήλους, γρήγορες και επαρκείς γραφειοκρατικές διαδικασίες, βαριά βιομηχανία, κλπ, που πάντα ταυτίζονταν με τη “Δύση” στο εθνικό φαντασιακό αλλά –αυτό αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του δειλά-δειλά στον δημόσιο λόγο– δεν έχουμε επίσης κοινωνική συνοχή, στοχευμένη αποφασιστικότητα, οργανικούς κοινωνικούς δεσμούς, αλληλεγγύη, ό,τι τέλος πάντων δείχνουν πως έχουν για παρηγοριά οι “άλλοι”, οι φτωχοί και “υπανάπτυκτοι.”

Πίσω απ' την Δύση, πίσω και απ' την Ανατολή: δυο διαφορετικά πίσω βέβαια, των οποίων όμως η σύμφυση στην δική μας περίπτωση αναγγέλει μια διπλή εξορία από την ιστορική διαδικασία, μια μίζερη ουδετερότητα ως προς τις γιγάντιες τεκτονικές κινήσεις που αρχίζουν να ξαναδιαμορφώνουν τον κόσμο.

“Είμεθα έθνος ανάδελφον”, αλλά η γνωστή και μάλλον γελοιοποιημένη αυτή ρήση επιστρέφει ανανοηματοδοτημένη: όχι επειδή κανείς δεν συμμερίζεται τους πόθους μας και τα οράματά μας, αλλά κι επειδή εμείς δεν συμμεριζόμαστε κανενός τους πόθους και τα οράματα. Υπάρχουν, λέει η πιο πρόσφατη κοινωνική θεωρία, πολλαπλές νεωτερικότητες, αλλά αυτό δεν μας παρηγορεί. Αν διεκδικούμε με το μυαλό μας πια μια νεωτερικότητα, αυτή είναι η ψευδο-νεωτερικότητα, η νεωτερικότητα-φούσκα αυτού που νόμιζε ότι ανήκει στη Δύση –συμβολική στιγμή καθαρής της έκφρασης: οι Ολυμπιακοί του 2004– αλλά ανακαλύπτει την πλάνη του ως αυτοεξαπατημένος ανατολίτης την ίδια ακριβώς στιγμή που ανακαλύπτει ότι τον έχει αφήσει πίσω, στο όλο και πιο καταπιεστικό τέλμα του “τέλους της ιστορίας”, και η Ανατολή.