Friday, January 28, 2011

27/1/2011-28/1/2011- Αφορισμοί απ' το επέκεινα του δικτύου της σφοδρής επιθυμίας

XL
Για να μιλήσεις πρέπει να έχεις πρώτα χορτάσει τη σιωπή. Για να σιωπήσεις πρέπει πρώτα να έχεις χορτάσει το λόγο. Όταν λέμε "αυτός σώπασε" εννοούμε επίσης "αυτός μίλησε", ή "αυτός έχει (ήδη) μιλήσει." Και με ένα παράξενο τρόπο, αυτό, το ότι κάποιος μίλησε ή έχει μιλήσει, δεν είναι κάτι του οποίου έχουμε επίγνωση πριν σταματήσει να μιλά. Το παρόν της ομιλίας δεν είναι ποτέ ομιλία εφόσον η ομιλία καθορίζεται πάντα απ’ την εκ των υστέρων ζωή του ίχνους, αυτού που (απο)μένει όταν η ίδια έχει πάψει. Γι’ αυτό ο λόγος δεν είναι ποτέ παρουσία. Είναι ταυτόχρονα ενθύμηση και υπόσχεση. Οι πραγματικοί χρόνοι του, αυτοί στους οποίους ζει, είναι ο αόριστος, ο παρακείμενος, ο στιγμιαίος και ο συντελεσμένος μέλλοντας: "μίλησε", "έχει μιλήσει", “θα μιλήσει”, "θα έχει μιλήσει".

XLI
Μοιάζω με εκείνο τον οπαδό που βλέποντας την ομάδα του να συντρίβεται χωρίς αντίσταση και θεωρώντας το παιχνίδι στημένο, φεύγει πρόωρα απ’ το γήπεδο. Το μόνο που διασώζει έναν τέτοιο οπαδό στα ίδια του τα μάτια από την κατηγορία της λιποψυχίας είναι η πεποίθησή του ότι δεν είναι αυτός που εγκατέλειψε το γήπεδο, αλλά ο αγώνας ο ίδιος. "Εγώ θα παιζα με περισσότερη ψυχή, κι ας με είχαν κλείσει στα καρέ, κι ας ήταν πουλημένος ο διαιτητής και οι επόπτες!" μονολογεί νοερά στο δρόμο για το σπίτι του.

XLII
Η θεωρία της μετεμψύχωσης θα ήταν απόλυτα σωστή αν δεν έκανε ένα θεμελιώδες σφάλμα σε ό,τι αφορά τον χρόνο που προϋποθέτει: ναι, πεθαίνουμε πολλές φορές και γεννιόμαστε πολλές φορές, αλλά όλες τους μέσα στα χρονικά πλαίσια μίας και μόνο βιολογικής ζωής. Όλοι οι άνθρωποι είναι μεταφραστές, εφόσον κουβαλούν στο σώμα τους τις αναμνήσεις των προηγούμενων ζωών τους και των προηγούμενων θανάτων τους. Κάποτε ήμουν ρόδο, πέτρα, φωτιά, ποτάμι. Κάποτε πέθανα με απαγχονισμό, κάποτε από γηρατειά, κάποτε από αρρώστια, κάποτε από μαράζι. Πώς ξέρω ότι ξαναγεννήθηκα; Έχω ακόμα τη γεύση της τέφρας μου στο στόμα.

XLIII
Η μέρα που ξυπνάς μουδιασμένος, το σώμα σου μια μυρηκάζουσα θέρμη χωρίς αποδέκτη, το εσωτερικό σου τοπίο μια πεδιάδα δίχως τέλος, το αίμα σου μια θάλασσα ακυμάτιστη, στάσιμη, όπου τα φύκια κρύβουν το φως. Ντύνεσαι καλά, φτιάχνεις καφέ με αργές κινήσεις, βηματίζεις σαν κάποιος επίσημος με ρούχα νυκτός. Θέλεις να κουλουριαστείς γύρω απ’ τον εαυτό σου, ελικοειδώς, σαν σαλιγκάρι, προσανατολισμένος στο κέντρο, μόνο που δεν υπάρχει κέντρο, ή μάλλον υπάρχει, αλλά είναι η απουσία κέντρου, αυτή είναι το κέντρο. Και έτσι, με όλο σου το είναι, κουλουριάζεσαι, είσαι αυτό το κουλούριασμα, αυτή η συστροφή χωρίς έξω, χωρίς πάθη εξυψωτικά και ρομαντικές αβύσσους, χωρίς ορίζοντα προσδοκίας, χωρίς προσανατολισμό.

XLIV
Πόσο μεγάλη σύγχυση, και πόσο επιβλαβής, αυτή ανάμεσα στην αρχή της επικοινωνιακής διαφάνειας και την αλήθεια! Μπορώ να είμαι σε πλήρη συμφωνία με την διαφάνεια της επικοινωνίας και συνάμα εντελώς ψευδής. Ή μάλλον θα είμαι τόσο πιο ψευδής όσο περισσότερο δίνω στους άλλους την ψευδαίσθηση ότι η διαφάνεια εξαντλεί την αλήθεια της επικοινωνίας. Η ψυχανάλυση μας μαθαίνει ότι ο καθένας μας είναι ανεξάλειπτα αδιαφανής για τον εαυτό του. Και συνεπώς ότι κάθε επικοινωνία με τον άλλο είναι επίσης κοινωνία, μοίρασμα αυτής της αδιαφάνειας. Η θεωρία της επικοινωνίας ως θεωρία της πληροφορίας είναι ακριβώς θεωρία της μετάλλαξης της επικοινωνίας σε ανταλλαγή πληροφοριών, δηλαδή της κατατεμαχιστικής εμπορευματοποίησης του λόγου. Και αυτή η εμπορευματοποίηση έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την καθολικοποίηση της ψευδαίσθησης της διαφάνειας, του κατατρεγμού που υφίσταται οτιδήποτε μέσα μας έχει ακόμα το θάρρος να πει: "είναι αυτό που παραμένει αδιαφανές σε μένα για μένα που αποτελεί την πηγή κάθε ζωτικής κοινωνίας με τον άλλο." Κόντρα στην υστερική απαίτηση για πληροφοριακό ξεδόντιασμα του ρίσκου του λόγου, πρέπει να έχεις το θάρρος να θυμίζεις στους άλλους ότι η ζωοδόχος πηγή του βρίσκεται σε ένα μη εντοπίσιμο, υπόγειο σημείο απ’ το οποίο πηγάζει κάθε αληθειακό φως και το οποίο κανένα φως δεν διαπερνά.

Thursday, January 27, 2011

22/1/2011-23/1/2011-Αφορισμοί της ημέρας



XXXVII
Ο λόγος που γράφω ποίηση είναι ότι στη χώρα μου έχουν ανατιναχτεί οι γέφυρες που συνδέουν τις λέξεις με δρόμους βατούς και ευθείς. Τις ανατίναξαν οι ποιητές σαν άλλοι αντάρτες, κρίνοντας πως η ορθή σύνταξη δεν ήταν παρά η γραμμή υλικής τροφοδοσίας του εχθρού (πολιτικοί, έμποροι, ηθοποιοί, γυρολόγοι). Για αυτό δε ντρέπομαι που στέργω επίσης μια πρόζα που τραυλίζει, φτωχή σε λέξεις και σχήματα. Ούτε που πεζοπορώ σε κακοτράχαλες πλαγιές μακριά απ' τις δημοσιές, σμιλεύοντας πάνω στον αέρα μια γλώσσα στραμπουληγμένη, ελικοειδή, σπαράσσουσα με τις οδύνες της διαλεκτικής.


XXXVIII
Το λογότυπο είναι αυτό που μένει μετά τη θρόμβωση στις αρτηρίες του λόγου: ένα εξαίσιο πτώμα από σημεία. Για αυτό το να γράφεις σήμερα είναι νεκρομαντεία, αλλά από την ανάποδη. Η επικοινωνία που κάνει εφικτή η επίκληση του πνεύματος νεκρών λέξεων δεν γίνεται για να μάθεις κάτι από αυτές, αλλά για να τους κοινωνήσεις τα άσχημα νέα της αρρώστιας που κουβαλούσαν μέσα τους δίχως να το γνωρίζουν.


ΧΧΧΙΧ
Στο όλο και πιο ανιαρό επιχείρημα περί ελιτισμού της θεωρητικής σκέψης, ιδιαίτερα όταν αυτό παρουσιάζεται ως απορρέον από μια "φιλολαϊκή" και "αριστερή" οπτική, θα έπρεπε να επαρκεί να τρίψει κανείς στη μούρη του όποιου αιτιάζοντος το Κεφάλαιο του Μαρξ: το magnum opus του πατέρα του κομμουνισμού απαρτίζεται από αρκετές εκατοντάδες σελίδες μαθηματικών εξισώσεων, φιλοσοφικών αφαιρέσεων και εξαιρετικά δυσνόητων, πολλές φορές, διατυπώσεων που όχι μόνο δεν αποτελούν εύπεπτη γνώση αλλά συνεχίζουν να πονοκεφαλιάζουν κάθε λογής ειδικούς.

Παρά την πάροδο τόσων ετών, δεν μοιάζει να έχει γίνει κατανοητό για ποιο λόγο αυτό το βιβλίο δεν μοιάζει με κανένα άλλο: σηματοδοτεί τη στιγμή που ένας ανυποχώρητα και ασυμβίβαστα θεωρητικός λόγος θεμελιώνει την δυνατότητα της μαζικής πρακτικής χωρίς εκ των προτέρων εκχωρήσεις στην μαζική κατανοησιμότητα. Πολλές χιλιάδες σελίδες έχουν γραφτεί και μπορούν να γραφτούν ακόμα για τα κενά ή τις αδυναμίες του πρώτου και τις στρεβλώσεις της δεύτερης. Αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει είναι το ανεπίστρεπτο του φερέλπιδος σκανδάλου που ακούει στο όνομα Μαρξ. Μετά το Κεφάλαιο, δεν θα είναι ποτέ πια εφικτό να διακηρύσσεις καλή τη πίστη ότι κάτι είναι "απλώς θεωρία", ούτε βέβαια να θεωρείς την πρακτική απλή εφαρμογή ιδεών. Το ότι κανείς μετά τον Μαρξ δεν ξαναφτάνει στο δικό του επίπεδο πολυπράγμονος αυθεντίας και αδήριτα πρακτικού προσανατολισμού δεν αλλάζει το παραμικρό: ό,τι έγινε εφικτό μία φορά στο παρελθόν θα στοιχειώνει για πάντα τον ορίζοντα του εφικτού στο παρόν και το μέλλον.

Η ίδια η μορφή του έργου του Μαρξ εκφέρει στον κόσμο και την ιστορία μια υπόσχεση, η οποία καθιστά περιττή την προσφυγή στα παλιά μέσα αναπαράστασης μιας μελλοντικής ουτοπίας. Τι επιτελεί (και όχι απλώς λέει) αυτή η υπόσχεση; Πως είναι εφικτό για τη σκέψη να οδηγήσει στον υλικό μετασχηματισμό του κόσμου εφόσον είναι επίσης εφικτό για κάθε άνθρωπο να συστρατευτεί με ό,τι τον εξυψώνει, και εξυψώνοντάς τον, τον υπερβαίνει.

Thursday, January 20, 2011

19/1/2011-Ιδιωτεία

Δεν είναι καινοτομία το να παρατηρήσεις ότι παρά την διαρκή έμφαση που δίνει η καπιταλιστική κοινωνία στην ιδιωτεία, την ιδιωτική ζωή ως αδιαπέραστο προπύργιο της ατομικότητας, οι δυτικές κοινωνίες δεν έχουν ποτέ εκπληρώσει την υπόσχεσή τους ως προς την απρόσκοπτη απόλαυση της ιδιωτικότητας.

Η υπόσχεση της χωρίς όρια ιδιωτείας δεν ακυρώνεται μόνο συγκυριακά ή πρόσφατα, εξαιτίας των όλο και διευρυνόμενων παρεμβάσεων στην ιδιωτικότητα των ΜΜΕ (reality shows, μηντιακό κουτσομπολιό), του κράτους (αντιτρομοκρατία, τεχνολογικό φακέλωμα) και του ιδιωτικού συμφέροντος (βάσεις δεδομένων, profiling δυνητικών πελατών), αλλά, σε ένα πολύ πιο βασικό επίπεδο, εξαιτίας του γεγονότος ότι η δομική προϋπόθεση του ανταγωνισμού όλων εναντίον όλων εισβάλλει στην ιδιωτικότητα με κάθε δυνατό τρόπο και από κάθε δυνατή κατεύθυνση.

Δεν έχει προλάβει ο μεσοαστός ή μικροαστός να απορροφηθεί απ' την αγαπημένη του τηλεοπτική σειρά και το μυαλό του γεμίζει με απειλητικές εικόνες της νέμεσής του στο γραφείο· κάνει έρωτα και σκέφτεται το καινούργιο μαγαζί που άνοιξε λίγα μέτρα παρακάτω και μπορεί να του κόψει πελατεία· παίζει με το παιδί του αλλά μέσα του τον τρώει η ανησυχία για τις δόσεις της πιστωτικής ή την κάθετη πτώση των μετοχών του. Από την άλλη, οι πιο μύχιες και κρυφές φαντασιώσεις του μέλους της αστικής κοινωνίας αποκαλύπτουν, όταν αναλυθούν προσεκτικότερα, όχι την παρουσία κάποιου μυθικά απροσπέλαστου υποσυνείδητου αλλά την μαζική και επιφανειακή ψυχολογία της διαφήμισης: το νησί των ονείρων μας συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά πόστερ από γραφείο ταξιδίων· το σεξ που ποθούμε είναι συρραφή σκηνών από πορνογραφικές ταινίες· το είδος παιδιού που θα θέλαμε να είχαμε αντί για αυτό που έχουμε είναι φτιαγμένο από σκηνές σε διαφημίσεις και σήριαλ.

Υπ' αυτή την έννοια σκέφτομαι ότι καμμία κοινωνία δεν απόλαυσε περισσότερο την καθαρή ιδιωτεία από αυτή του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά το τέλος της περιόδου της Τρομοκρατίας και την είσοδο μιας μακράς περιόδου ακλόνητης εξουσίας μιας συντηρητικής κομματικής νομενκλατούρας. Ας σκεφτούμε τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου από την σκοπιά της ιδιωτικής ζωής: το κράτος είναι ο φορέας κάθε εξουσίας και ο χώρος για πολιτικές πρωτοβουλίες και ενασχολήσεις είναι ανύπαρκτος. Η εργασία είναι εξασφαλισμένη. Το βιωτικό επίπεδο είναι χωρίς καμμία προοπτική δραστικής αλλαγής προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Μηντιακά καλλιεργημένες επιθυμίες δεν υφίστανται παρά στο πιο πρωτόγονο επίπεδο. Παντού βασιλεύει μια έκθλιψη του "έξω" την οποία δεν μπορεί να αντιπαρέλθει κανείς παρά βυθιζόμενος όλο και περισσότερο στην ιδιωτική του ζωή. Αναγκασμένος να το κάνει αυτό χωρίς πρόσβαση σε πολυτελή καταναλωτικά αγαθά και τρόπους διασκέδασης, καλείται να στραφεί στις πιο καθαρά προσωπικές μορφές ιδιωτείας, να εξασκήσει τη δημιουργικότητα, τη φαντασία ή την εκκεντρικότητά του στο έπακρο. Μπορεί κανείς να καλλιεργήσει τα πιο γκροτέσκα ιδιωτικά χόμπι και τις πιο ερμητικά α-κοινωνικές φαντασιώσεις: ο χρόνος είναι άπλετος, και, εφόσον δεν ενοχλείς το καθεστώς ενεργητικά, είσαι ελεύθερος να ενδοσκοπήσεις χωρίς τέλος, μακριά από κάθε παρενόχληση από τον έξω κόσμο.

Ίσως κάποτε να αποδειχτεί ότι αυτός ήταν ο αδήλωτος τρόμος πίσω από τα λεγόμενα "ολοκληρωτικά" καθεστώτα: η διαρκής έκθεση του ατόμου στην καθαρή ιδιωτεία, σ' αυτό που ο καπιταλισμός διαφημίζει μεν ατέλειωτα αλλά, όπως κάθε διαφήμιση, κάθε μέσο εργαλειακής επίτασης της επιθυμίας, δεν προσφέρει ποτέ.

18/1/2011-19/1/2011-Αφορισμοί της ημέρας

XXXIV
Οι διαφημίσεις αυτοκινήτων εμπνεύστηκαν εξ αρχής από μία κυρίαρχη επιθυμία: αυτήν για μια χωρίς περιορισμούς ελευθερία. Το αυτοκίνητο ήταν το μέσο δια του οποίου η εμβληματική αυτή έκφραση του ατομικισμού, ο οδηγός, παραδινόταν στην ελευθερία της ταχύτητας και του ανοιχτού χώρου, αφήνοντας πίσω του τον ασφυκτικό, απειλητικά ομοιογενή χώρο της αστικής μάζας. Καθώς διασταυρώθηκα ως πεζός με ένα μαύρο humvee σκεφτόμουν ότι σε ένα τέτοιο όχημα η επιθυμία για ελευθερία του εγώ μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία για την καταστολή του άλλου: όχι πια ταχύτητα, ούτε διαφυγή, μόνο η απόλαυση της ταύτισης με την κλούβα της αστυνομίας, η φασιστική ονείρωξη του τανκ στον αυτοκινητόδρομο, ένα κραυγάζον "δεν μου φτάνει να είμαι πλούσιος! Θα ήθελα να σας συνθλίψω όλους κάτω από ερπύστριες!"

XXXV
Υπάρχει μια βασική παρεξήγηση γύρω από τον --ούτως ή άλλως αμφίσημο-- όρο "ηγεμονία" στον Γκράμσι: "ηγεμονική πολιτική" δεν σημαίνει "εξασφαλίζω την συναίνεση στις θέσεις μου των πλατύτερων δυνατών στρωμάτων υιοθετώντας τμήματα από τις θέσεις των αντιπάλων", αλλά "εκπαιδεύω τα πλατύτερα δυνατά στρώματα ώστε να συνειδητοποιήσουν τα στοιχεία εκείνα των ιδεών τους που είναι πολιτικά επιβλαβή για τα ίδια." Η ηγεμονική πολιτική δεν ακολουθεί την προϋπάρχουσα κοινή λογική, τη sensus communis, που όπως δείχνει ο Γκράμσι είναι γεμάτη εσωτερικές αντιφάσεις που πηγάζουν από τα ετερογενή στοιχεία τα οποία περιέχει σαν σε στρώματα ιδεολογικών εκκριμάτων διαφόρων περιόδων. Η ηγεμονία υπάρχει στον βαθμό που μια σειρά ιδεών και προταγμάτων μετασχηματίζει την "κοινή λογική". Ειδάλλως δεν πρόκειται για (αναδυόμενη) ηγεμονία, αλλά για απλή παρασιτεία στις εδραιωμένες θέσεις άλλων τάξεων και συμφερόντων.

XXXVI
Παραδόξως, οι ανιαροί άνθρωποι δεν βαριούνται ποτέ τον εαυτό τους. Όχι, ο εαυτός τους είναι το ένα και μοναδικό πράγμα στο οποίο δίνουν πάντα το μέγιστο της προσοχής τους. Η ανιαρότητά τους λοιπόν δεν αντικατοπτρίζει απλώς την βαθιά ανία που νιώθουν με οποιονδήποτε και οτιδήποτε άλλο, αλλά και το γεγονός ότι ο μόνος άνθρωπος στον οποίο δίνουν σημασία δεν έχει ποτέ κάτι ενδιαφέρον να πει.

Saturday, January 15, 2011

14/1/2011-Πρόχειρες σημειώσεις για ένα απόσπασμα από τις "Θέσεις του Απρίλη" του Lenin

«Γκρίζα η κάθε θεωρία, φίλε μου ακριβέ, το χρυσοδέντρι της ζωής πράσινο θάλλει».
Όποιος βάζει με τον παλιό τρόπο το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικής επανάστασης, αυτός θυσιάζει τον ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα.*
Θεωρία εναντίον θεωρίας: μέσα στη θεωρία, ένας ελεγκτικός μηχανισμός ο οποίος υπονομεύει την επάρκεια της θεωρίας απέναντι σε...τι; Στη ζωή, όχι τη ζωή ως αφηρημένη -ανθρωπιστική έννοια, αλλά τη ζωή ως συνώνυμη της επαναστατικής διαδικασίας πολύ συγκεκριμένα. Γιατί είναι η (ορθή) επανασταστική διαδικασία που βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης του Λένιν εδώ.

Σκέφτομαι τη σύγκριση Μπαντιού Παύλου-Λένιν από τη μία και Χριστού-Μαρξ από την άλλη (στο Άγιος Παύλος, εισαγωγή). Ίσως, ανάμεσα σε άλλα, να είχε υπόψη του αυτή τη φράση: "θυσιάζει τον ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα". Παύλος: Προς Κορινθίους ΙΙ.3.6: “το γράμμα αποκτήνει, το δε πνεύμα ζωοποεί”. Θεωρία εναντίον θεωρίας: θεωρία ως ζωντανό πνεύμα κόντρα στη θεωρία ως νεκρό γράμμα, ως άτεγκτο Νόμο.
Κατά την παλιά αντίληψη προκύπτει πως: ύστερα από την κυριαρχία της αστικής τάξης μπορεί και πρέπει ν’ ακολουθήσει η κυριαρχία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, η διχτατορία τους.
Στη ζωντανή όμως πραγματικότητα τα πράγματα ήρθαν κιόλας διαφορετικά: προέκυψε μια εξαιρετικά πρωτότυπη, νέα, πρωτοείδωτη σύμπλεξη του ενός με το άλλο. Υπάρχουν δίπλα, μαζί, ταυτόχρονα και η κυριαρχία της αστικής τάξης (η κυβέρνηση Λβοφ και Γκουτσκόφ) και η επαναστατική-δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παραδίνει θεληματικά την εξουσία στην αστική τάξη, που μετατρέπεται θεληματικά σε εξάρτημα της.
Επικέντρωση της κριτικής της "νεκρής" θεωρίας στην κριτική της θεωρίας των "σταδίων" (γερμανική σοδιαλδημοκρατία, Κάουτσκυ, Πλεχάνοφ): η "ζωντανή πραγματικότητα" συμπίπτει με την εκδήλωση μιας χρονικότητας ριζικά διαφορετικής από αυτή της γραμμικής προόδου από στάδιο σε στάδιο, και αυτό που αποδεικνύεται ως στείρα, νεκρή θεωρία είναι το δεύτερο. Αναφορά σε "μια... πρωτοείδωτη σύμπλεξη" της "κυριαρχίας της αστικής τάξης" και της "κυριαρχίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς." Συμπίπτωντας στην ίδια χρονική στιγμή αντί να δημιουργήσουν γραμμική αλληλουχία οι δύο α) σηματοδοτούν την σχάση του πολιτικού πεδίου στα δύο, με όρους ριζικού ανταγωνισμού β) αχρηστεύουν την οργανωτική/στρατηγική αξία του παλιότερου συνθήματος περί "επανασταστικής-δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς" γ) αναδεικνύουν τον αγώνα ταχύτητας ανάμεσα σε δύο δυνητικές εξελίξεις· αν αφεθούν τα πράγματα όπως είναι, η επαναστατική-δμημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς θα απορροφηθεί στην κυριαρχία της αστικής τάξης, της οποίας θα γίνει απλό εξάρτημα. Το φάντασμα μιας ακόμα επανάστασης από τα κάτω που καταλήγει απλώς να κάνει τη δουλειά των αστικών επαναστάσεων. "Δεν θέλουμε άλλη μια γαλλική επανάσταση, άλλη μια νίκη που είναι νίκη για τους άλλους και ήττα για μας!" είναι το υπόρρητο σύνθημα εδώ. Και η υπόρρητη απάντηση σ' αυτή την προοπτική: βιασύνη. Να αλλάξει η οργανωτική στρατηγική έγκαιρα.
Γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ουσιαστικά στην Πετρούπολη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών· ότι η νέα κυβέρνηση δεν ασκεί κι ούτε μπορεί να ασκήσει πάνω τους βία, επειδή δεν υπάρχει ούτε αστυνομία, ούτε χωρισμένος από το λαό στρατός, ούτε πανίσχυρη υπαλληλία που να στέκεται πάνω από τα λαό. Αυτό είναι γεγονός. Πρόκειται ακριβώς για ένα γεγονός, που είναι χαρακτηριστικό για ένα κράτος τύπου Κομμούνας του Παρισιού. Το γεγονός αυτό δεν χωράει στα παλιά σχήματα. Πρέπει να ξέρει κανείς να προσαρμόζει τα σχήματα στη ζωή, και όχι να επαναλαβαίνει λέξεις για «διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» γενικά, λέξεις που έχασαν κάθε νόημα.
Η ανανέωση της θεωρίας, η αποκόλλησή της από το "νεκρό γράμμα" ως αναμέτρηση με τη μετατροπή του προγραμματικού στόχου σε γεγονός: "στην Πετρούπολη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών...αυτό είναι γεγονός." Η καινοφάνεια του συμβάντος απέναντι στο οποίο γίνεται τώρα υπόλογη η θεωρία, για να συλλάβει και να αξιοποιήσει το οποίο θα πρέπει να ανασκευάσει τις πεποιθήσεις της γρήγορα, βιαστικά: "το γεγονός αυτό δεν χωράει στα παλιά σχήματα". Γλωσσική θεωρία που υπονοείται από το "λέξεις που έχασαν κάθε νόημα": το ζητούμενο δεν είναι λέξεις που να ανταποκρίνονται στα πράγματα αλλά λέξεις που να ανταποκρίνονται στο γεγονός ότι στην πραγματικότητα, τα "πράγματα" δεν είναι αδρανή αντικείμενα αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενες σχέσεις.
Για να φωτίσουμε καλύτερα το ζήτημα, ας το εξετάσουμε από μιαν άλλη πλευρά.
Ο μαρξιστής δεν πρέπει να ξεφεύγει από την ακριβή βάση της ανάλυσης των ταξικών σχέσεων. Στην εξουσία βρίσκεται η αστική τάξη. Αλλά μήπως και η μάζα των αγροτών δεν αποτελεί επίσης αστική τάξη διαφορετικού στρώματος, διαφορετικού είδους, διαφορετικού χαρακτήρα; Από που βγαίνει, ότι αυτό το στρώμα δεν μπορεί νά ’ρθει στην εξουσία, «αποτελειώνοντας» την αστικοδημοκρατική επανάσταση; Για ποιο λόγο αυτό είναι αδύνατο;
Έτσι σκέφτονται συχνά οι παλιοί μπολσεβίκοι.
Απαντώ: αυτό είναι πολύ πιθανό. Ο μαρξιστής όμως στην εκτίμηση της στιγμής δεν πρέπει να ξεκινά από το πιθανό, αλλά από το πραγματικό.
Και η πραγματικότητα μας παρουσιάζει το γεγονός, ότι οι ελεύθερα εκλεγμένοι στρατιώτες και αγρότες βουλευτές συμμετέχουν ελεύθερα στη δεύτερη, την παράπλευρη κυβέρνηση και ελεύθερα την συμπληρώνουν, την αναπτύσσουν, την ολοκληρώνουν.
Και άλλο τόσο ελεύθερα παραδίνουν την εξουσία στην αστική τάξη –φαινόμενο που δεν «παραβιάζει» καθόλου τη θεωρία του μαρξισμού, γιατί εμείς ξέραμε πάντα και πολλές φορές το τονίσαμε, ότι η αστική τάξη κρατιέται όχι μόνο με τη βία, αλλά και με την έλλειψη συνειδητότητας, τη ρουτίνα, την αποβλάκωση και την ανοργανωσιά των μαζών.
Και μπροστά στη σημερινή πραγματικότητα είναι στ’ αλήθεια γελοίο να αγνοείς το γεγονός και να μιλάς για «πιθανότητες».
Τρίτος τρόπος διαφοροποίησης της "ζωντανής" θεωρίας που μπορεί να αναπτύξει σύναψη με την πράξη από τη "νεκρή" θεωρία, που μένει απλώς "γράμμα", αδρανής "Νόμος": Η ζωντανή θεωρία δεν είναι εικοτολογική· δεν κάνει υποθέσεις. Η ζωντανή θεωρία αντλεί από ένα πραγματικό το οποίο διαψεύδει τις θεωρητικές εικασίες, εκθέτει την ανεπάρκειά τους: "οι ελεύθερα εκλεγμένοι στρατιώτες και αγρότες βουλευτές ... ελεύθερα παραδίνουν την εξουσία στην αστική τάξη". Δεν παραβιάζεται η θεωρία του μαρξισμού, αλλά η μηχανιστική εκδοχή της ταξικής συνείδησης: ορισμένες φορές οι τάξεις μπορούν να ενεργούν ενάντια στα "αντικειμενικά" τους συμφέροντα, και μάλιστα να το κάνουν ελεύθερα, έχοντας πάνω από μία εναλλακτικές λύσεις διαθέσιμες.
Είναι πιθανό η αγροτιά να πάρει όλη τη γη και όλη την εξουσία. Εγώ όχι μόνο δεν παραβλέπω αυτή τη δυνατότητα, δεν περιορίζω τον ορίζοντα μου μόνο στο σήμερα, αλλά διατυπώνω καθαρά και με ακρίβεια το αγροτικό πρόγραμμα, παίρνοντας υπόψη το καινούριο φαινόμενο: την πιο βαθιά διάσπαση των εργατών γης και των φτωχών αγροτών με τους αγρότες-νοικοκύρηδες.
Είναι όμως πιθανό και το άλλο: είναι πιθανό οι αγρότες ν’ ακούσουν τις συμβουλές του μικροαστικού κόμματος των σοσιαλεπαναστατών, που υπόκυψε στην επιρροή των αστών, πέρασε στον αμυνιτισμό και συνιστά την αναμονή ως τη Συνταχτική Συνέλευση, αν και ως τώρα δεν έχει ακόμα οριστεί ούτε η ημερομηνία της σύγκλησης της![8]
Είναι πιθανό οι αγρότες να διατηρήσουν, να συνεχίσουν τη συμφωνία τους με την αστική τάξη, συμφωνία που την έκλεισαν τώρα μέσω των Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Βουλευτών όχι μόνο τυπικά, μα και ουσιαστικά.
Πολλά τα πιθανά. Θα ήταν σοβαρότατο λάθος να ξεχνάμε το αγροτικό κίνημα και το αγροτικό πρόγραμμα. Θα ήταν όμως εξίσου λάθος να ξεχνάμε την πραγματικότητα που μας παρουσιάζει το γεγονός της συμφωνίας –ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο ακριβή, λιγότερο νομική και περισσότερο οικονομικο-ταξική έκφραση– το γεγονός της ταξικής συνεργασίας της αστικής τάξης και της αγροτιάς.
Η ανατροπή στη θεωρητική εικοτολογία: η ταξική συνεργασία που ανέκυψε δεν είναι μεταξύ προλεταριάτου και αγροτιάς αλλά μεταξύ της δεύτερης και της αστικής τάξης. Ο σκληρός βράχος της πραγματικότητας.
Όταν το γεγονός αυτό πάψει να είναι γεγονός, όταν η αγροτιά ξεκόψει από την αστική τάξη, όταν πάρει τη γη παρά τη θέληση της αστικής τάξης, όταν πάρει την εξουσία ενάντια στην αστική τάξη –τότε αυτό θα είναι ένα νέο στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, και γι’ αυτό θα γίνει λόγος ιδιαίτερα.
Ο μαρξιστής, που, εξαιτίας της δυνατότητας ενός τέτοιου μελλοντικού σταδίου, θα ξεχνούσε τις υποχρεώσεις του σήμερα, τώρα που η αγροτιά συμφωνεί με την αστική τάξη, θα μετα βαλλόταν σε μικροαστό. Επειδή στην πράξη θα καλλιεργούσε στο προλεταριάτο την εμπιστοσύνη προς τους μικροαστούς («οι μικροαστοί αυτοί, η αγροτιά αυτή πρέπει να αποσπαστεί από την αστική τάξη ακόμα μέσα στα πλαίσια της αστικοδημοκρατικής επανάστασης»). Ό μαρξιστής αυτός, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου και ωραίου μέλλοντος, τότε που η αγροτιά δεν θα είναι ουρά της αστικής τάξης, και οι Εσέροι, οι Τσχεΐτζε, οι Τσερετέλι και οι Στεκλόφ δεν θα είναι εξάρτημα της αστικής κυβέρνησης, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου μέλλοντος, θα ξεχνούσε το δυσάρεστο παρόν, τώρα που η αγροτιά παρα μένει ακόμα ουρά της αστικής τάξης και οι σοσιαλεπαναστάτες και οι σοσιαλδημοκράτες δεν παραιτούνται ακόμα από το ρόλο του εξαρτήματος της αστικής κυβέρνησης, από το ρόλο της αντιπολί τευσης της «αυτού μεγαλειότητας» του Λβοφ.
Πρώτη συνέπεια: ακόμα και αν στο μέλλον η αγροτιά "πάρει την εξουσία ενάντια στην αστική τάξη", θα πρόκειται απλώς για "ένα νέο στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης". Θα έχει χαθεί ήδη τελεσίδικα η δυνατότητα μιας προλεταριακής επανάστασης, και άρα η δυνατότητα μιας κομμουνιστικής επανάστασης. Ανεξάρτητα από την τελική μοίρα της συμμαχίας αστών-αγροτών, η ίδια η ύπαρξή της αποτελεί τελεσίδικο εμπόδιο στην προοπτική του κομμουνισμού.

Δεύτερη συνέπεια: η προσκόλληση στο "ευχάριστο και ωραίο μέλλον", όταν η αγροτιά ανεξαρτητοποιηθεί από την αστική τάξη είναι, εφόσον θυσιάζει την δυνατότητα ανταπόκρισης στα διακυβεύματα του παρόντος, έκπτωση στην αστική ιδεολογία, ανεξάρτητα από το τυπικά μαρξιστικό της περιεχόμενο. Υπό συνθήκες επανασταστικές, ο μαρξισμός του μέλλοντος μεταβάλλεται σε αριστερή πτέρυγα της μικροαστικής ιδεολογίας. Τα πάντα, υπό τέτοιες συνθήκες, κρίνονται από τη δυνατότητα ανταπόκρισης στο παρόν. Κυριαρχία της στρατηγικής πάνω στην θεωρητική συνεκτικότητα. Αλλά τι είναι η στρατηγική; Ένα στοίχημα που γίνεται πάνω στο ανεπίστρεπτο της συγκυρίας.
Ο άνθρωπος που πήραμε κάνοντας υπόθεση θά ’μοιαζε μ’ ένα γλυκανάλατο Λουί Μπλαν, μ’ ένα γλυκερό καουτσκιστή, αλλά σε καμιά περίπτωση με επαναστάτη μαρξιστή.
Δεν μας απειλεί τάχα ό κίνδυνος να πέσουμε στον υποκειμενισμό, να θέλουμε να «υπερπηδήσουμε» μια μη ολοκληρωμένη επανάσταση αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, που δεν έχει ξεπεράσει ακόμα τα αγροτικό κίνημα –για να φτάσουμε στη σοσιαλιστική επανάσταση;
Αλλά το να μιλάς για "στοίχημα πάνω στο ανεπίστρεπτο της συγκυρίας" είναι ήδη το να εισάγεις έναν Μαλαρμέ στη σκέψη του Λένιν. Ο Λένιν γνωρίζει το όνομα αυτής της πριμοδότησης της συγκυριακής αναταραχής πάνω στη θεωρητική αυτάρκεια: υποκειμενισμός. Και ο υποκειμενισμός δεν ανάγεται σε τίποτε άλλο παρά την βιαστική, ξέπνοη παράκαμψη των σταδίων, δηλαδή, της "επιστημονικά" θεμελιωμένης δομής του ιστορικού αφηγήματος: "Δε μας απειλεί τάχα ο κίνδυνος να πέσουμε στον υποκειμενισμό, να θέλουμε να 'υπερπηδήσουμε' μια μη ολοκληρωμένη επανάσταση αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα που δεν έχει ξεπεράσει ακόμα το αγροτικό κίνημα";
Αν έλεγα: «δίχως τσάρο, και κυβέρνηση εργατική» –ο κίνδυνος αυτός θα με απειλούσε. Εγώ όμως δεν είπα αυτό, εγώ είπα άλλο. Είπα πώς στη Ρωσία δεν μπορεί να υπάρχει άλλη κυβέρνηση (εξαιρώντας την αστική) εκτός από τα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των στρατιωτών και των αγροτών βου­λευτών. Είπα ότι τώρα η εξουσία στη Ρωσία μπορεί να περάσει από τον Γκουτσκόφ και τον Λβοφ μόνο σ’ αυτά τα Σοβιέτ, και σ’ αυτά επικρατεί ίσα-ίσα η αγροτιά, επικρατούν οι φαντάροι, επικρατούν οι μικροαστοί, για να εκφραστούμε με επιστημονικό, μαρξιστικό όρο, χρησιμοποιώντας όχι το συνηθισμένο, όχι το μικροαστικό, όχι τον επαγγελματικό, μα τον ταξικό χαρακτηρισμό.
Στις θέσεις μου ασφάλισα απόλυτα τον εαυτό μου από κάθε υπερπήδηση του αγροτικού ή γενικά του μικροαστικού κινήματος, που δεν έχει φτάσει στο τέρμα του, από κάθε παιγνίδι «κατάληψης της εξουσίας» από εργατική κυβέρνηση, από κάθε μπλανκιστικό τυχοδιωχτισμό, επειδή αναφέρθηκα απευθείας στην πείρα της Κομμούνας του ΙΙαρισιού. Και η πείρα αυτή, όπως είναι γνωστό και όπως το έδειξε λεπτομερειακά ό Μαρξ το 1871 και ό Έγκελς το 1891, απόκλεισε εντελώς το μπλανκισμό και εξασφάλισε απόλυτα την απευθείας, άμεση και απεριόριστη κυριαρχία της πλειοψηφίας και τη δραστηριότητα των μαζών μόνο στο βαθμό της συνειδητής δράσης της ίδιας της πλειοψηφίας.
Απάντηση: θυμηθείτε την Κομμούνα, την εμπειρία της. Μια εμπειρία που διδάσκει δια της αποτυχίας. Η αποτυχία της Κομμούνας συνίστατο στο ότι δεν βιάστηκε όταν ήταν καιρός να βιαστεί, ότι δεν τόλμησε αρκετά. Το συγκυριακό στοίχημα της στρατηγικής αντλεί την νομιμοποίησή του από μια αποτυχία, την αποτυχία μιας προηγούμενης γενιάς να το κερδίσει. Το ζητούμενο είναι, για μια ακόμα φορά, "η συνειδητή δράση της πλειοψηφίας." Μόνο στον βαθμό που υπάρχει τέτοια μπορεί να υπάρξει επικράτηση της μοναδικής ρεαλιστικής εξουσίας που είναι εναλλακτική λύση απέναντι στην αστική εξουσία, την εξουσία των Σοβιέτ.
Στις Θέσεις συνόψισα εντελώς συγκεκριμένα όλο το ζήτημα στην πάλη για την απόχτηση επιρροής μέσα στα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των αγροτών και των στρατιωτών βουλευτών. Για να μην αφήσω ούτε ίχνος αμφιβολίας πάνω σ’ αυτό, δυο φορές υπογράμμισα στις Θέσεις την ανάγκη της υπομονετικής, επίμονης, της «προσαρμοζόμενης στις πραχτικές ανάγκες των μαζών» «διαφωτιστικής» δουλειάς.
Οι αμαθείς είτε οι αποστάτες του μαρξισμού, σαν τον κ. Πλεχάνοφ κλπ., μπορούν να φωνάζουν για αναρχισμό, μπλανκισμό κλπ. Όποιος θέλει να σκέφτεται και να μαθαίνει, αυτός δεν μπορεί παρά να καταλάβει ότι o μπλανκισμός είναι κατάληψη της εξουσίας από μια μειοψηφία, ενώ τα Σοβιέτ των εργατών κλπ., βουλευτών είναι αναμφισβήτητα μια απευθείας και άμεση οργάνωση της πλειοψηφίας του λαού. Η δουλειά που έχει αναχθεί στην πάλη για την απόχτηση επιρροής μέσα σ’ αυτά τα Σοβιέτ δεν μπορεί, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του μπλανκισμού. Και δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του αναρχισμού, γιατί ό αναρχισμός είναι άρνηση της αναγκαιότητας τον κράτους και της κρατικής εξουσίας για την εποχή του περάσματος από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία του προλεταριάτου. Εγώ όμως, με σαφήνεια που αποκλείει κάθε δυνατότητα παρεξηγήσεων, υποστηρίζω την αναγκαιότητα του κράτους γι’ αυτή την εποχή, αλλά, σύμφωνα με τον Μαρξ και την πείρα της Κομμούνας του Παρισιού, όχι του συνηθισμένου κοινοβουλευτικού-αστικού κράτους, παρά ενός κράτους δίχως ταχτικό στρατό, δίχως αντιτιθέμενη στο λαό αστυνομία, δίχως βαλμένη πάνω από το λαό υπαλληλοκρατία.
Πρόβλημα: πώς να διαφοροποιηθείς, ωστόσο, από την κατηγορία της υιοθέτησης των απόψεων του αναρχικού βολονταρισμού; Απάντηση πρώτη: δεν είναι η διαφοροποίηση επί της μεθόδου που εγγυάται την πολιτική διαφοροποίηση από τον αναρχισμό, αλλά ο βαθμός αντιπροσωπευτικότητάς της. Ο μπλανκισμός "είναι κατάληψη της εξουσίας από μια μειοψηφία" "ενώ τα Σοβιέτ...είναι αναμφισβήτητα μια οργάνωση της πλειοψηφίας του λαού". Προσοχή στη διαφοροποίηση, που είναι ασύμμετρη: O Λένιν δεν λέει ότι αυτοί που ο ίδιος θα ήθελε να διεκδικήσουν την κατάκτηση της εξουσίας δεν είναι μειοψηφία με απόλυτα αριθμητικούς όρους· λέει ότι ό,τι και αν είναι παρ' όλα αυτά καταλαμβάνουν την εξουσία ως ικανοί οργάνωσης της πλειοψηφίας· δηλαδή, ότι η εκπροσωπευτική τους δυνατότητα είναι πολύ ευρύτερη από ό,τι αυτή των μπλανκιστών.

Δεύτερο σημείο διαφοροποίησης, δεύτερη απάντηση στην δυνητική κατηγορία της στροφής του Λένιν στον "αναρχισμό": η αποδοχή της ανάγκης για κράτος και κρατική εξουσία κατά το μεταβατικό στάδιο "του περάσματος από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία του προλεταριάτου". Δηλαδή, η αποδοχή της αναγκαιότητας του κράτους ως προσωρινού μεταβατικού μηχανισμού. Και όχι οποιουδήποτε κράτους: "ενός κράτους δίχως τακτικό στρατό, δίχως αντιτιθέμενη στο λαό αστυνομία, δίχως βαλμένη πάνω από το λαό υπαλληλοκρατία." Του κράτους όπως έχει ανακύψει ήδη σε μικρογραφία στην Πετρούπολη. Αλλά δεν είναι αυτή η ρητορική του καθορισμού δια της άρνησης ήδη η ρητορική της ου-τοπίας, και του ουτοπικά ανέφικτου ως δομικά αντιφατικού; Πρβλ. Shakespeare, Η τρικυμία: Gonzalo: "Στην κοινοπολιτεία με αντιθέσεις/ θα τα υλοποιούσα όλα. Γιατί εμπόριο/ δεν θα ανεχόμουν· ούτε του δικαστή το όνομα/ Γράμματα δεν θα ξέρανε· πλούτη, φτώχεια/υπηρεσία στον άλλο καμμιά· συμβόλαια, διαδοχή...τίποτε/καμμιά εργασία· όλοι άεργοι...κυριαρχία καμμιά". Sebastian: "Από την άλλη, θέλει να είναι βασιλιάς."

Αναμφίβολα, η δικτατορία του προλεταριάτου περιγράφεται εδώ με όρους προσωρινότητας (αρκετής βέβαια για να διαχωρίσει την λενινιστική προοπτική από την μπλανκική). Αλλά περιγράφεται επίσης μέσω μιας σειράς αρνήσεων σε ό,τι αφορά το διαρθωτικό περιεχόμενο του κράτους που αφήνουν μετέωρο το ερώτημα: τι είδους "κράτος" θα ήταν ένα κράτος "δίχως τακτικό στρατό...αντιτθέμενη στο λαό αστυνομία...βαλμένη πάνω από λαό υπαλληλοκρατία"; Σίγουρα, όχι ένα κράτος χωρίς στρατό, αστυνομία και υπαλλήλους, αλλά ένα κράτος όπου αυτές οι κατασταλτικές και γραφειοκρατικές λειτουργίες θα είναι πλήρως υποταγμένες στη λαϊκή εξουσία και θα πηγάζουν από αυτή. Θα έπαυε ένα τέτοιο κράτος να είναι κράτος με την ουσία της έννοιας; Γιατί το παράδοξο δεν είναι ότι ο Λένιν διαφοροποιεί τον "υποκειμενισμό" των προτάσεών του από τον απαράδεκτο αναρχικό υποκειμενισμό οραματιζόμενος ως ειδοποιό διαφορά την προσωρινή αναγκαιότητα ενός κράτους που δεν είναι κράτος. Το παράδοξο είναι ότι το κράτος που δεν είναι κράτος παραμένει, παρά τα φαινόμενα, κράτος, και ότι ως εκ τούτου υποσκάπτει την ίδια την έννοια της προσωρινότητας, την έννοια του μεταβατικού "σταδίου" που ο Λένιν εξοβελίζει από την θεωρία ως "νεκρό γράμμα", αλλά επανεισάγει στο τέλος ως αναγκαίο στοιχείο της διαφοροποίησης του ζωντανού μαρξισμού από τον μπλανκικό αυθορμητισμό. Αν η ιδέα ενός προσωρινού συμβιβασμού με την αστική τάξη εώς ότου ενισχυθεί η αυτονομία της αγροτικής τάξης απορρίπτεται ως φενάκη, γίνεται ωστόσο δεκτή η ιδέα ενός προσωρινού κράτους έως ότου καταργηθούν οι λόγοι που το καθιστούν αναγκαίο, έστω και με ριζικά (αλλά πόσο ριζικά;) διαφορετική μορφή.

Αλλά το προσωρινό (μη) κράτος ως ελάχιστη και συνάμα ειδοποιός διαφορά από τον μπλανκικό αναρχισμό αποδείχτηκε κάτι περισσότερο από προσωρινό, κάτι αφομοιώσιμο σε κάθε προϋπάρχουσα λογική του κράτους ως δύναμης που συντηρεί πάντοτε και πάνω από όλα τον εαυτό της. Το κράτος είναι σπινοζικού τύπου υποκείμενο: "τίποτε δεν μπορεί να κάνει κακό στον εαυτό του μέσα από την δική του φύση" (Σπινόζα, Ηθική). Αναρωτιέμαι: δεν είναι το πρώτο κριτήριο διαφοροποίησης του λενινισμμού από τον μπλανκισμό, η αντιπροσωπευτικότερη φύση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε ό,τι αφορά τη λαϊκή πλειοψηφία ("είναι αναμφισβήτητα μια απευθείας και άμεση οργάνωση της πλειοψηφίας του λαού"), ο λόγος για τον οποίο το δεύτερο κριτήριο διαφοροποίησης (η αναγκαιότητα του προσωρινού κράτους) τείνει να γίνει απόλυτο (έτσι ώστε ο επαναστατικός μαρξισμός να φτάσει να απορροφηθεί εντελώς από τον κρατισμό); Δεν είναι η μη επίλυση του προβλήματος της μειοψηφίας και της πλειοψηφίας χωρίς πρόσβαση στην κατηγορία της "οργανωτικής" εκπροσώπησης (όσο "άμεσης" ή "απευθείας" και αν τη φαντάζεται το 1917 ο Λένιν) ο λόγος για τον οποίο το κράτος υποστασιοποιείται ουσιαστικά εκ των προτέρων, και παρά την ρητή ανακήρυξη της προσωρινότητας του και της φαινομενικά οξύμωρης μορφής του;


*Πηγή: Θέσεις του Απρίλη, 1917, Marxist Internet Archive

Thursday, January 13, 2011

8/1/2011-13/1/2011-Αφορισμοί της ημέρας

XXIX
Τα αδιανόητα γελοία ονόματα των σύγχρονων φαρμάκων --στραμπουλήγματα της γλώσσας σε φιάλες-- φυλούν ζηλότυπα κάτι από την ηχώ των γκροτέσκων γλωσσικών επιφωνημάτων των σαμάνων και κάθε λογής μαγγανείας. Η ιδέα, παρ' όλη τη λεγόμενη πρόοδο της επιστήμης, μοιάζει να παραμένει ότι αυτό που είναι ικανό να σώσει ή να πάρει μια ζωή πρέπει να είναι δυσπρόφερτο. Αυτό όμως είναι απλά μια βαθύτατη παρανόηση: οι σημαντικές λέξεις, αυτές που πάνω τους κρέμεται η ζωή, δεν είναι δύσκολο να προφερθούν γιατί έχουν πολλές συλλαβές και παράδοξους σχηματισμούς συμφώνων και φωνηέντων. Οι λόγοι που είναι δύσκολο να προφερθούν δεν αφορούν στο παραμικρό τη φωνολογία.


XXX
Ο πετυχημένος μυθιστορηματικός χαρακτήρας είναι αυτός για τον οποίο ο συγγραφέας του γνωρίζει αρκετά ώστε να γνωρίζει τι είναι αναγκασμένος να συνεχίσει για πάντα να αγνοεί· είναι η έκφραση της ισορροπίας ανάμεσα στην οικειοποιητική διαφάνεια των συμπεριφορικών χαρακτηριστικών και την αδιαπέραστη αδιαφάνεια του είναι. Ένας καλός συγγραφέας είναι ικανός να μετατρέψει ακόμα και το πρωτότυπο ενός προσωπικού γνωστού του σε πειστικό χαρακτήρα. Ο κακός συγγραφέας, αντίθετα, τείνει να μετατρέπει τους χαρακτήρες του σε κακέκτυπα προσωπικών του γνωστών.


XXXI
Συνεπώς, ο καλός μυθιστοριογράφος είναι ένας πραγματικά ευσυνείδητος κουτσομπόλης: για να πείσει τον εαυτό του ότι ξέρει τον Ρασκόλνικοφ, ο Ντοστογιέφσκι αναγκάστηκε να γράψει ολόκληρο Έγκλημα και τιμωρία. Στα ριάλιτι, η κατανόηση του άλλου είναι ζήτημα πενταλέπτου στον καναπέ. Καμμία απορία που στις μέρες μας σπανίζουν τα καλά μυθιστορήματα.


XXXII
Είναι αλήθεια ότι ο αναρχισμός είναι η παιδική φάση του κομμουνισμού, μόνο όμως εφόσον γίνει επίσης δεκτό ότι προεικονίζει ταυτόχρονα και τα βαθιά του γεράματα. Γιατί όπως ο δικαιωμένος απ' τη ζωή γέρος μπορεί, μετά από δεκαετίες σφιξίματος των δοντιών, να διεκδικήσει μια δεύτερη παιδική ηλικία χωρίς ντροπή και γελοιότητα, έτσι και ο κομμουνισμός πρέπει να μάθει να βλέπει την αναρχική προοπτική όχι απλώς σαν αυτό που άφησε πίσω του αλλά και σαν αυτό που διψά να ξανακερδίσει. Αν ο μαρξισμός είναι κατεύθυνση, ο αναρχισμός είναι ζωή. Κι αν και ξέρουμε, ενήλικοι καθώς είμαστε, πως πρέπει να δώσουμε κατεύθυνση στη ζωή, πρέπει επίσης να θυμόμαστε, παιδιά καθώς θέλουμε να γίνουμε ωριμάζοντας, πως πρέπει να μη σταματάμε να δίνουμε ζωή στην κατεύθυνση.


XXXIII
Θα έχουμε καταλάβει πολλά για την κυρίαρχη ιδεολογία στην Ελλάδα όταν θα έχουμε αντιληφθεί ότι είναι ταυτόχρονα απαξιωτική για τη λαϊκή αντίληψη και για τη διανοητική ζωή, ότι είναι όσο αντι-λαϊκή είναι και αντι-διανοουμενίστικη. Η ελληνική αστική τάξη είναι μια τάξη που μορφώθηκε εργαλειακά, όσο ήταν αρκετό για να αρπάξει μια θέση στον κρατικό μηχανισμό ή να χρησιμοποιήσει τις προσβάσεις της σ' αυτόν. Ως εκ τούτου, στο ιδεολογικό επίπεδο, χρειάστηκε να μεγιστοποιήσει φαντασιακά τις διαφορές της από τον "λαό" με κάθε τρόπο (από τα μουσικά γούστα ως το είδος εστιατορίων που προτιμά), ενώ ταυτόχρονα αισθάνθηκε αναγκασμένη να ξορκίσει τον μπαμπούλα ενός στοχασμού που θα αναδείκνυε την ποταπότητα της παιδείας της και το απόλυτα τετριμμένο των φιλοδοξιών της. Όχι τυχαία, οι φορείς του αντιλαϊκισμού (νοουμένου ως απαξίωση της πολιτικής ικανότητας της λαϊκής μάζας) είναι επίσης οι σφοδρότεροι φορείς του αντι-διανοουμενισμού, πολλώ δε μάλλον όταν εμπλέκεται μια διανόηση που δεν απαξιώνει την πολιτική και στοχαστική δυνατότητα των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων.

Wednesday, January 5, 2011

2/1/2011-3/1/2011-Αφορισμοί της ημέρας

XXVI
Έχοντας απορροφηθεί πλήρως από τη θορυβώδη και τελικά αυτιστική κοινωνικότητα που επέβαλλε το κοινωνικό ξεσάλωμα των περασμένων δύο σχεδόν δεκαετιών στα μικροαστικά και αστικά στρώματα, οι ευχές έχουν εκπέσει στην κατάσταση αξιοθρήνητης κενότητας και ανημπόριας που σηματοδοτεί η λέξη "ευχολόγιο". Σήμερα, το να εύχεσαι σημαίνει να παραδέχεσαι εκ των προτέρων την αδυναμία σου να προσφέρεις οτιδήποτε άλλο από λόγια. Κι όμως, υπήρχε πάντοτε --και οφείλει να διατηρηθεί ζωντανή-- μια άλλη παράδοση της ευχής, για την οποία η σωστά διαλεγμένη ευχή αντανακλά μια χρήσιμη, δηλαδή βιώσιμη και εμπράγματη, σοφία. Δύο είναι τα συστατικά της ευχής που δικαιούται το όνομά της: Πρώτον, δεν είναι ποτέ γενική ή γενικεύσιμη, αλλά ενική. Καμμία ευχή που να έχει αξία δεν έχει αξία για όλους, μιας και η αξία της συνίσταται ακριβώς στο ότι αναδεικνύει την ενικότητα κάθε ευτυχίας. Δεύτερον, δεν αφορά αυτό που κάποιος υποτίθεται ότι θα ήθελε, ούτε και αυτό που υποτίθεται ότι χρειάζεται, αλλά τον πάντα ανοιχτό και αδιευκρίνιστο χώρο ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε και αυτό που χρειαζόμαστε. Η αληθινή ευχή δίνει σχήμα στη σχέση ανάμεσα σ' αυτό που θέλουμε και αυτό που χρειαζόμαστε σε ένα συγκεκριμένο, ανεπίστρεπτο σημείο της ζωής μας.

Για τις συλλογικότητες, απ' την άλλη, δεν υπάρχουν ευχές. Κι αυτό γιατί η ευτυχία --το απώτερο περιεχόμενο κάθε ευχής-- δεν μπορεί να αφορά τη συλλογικότητα όσο η συλλογικότητα συνεχίζει να καθορίζεται από κάτι που δεν έχει οντολογική υπόσταση για κανένα μέλος της ατομικά: την ιστορία.

XXVII
Ένα από τα πράγματα που καλείται να κάνει ένας γονιός είναι να παίξει το ρόλο ενός αρχειοθέτη χωρίς προφανή αποστολή. Φυλάει ένα αρχείο από μνήμες που κανείς άλλος δεν είναι σε θέση να φυλάξει, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι είναι αρκετά απίθανο κάποιος, συμπεριλαμβανομένου του ήρωα και πρωταγωνιστή του αρχείου αυτού, να νιώσει ποτέ την ανάγκη να εντρυφήσει σ' αυτό με τη στοιχειώδη σχολαστικότητα ή επιμέλεια.

Προς τι ο κόπος τότε; Η μνήμη στην περίπτωση αυτή είναι θεραπαινίδα της αμνησίας. Για να έχει την πολυτέλεια ένα παιδί να ξεχάσει χαρούμενα το νεαρότερο κομμάτι της ζωής του, κάποιος άλλος πρέπει να το φυλάει στη μνήμη του με αγάπη, ως κόρην οφθαλμού.

XXVIII
Είμαστε ένα σπίτι στο οποίο μπαίνουν κάθε τόσο συνεργεία και αφαιρούν το ένα μετά το άλλο τα έπιπλα και τα κομμάτια της οικοσκευής. Καθώς ερειπώνουμε, ευχόμαστε να επιστρέψει επιτέλους ο ιδιοκτήτης και να καρφώσει τα λίγα και πολύτιμα εναπομείναντα στη θέση τους με αλάθητο καρφί. Τόση ανάγκη τα έχουμε όσα έμειναν να μας θυμίζουν πως είμαστε σπίτι και όχι απλώς τέσσερις τοίχοι και ένα πάτωμα.

Sunday, January 2, 2011

26/12/2010-2/1/2011-Αφορισμοί της ημέρας

XXIII
Ίσως το σημαντικότερο προαπαιτούμενο για την τέχνη της γραφής να είναι η ικανότητα να γνωρίζεις πόσο καιρό πρέπει να σιωπήσεις, ακόμη και αν η απάντησή σου σ' αυτή την ερώτηση είναι: "για πάντα!" Όσο για τα κείμενα που αξίζουν την εξαγορά τους από τη σιωπή, αυτά τρέφονται με την απόσυρση απ' τον λόγο αυτών που γνωρίζουν να διαβάζουν, και όχι με τη φλυαρία αυτών που δεν γνωρίζουν να γράφουν.

XIV
Συμβουλή προς διανοουμένους: το να διασώζει κανείς την τιμή του σήμερα είναι κάτι που απαιτεί πολύ περισσότερα από την αποχή από άτιμες πράξεις. Όταν η ατιμία αποκτά αντικειμενικές διαστάσεις, όταν γίνεται συνώνυμη της επιβίωσης θεσμών, παραδόσεων ή συνηθειών, τότε η διασφάλιση της προσωπικής τιμής παύει να είναι στόχος που μπορεί να υπηρετηθεί δια της απλής αποχής από τη διάπραξη του άτιμου.

XXV
Νέο είδος ενοχής: η ενοχή για το γεγονός ότι έχω ακόμη εργασία, ενώ καταφθάνουν νέα ότι γνωστοί και συγγενείς έχουν ήδη απολυθεί από τις δουλειές τους. Φαντάζομαι ένα μέλλον όπου θα ντρέπεται κανείς να πει ότι δουλεύει, όπως ντρεπόντουσαν κάποιοι που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για το γεγονός ότι επιβίωσαν. Όπως και να χει, η αμερικανοφερμένη ερώτηση "και συ, με τι ασχολείσαι;" ή "πού δουλεύεις;" περνάει στη σφαίρα του ταμπού. Ευγενέστερο και λιγότερο βίαιο στις μέρες μας θα ήταν το να ρωτάς κάποιον άγνωστο για τις σεξουαλικές του πρακτικές ή τις ιδιωτικές του φαντασιώσεις.