Saturday, October 1, 2011

25/9/2011-Ιχθυόσκαλα

Νύχτα άσχημου πονόδοντου η προχθεσινή. Η επιλογή καναλιών σε μια απ' τις σπάνιες βραδιές μπροστά στην τηλεόραση αρκετά περιορισμένη. Κάποια στιγμή, κατέληξα στην δορυφορική ΕΡΤ, όπου παιζόταν η εκπομπή "Νυχτερινή βάρδια". Τίτλους επεισοδίου: "Ιχθυόσκαλα", και θέμα η ολονύχτια εργασία ενός ετερογενούς πλήθους ψαράδων, μεταφορέων κιβωτίων, καθαριστών και τεμαχιστών μεγάλων ψαριών, παγοπωλών, και εμπόρων αλιείας στην ιχθυόσκαλα στο Κερατσίνι, εργασία απαραίτητη ώστε να καταλήξουν τα ψάρια στις λαϊκές, τα σουπερμάρκετ και τα εστιατόρια της Αθήνας.

Σε μια εποχή όπου η "ανυπαρξία" ή το "τέλος" της εργατικής τάξης αποτελεί μόνιμη επωδό των συζητήσεων περί των αδιεξόδων του ταξικού αγώνα, η υπενθύμιση ότι συχνά ο δομικός ρόλος της εργατικής τάξης στην οικονομία συνίσταται στην αυτοεξαφανιζόμενη εργασία είναι σημαντική: οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται στην ιχθυόσκαλα αποκλειστικά την νύχτα και πηγαίνουν για ύπνο όταν ο υπόλοιπος κόσμος, αυτός που θα επισκεφθεί τις αγορές για να αγοράσει το εμπορεύσιμο είδος, ξυπνά. Είναι δομικά αόρατοι, μιας και η ίδια η φύση της εργασίας τους είναι τέτοια ώστε να εξαφανίζεται χωρίς ανθρώπινο ίχνος πάνω στην φενάκη του "φυσικού" προϊόντος το οποίο, σε ό,τι αφορά την συνείδηση του καταναλωτή, βρήκε μόνο του τον δρόμο από τη θάλασσα σε ένα κασόνι και αυτο-επενδύθηκε με πάγο συντήρησης αναμένοντας να φαγωθεί. Αν υπάρχει αντίληψη ανθρώπινης εργασίας όταν βλέπεις ψάρια προς πώληση, είναι αυτή της εργασίας των λιανοπωλών στη λαϊκή, οι οποίοι όμως είναι ο προτελευταίος (πριν τον αγοραστή) κρίκος μιας αλυσίδας που ξεκινά στο πέλαγος, εγχώριο ή ξένο. Οι διαμεσολαβήσεις απ' τις οποίες περνά το κάθε εδώδιμο είναι, ιδιαίτερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, πολλαπλές και πολύπλοκες, όπως είναι και για κάθε εμπόρευμα. Η απόκρυψή τους αποτελεί βασικό κομμάτι της ομαλής λειτουργίας της "αγοράς", την ίδια στιγμή που συντελεί σε αυτή την όλο και εντεινόμενη βεβαιότητα ότι "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη", που αποτελεί την "φυσική" συνείδηση ανθρώπων για τους οποίους η "τάξη" είναι κάτι για το οποίο διαβάζουν σε βιβλία κοινωνιολογίας και η "εργασία" είναι ένα φαινόμενο που λαμβάνει χώρα αποκλειστικά σε γραφεία, ή στην χειρότερη περίπτωση --αυτή της χειρωνακτικής εργασίας-- σε οικοδομές.

Στην μισή ώρα του ντοκυμαντέρ κυριαρχεί η εικόνα: η διαδοχή των εργασιών, από την προσάραξη των καραβιών μέχρι το στήσιμο των πάγκων, την μεταφορά των κιβωτίων, την παραγωγή και θραύση πάγου, την αποσυσκευασία των ψαριών που έρχονται από το εξωτερικό, τον καθαρισμό ή την προετοιμασία για πώληση των ψαριών (κάποιος χτυπάει ένα-ένα τα χταπόδια στην προβλήτα, κάποιος άλλος καθαρίζει από τα εντόσθια και κόβει φιλέτα με γρήγορες και πανομοιότυπες κινήσεις), τις αγοραπωλησίες με τους εμπόρους της λιανικής. Το ομιλών μέρος είναι λιτό --ένα λεπτό μία στις τόσες με έναν από τους ανθρώπους που εργάζονται εκεί-- όπως λιτή είναι και η έκφρασή τους για τη ζωή τους στην ιχθυόσκαλα.

Μού κάνουν εντύπωση κατ' αρχάς τα ελληνικά τους, που είναι χωρίς εξαίρεση σωστά, χωρίς σολοικισμούς, συγκεκριμένα και δωρικά: απαντούν σε ερωτήσεις για το ωράριό τους, τη φύση της εργασίας τους, το πόσα χρόνια την κάνουν, το αν ελπίζουν να φύγουν από την ιχθυόσκαλα κάποια στιγμή στη ζωή τους. Κάποιοι από αυτούς προέρχονται, έστω και σε μικρή σχετική ηλικία, από ένα παρελθόν ποικιλόμορφα προλεταριακό (πρώην καπνεργάτες, πρώην οικοδόμοι, πρώην ψαράδες), κάποιοι είναι τρίτης γενιάς εργαζόμενοι στην ιχθυόσκαλα, ένας είναι ακόμα μαθητής και πηγαίνει στο σχολείο το απόγευμα. Η λεγόμενη "προσωπική" ζωή δεν εμπλέκεται στις απαντήσεις τους. Η γενικότερη στάση είναι αυτή του στωϊκισμού απέναντι στο δυσάρεστο αλλά απαραίτητο, αυτό το οποίο είναι εξίσου απρεπές να φουσκώσεις σε προσωπική σημασία και να υποτιμήσεις: την εργασία.

Στα πρόσωπά τους και στις λέξεις τους βρίσκεις αυτό που σπανίζει στην υπόλοιπη Ελλάδα, αυτή για την οποία "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη": μέτρο. Μέτρο στην έκφραση του προσώπου και στη γλώσσα, μέτρο στο περιεχόμενο αυτού που η γλώσσα διακομίζει, μέτρο στην έκφραση συναισθημάτων, μέτρο στον τρόπο με τον οποίο τοποθετούν την προσωπικότητά τους απέναντι στην εργασία τους. Η ησυχία τους, η αξιοπρεπής απόσυρση στο αδήλωτο της ύπαρξής τους την ώρα που στέκονται μπροστά στην κάμερα, η σεμνότητά τους, όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσιάζουν στα μακρινά πλάνα, όταν κυριαρχούν οι φωνές και η βοή του συνόλου που εργάζεται, συννενοείται, δίνει και παίρνει οδηγίες.

Η Ελλάδα, όπως και κάθε γωνιά της γης, είναι γεμάτη τέτοιους ανθρώπους, ανθρώπους που ζουν έξω από το έντονα ναρκισιστικό και αυτοαναφορικό πλαίσιο της white collar κουλτούρας, που με την σειρά της φαντάζεται τον κόσμο όλο ως φτιαγμένο κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή της, εθισμένο με τις εικονοκεντρικές και θεαματικές έξεις της (η ζωή είναι εικόνα, η εμπειρία είναι αναπαράσταση, η υποκειμενικότητα είναι ζήτημα αντανάκλασης στον καθρέφτη), συγκροτημένο γύρω από τις αυτο-επικυρωτικές φαντασιώσεις της (η εργασία είναι πια "νοητική", "άυλη", ζήτημα ενός κυκλώματος ανάμεσα στον εγκέφαλο και τον υπολογιστή, ο κόσμος τρέφεται με "ιδέες"). Επιστρέφω νοητικά στην διαπίστωση που έκανα στο κείμενο "Eμπειρία": "Η αυθεντική εμπειρία είναι πάντα εμπειρία σύνδεσης με κάτι που δεν είναι εδώ και δεν είναι τώρα." Το εξαφανισμένο ίχνος ατέλειωτων νυχτών πίσω απ' τον τοίχο μιας ανύπαρκτης για την συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αθηναίων αποθήκης, ο σπασμένος κρίκος ανάμεσα στις νύχτες αυτές και ένα κυριακάτικο οικογενειακό μεσημεριανό στην κουζίνα· τι αξίζει μια πολιτική γραφή που δεν κουβαλά αυτό το ίχνος, που δεν μετατρέπει την αόρατη εργασία στην εργασία του αόρατου εντός της;