Saturday, October 1, 2011

23/9/2011-"Οι νόμοι της αγοράς θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο από τους καταναλωτές"

Έλαβα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα σήμερα για την οργάνωση μποϋκοτάζ στην αγορά γάλατος και ψωμιού εδώ στην Κύπρο. Σύμφωνα με το μήνυμα, η Κύπρος έχει το ακριβότερο γάλα και το ακριβότερο ψωμί στην ΕΕ (δεν νομίζω ότι είναι τα μόνα ακριβότερα προϊόντα της χώρας, αλλά δεν είναι της παρούσης αυτό), ενώ από 1 Οκτώβρη οι εταιρείες σκοπεύουν να αυξήσουν κι άλλο τις τιμές. Πιθανώς η πρωτοβουλία να άντλησε έμπνευση από την ομιλία της Λ. Κανέλη στη Βουλή, για τις τιμές των ίδιων προϊόντων στην Ελλάδα. Όπως και να έχει, είναι απόλυτα εύλογη η ανησυχία των νοικοκυριών για τις ολιγοπωλιακά ελεγχόμενες τιμές βασικών προϊόντων διατροφής σε περίοδο συρρικνούμενων οικογενειακών εισοδημάτων και απόλυτα δικαιολογημένη και νόμιμη η πρωτοβουλία αυτή.

Μού έκανε όμως εντύπωση η επιμονή, σε αυτή την ιστορική φάση, της ρητορικής των καταναλωτικών δικαιωμάτων, και συγκεκριμένα το εξής σημείο:
Μην περιμένετε από καμία κυβέρνηση και κανένα καταναλωτικό σύνδεσμο να λύσει τα οικονομικά προβλήματά σας. Οι νόμοι της αγοράς θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο από τους καταναλωτές. Εμείς έχουμε τα χρήματα, εμείς έχουμε τη δύναμη, εμείς καθορίζουμε τους νόμους της αγοράς. Δεν υπάρχει τίποτα παράνομο σ' αυτή την ενέργεια.
Παράνομο φυσικά και δεν υπάρχει κάτι σε μια οργάνωση καταναλωτικού μποϋκοτάζ. Αλλά υπάρχουν κάποια άλλα προβλήματα σ' αυτές τις φράσεις:

Πρώτον, η επίκληση των "νόμων της αγοράς" είναι εξ ορισμού αντιφατική σε αυτό το πλαίσιο συμφραζομένων. Η φράση "νόμοι της αγοράς" αναφέρεται σε απρόσωπους, μη ενσυνείδητους, μη λεκτικά διατυπωμένους και αυθόρμητα διαμορφωνόμενους συσχετισμούς. Συνεπώς, δεν συνάδει η επίκλησή τους με οποιοδήποτε "θα πρέπει να επιβάλλονται." Η μόνη αιτιολόγηση για την ηθική νομιμότητα του "θα πρέπει να επιβάλλονται" (εν προκειμένω από τους καταναλωτές) είναι ότι δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου "νόμοι της αγοράς", αλλά αποτελέσματα ενσυνείδητων και σχεδιασμένων πρακτικών, πχ, των πρακτικών ολιγοπωλίων ή καρτέλ. Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε ταυτόχρονα το μύθευμα της "αόρατης χειρός" και την αδήριτη πραγματικότητα της οργάνωσης ολιγοπωλίων και της ανάγκης οργάνωσης αντίδρασης στις πρακτικές τους. Ή δεχόμαστε ότι η οικονομική ζωή ρυθμίζεται από τυχαίες και αυθόρμητες αλληλεπιδράσεις παραγωγής και ζήτησης και ότι έτσι πρέπει να ρυθμίζεται, ή όχι. Στην δεύτερη περίπτωση, που είναι και η μόνη που δικαιολογεί οργανωμένη αντίδραση, δεν κατανοώ την εξ αρχής απαξίωση του ρόλου της κυβέρνησης. Εάν δεν θεωρούμε ότι "οι νόμοι της αγοράς" αποτελούν απρόσωπες και αυθόρμητα αναπτυσσόμενα δυνάμεις, εάν θεωρούμε αντίθετα ότι αποτελούν οργανωμένες και ενσυνείδητες πρακτικές που νομιμοποιούν οργανωμένες αντιδράσεις, τότε για ποιο λόγο δεν θα πρέπει να απαιτούμε από το κράτος την παρέμβαση στην οικονομία και να αγωνιζόμαστε για να την εξασφαλίσουμε; Επειδή το κράτος θα παρεμπόδιζε ένα laissez faire το οποίο όχι μόνο δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει, αλλά οργανωνόμαστε κιόλας για να το παρακάμψουμε στην αντίθετη κατεύθυνση από ότι το παρακάμπτουν οι άλλοι; 

Δεύτερον, από πού ακριβώς προκύπτει ότι "εμείς καθορίζουμε τους νόμους της αγοράς" με την ιδιότητά μας ως καταναλωτές; Οι αντιδράσεις για τις τιμές ψωμιού και γάλατος σε Ελλάδα και Κύπρο δεν αναδύθηκαν το 2004. Ούτε το 2007. Αναδύονται τώρα. Γιατί; Όχι επειδή δεν υπήρχε ολιγοπώλιο πριν, αλλά επειδή η οικονομική στενότητα που έφερε η ύφεση κάνει τις ολιγοπωλιακές τιμές εύλογα και δικαιολογημένα δυσβάσταχτες. Και γιατί υπάρχει ύφεση και συνεπώς δυσκολία να ανταπεξέλθει το καταναλωτικό κοινό στις τιμές βασικών για την επιβίωση τροφίμων; Μήπως καθόρισαν την ύπαρξή της οι καταναλωτές όπως υποτίθεται πως καθορίζουν τους "νόμους της αγοράς";  Όχι βέβαια. Το κεφάλαιο καθορίζει τους "νόμους της αγοράς", οι αντιφάσεις του κεφαλαίου οδήγησαν στην ύφεση, και καμιά φενάκη δήθεν ξυπνήματος των καταναλωτών ως καταναλωτών και δήθεν ελέγχου της αγοράς από την καταναλωτική τους βούληση δεν πρόκειται να το αλλάξει αυτό. Είναι απόλυτα νόμιμο να υπάρχει ανησυχία και οργή για τις τιμές, είναι απόλυτα κατανοητό να ξεσηκώνεται ο κόσμος, όχι όμως και να αναπαράγονται διαρκώς στο ιδεολογικό επίπεδο οι ίδιες θλιβερές αυταπάτες. 

Τρίτον, τι λογική έχει η ακλόνητη πίστη στα "δικαιώματα του καταναλωτή" όταν έχουν ποδοπατηθεί αλύπητα και με υποτονικότατες αντιδράσεις τα δικαιώματα του εργαζόμενου και τα δικαιώματα του πολίτη, το δικαίωμα στον μισθό και το δικαίωμα στην συνδιαμόρφωση πολιτικών αποφάσεων; Θεωρεί η σημερινή ανθρωπότητα ότι αν και ένα κομμάτι της δεν έχει το δικαίωμα να παίρνει μισθό για εργασία, σύνταξη ή ιατρική περίθαλψη, ή το δικαίωμα να καταργήσει ή να σταματήσει διατάγματα και ρυθμίσεις που της επιβάλλουν την δεινή αυτή κατάσταση, έχει ωστόσο διατηρήσει αλώβητο το "δικαίωμα" να ρυθμίζει τις τιμές προϊόντων στο σουπερμάρκετ; Ως πότε θα συνεχίσει να συγχέεται η ιδεολογική χρυσόσκονη του καπιταλιστικού εποικοδομήματος με την πραγματικότητα την ώρα που και οι πιο θεμελιώδεις ανάγκες ισοπεδώνονται; 

Η κατά φαντασίαν αυτονομία, όπως και η κατά φαντασίαν ελεύθερη βούληση, αποτελούν θεμελιώδη εμπόδια για την κατάκτηση πραγματικής αυτονομίας και ελεύθερης βούλησης (που φυσικά δεν είναι, ούτε μπορούν ποτέ να γίνουν, απόλυτες): όσο ο άνθρωπος αρνείται να κατανοήσει τις πραγματικές περιστάσεις του αναζητώντας προστασία σε φαντασιακές ιδιότητες, τόσο βαθύτερα θα υποδουλώνεται. Αυτό πρέπει να γίνει ο μοχλός ολικού μετασχηματισμού και υπερκέρασης κάθε "κινήματος" που σήμερα επιμένει να αυτοκαθορίζεται ως κίνημα "υπερπολιτικού" και "καταναλωτικού" χαρακτήρα.