Saturday, October 1, 2011

16/9/2011-Αισθάνομαι...ΙΙΙ: "There's no emoticon for what I'm feeling"


Ο "τύπος με τα κόμικ" της σειράς ενήλικων κινουμένων σχεδίων The Simpsons είναι ένας χαρακτήρας εξ ολοκλήρου γαλουχημένος σε μια παράλληλη πραγματικότητα, αυτή των κόμικ και του ίντερνετ, των chat rooms και των forums. Εξ ού και ο νεολογισμός "emoticon", νεότευκτη λέξη για την απίσχνανση του συναισθήματος σε ένα γραφικό κώδικα σημείων στίξης όπως η άνω και κάτω τελεία, οι παύλες και οι παρενθέσεις. Το "emoticon" είναι η μεταμόρφωση του συναισθήματος σε προσομοίωση με όρους φυγής από τη γλώσσα, καταφυγής στα μη λεκτικά ή προφερόμενα κομμάτια της που είναι ταυτόχρονα τα σύγχρονα (ανάλογα του ιδεογράμματος:  :-), :-(, ;-), κλπ. Πρόκειται για μια βουβή γλώσσα, μια γλώσσα νηπιακών περιγραμμάτων που "εξοικονομεί" έναν λόγο ο οποίος προσποιείται ότι είναι διαθέσιμος εν τη αρνήσει του, για τον οποίο δηλαδή υποθέτουμε ότι είναι πάντα εκεί, απλά δεν έχουμε τον χρόνο να τον χρησιμοποιήσουμε.

Ο "τύπος με τα κόμικ" όμως αισθάνεται κάτι για το οποίο δεν μπορεί να βρει κατάλληλο emoticon, και ως εκ τούτου παραμένει βουβός ως προς το τι αισθάνεται. Χωρίς την ιδεογραμματική αναπαράσταση, το συναίσθημα μένει ανέκφραστο -- πράγμα που σημαίνει επίσης ότι μόνο τα συναισθήματα που μπορούν να συρρικνωθούν στην λίγο-πολύ παιδαριώδη εικονογραφία του emoticon, στην γλώσσα ενός μη λόγου --ή έστω ενός παραπληρωματικού λόγου, λόγου έξω από τον λόγο, άλαλου λόγου-- είναι πλέον εκφράσιμα. 

Την ίδια στιγμή --και παραδόξως, με δεδομένη την ένδεια της γλώσσας της αναπαράστασης-- επισημαίνεται δια της φράσης ότι η αναπαράσταση προηγείται πια λογικά του ίδιου του συναισθήματος, έτσι ώστε πρώτα να καταγράφεται η απουσία κατάλληλου emoticon και έπειτα η ύπαρξη συναισθήματος. Για να το διατυπώσουμε αλλιώς: η εικονικότητα είναι πρωταρχική, ενώ η συναισθηματική πραγματικότητα ακολουθεί: είναι το πρακτικά άχρηστο, ακοινώνητο υπόλειμμα της εικονικοποίησης.

Ο  HAL του Κούμπρικ, οι ήρωες του Μπέκετ, ο "Ρουβάς" του Μητσικώστα, ο "τύπος με τα κόμικ" των Simpsons αποτελούν ένα εικονοστάσιο υποκειμένων μετά την κατάρρευση της "συναισθηματικής αγωγής", για να θυμηθούμε τον Φλωμπέρ, και συνάμα, μετά την ερείπωση του οικοδομήματος του λόγου. Είναι ως εκ τούτου τα μετα-ανθρώπινα "φαντάσματα" τα οποία εξορκίζονται με την φλυαρία περί συναισθημάτων που κυριαρχεί --με μια επιφανειακή μόνο παραδοξότητα-- στην μετανεωτερική εποχή. Διότι η μετανεωτερικότητα δεν μπορεί να οριστεί απλά με όρους "μαρασμού της διαθετικότητας" χωρίς επίσης να διευκρινιστεί ότι ο μαρασμός αυτός δίνει το έναυσμα μιας υστερικής υπεραναπλήρωσης του χαμένου αντικειμένου, έτσι ώστε ο μετανεωτερικός άνθρωπος να πασχίζει διαρκώς να αναδείξει και να προβάλλει τα συναισθήματά του, εκβιάζοντάς τα, ουσιαστικά, να υπάρξουν: "πώς αισθάνεστε με το Χ ή Ψ;" είναι μια κλασική δημοσιογραφική ερώτηση, ενώ στις ακαδημαϊκές τάξεις διδασκαλίας των ανθρωπιστικών επιστημών ακούγεται όλο και συχνότερα η θλιβερή ερώτηση προς τους φοιτητές: "πώς αισθάνεστε για τον Ρασκόλνικοφ, την παραβολή του σπηλαίου, την Μαντάμ Μποβαρί, την αποδόμηση, τον ρόλο των φύλων στην τάξη των φυλάκων της Πολιτείας;" -- με το "αίσθημα" να λογίζεται ως το πάντα διαθέσιμο, λιγότερο εκφοβιστικό και λιγότερο απειλητικό υποκατάστατο της σκέψης. 

Η έκθλιψη της αλήθειας ως κάτι για το οποίο είναι δυνατόν να μιλήσουμε δημιουργεί ένα κενό το οποίο έρχεται να καλύψει κακήν-κακώς το συναίσθημα, ωσάν να μην τελούσε μαζί με την αλήθεια και το συναίσθημα υπό έκθλιψη, ωσάν να ήταν το προφανέστερο και πιο απλό των πραγμάτων να αισθάνεσαι κάτι, και ας μειώνονται κάθε μέρα οι άνθρωποι που είναι ικανοί ευφορίας στο άκουσμα μιας συμφωνίας, ή δακρύων στο άκουσμα ενός κομματιού για το πιάνο, ή έκστασης μπροστά από έναν πίνακα ζωγραφικής, ή ρίγους μπροστά σε ένα ποίημα. 

Αυτή η ακατάσχετη συναισθηματική φλυαρία της εποχής, που απλώνεται πάνω σε όλα τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά μέσα σαν κατάρα, θα δημιουργούσε χωρίς αμφιβολία αποστροφή σε έναν αρχαίο Έλληνα, για τον οποίο η παράδοση στο αισθητό σε βάρος του νοητού ήταν σημάδι ανισορροπίας και αμετροέπειας. Αλλά θα δημιουργούσε επίσης δυσφορία σε έναν Ρομαντικό, για τον οποίο το αίσθημα ήταν ιερό, αλλά επίσης απαιτητικό μορφικά, γεμάτο αποχρώσεις και σημεία μεταβολής που εξυπακούουν μια νέα εκφραστική γλώσσα· και θα ξένιζε για έναν μοντερνιστή, για τον οποίο το αίσθημα είναι ή μια συγκεντρωμένη έκρηξη εκφραστικής έντασης μέσα σε ένα τοπίο οργανωμένο με ενσυνείδητη αυστηρότητα, ή τίποτε απολύτως. Η δική μας συναισθηματική φλυαρία προσομοιάζει πολύ περισσότερο αφενός στην εποχή της ανακάλυψης της "ευαισθησίας" στα τέλη του 18ου αιώνα --αλλά χωρίς τον ενθουσιώδη ανθρωπισμό της εποχής-- ή στην στερεοτυπική συναισθηματολογία της Βικτωριανής εποχής -- αλλά χωρίς την πίστη στην στήριξη του συναισθηματικού από την πρακτική κοινωνική και οικονομική πρόοδο, απέναντι στο κόστος της οποίας συνιστούσε ένα κάποιου είδους συμβολικό αντίβαρο. "Εμείς, οι άλλοι Βικτωριανοί", όπως έλεγε ο Φουκώ, βυθισμένοι στον συναισθηματικό αναλφαβητισμό καθώς φλυαρούμε για κάτι του οποίου οι ίδιες οι προϋποθέσεις (το υποκείμενο, ο λόγος, το διυποκειμενικό εκφραστικό συμβόλαιο) έχουν εκλείψει, εμείς είμαστε που τολμούμε ακόμη να προφέρουμε το ρήμα "αισθάνομαι."