Saturday, October 1, 2011

11/9/2011-Απ' τον Gramsci στα ΜΜΕ και πίσω στον Gramsci

Μια από τις χαρακτηριστικές διαστάσεις της σκέψης του Γκράμσι για τον ιταλικό φασισμό είναι η αντίληψή του ως έκφανσης όχι ισχύος --όπως προσπάθησε να δείξει με τον χαρακτηριστικά θεατρινίστικό του τρόπο ο Μουσσολίνι-- αλλά αδυναμίας: ο φασισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο μια πολιτικά αδύναμη αστική τάξη, ανίκανη να διασφαλίσει τα συμφέροντά της μέσα σε ένα στοιχειωδώς πολιτικά φιλελεύθερο δημοκρατικό πλαίσιο, προσπαθεί να εγγυηθεί την ηγεμονία της όταν φοβηθεί συνθήκες πολιτικής αναταραχής από τα κάτω. Γράφει χαρακτηριστικά ο Γκράμσι: "Έγινε καθαρό μετά τον πόλεμο ότι ήταν αδύνατο για την ιταλική αστική τάξη να κυβερνήσει με ένα δημοκρατικό σύστημα. Ακόμα και πριν τον πόλεμο η ιταλική δημοκρατία ήταν ένα σύστημα με αρκετές ιδιοτυπίες. Ήταν ένα σύστημα, το οποίο δεν γνώριζε ούτε οικονομική ελευθερία, ούτε τις στοιχειώδεις πολιτικές ελευθερίες, το οποίο επιστράτευε την καταστολή και τη βία, προκειμένου να αποτρέψει την ανάπτυξη νέων δυνάμεων, ακόμα και αν αυτές εντάσσονταν μέσα στο πλέγμα του Κράτους. Αυτό το σύστημα καθιστούσε την άρχουσα τάξη μία μειοψηφία ανίκανη να κυβερνήσει χωρίς την ενεργητική συνδρομή του αστυνόμου και του καραμπινιέρου."

Μια ματιά στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα των τελευταίων είκοσι περίπου ετών αρκεί για να πολυπλοκοποιήσει την εικόνα αυτή μιας άρχουσας τάξης ως μειοψηφίας "ανίκανης να κυβερνήσει χωρίς την ενεργητική συνδρομή του αστυνόμου και του καραμπινιέρου." Την πολυπλοκοποιεί γιατί μάς θυμίζει την σημασία, μέσα σε αυτά τα πλαίσια αστικής αδυναμίας ως προς την εξασφάλιση συναίνεσης, των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Μάς δίνεται κατ' αρχάς η ευκαιρία να αποτιμήσουμε, με την οξύτερη ματιά που μάς προσφέρει το σημερινό κρισιακό πλαίσιο, όσα έγιναν με τον νόμο περί "ελεύθερης ραδιοφωνίας και τηλεόρασης" που επέτρεψε τη λειτουργία ιδιωτικών καναλιών από το 1990 και μετά. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο νόμος αυτός άλλαξε μια σειρά πραγμάτων καθοριστικής σημασίας στην χώρα. Ας προσπαθήσουμε να τα συνοψίσουμε:

α) Έδωσε τεράστια πρόσβαση στην λαϊκή συνείδηση και πολιτισμική και πολιτική διαπαιδαγώγηση σε μια χούφτα πολιτικά δικτυωμένων και διαπλεκόμενων επιχειρηματιών, γιγαντώνοντας την ιδεολογική ισχύ της άρχουσας τάξης και μειώνοντας ταυτόχρονα δραστικά τον βαθμό επιρροής πρότερων, αντιπολιτευτικού χαρακτήρα, μέσων προπαγάνδισης ιδεών που είχαν ως βασικό πυρήνα και σημείο αναφοράς τον γραπτό λόγο. Λόγω της φύσης των εμπορικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων, μειώθηκε ταυτόχρονα σε πολύ μεγάλο βαθμό η ικανότητα συγκέντρωσης του μέσου ανθρώπου σε οποιαδήποτε ιδέα, επιχείρημα ή έννοια, με όλες τις συνεπαγωγές που έχει αυτό πολιτικά.
β) Βοήθησε στην κατασκευή και διασπορά νέων προτύπων υποκειμενικότητας, βασισμένων στον καταναλωτισμό, την αποπολιτικοποίηση, και την απαξίωση πρότερων μορφών υποκειμενικής συγκρότησης, ιδιαίτερα αυτών που αφορούσαν την συνείδηση της οργανωτικής αναγκαιότητας καθώς και την συγκρουσιακή και εξεγερτική κατεύθυνση της αριστερής πολιτικής οργάνωσης.
γ) Καλλιέργησε την αποδοχή μιας ψευδούς διαλεκτικής της "πολυφωνίας" που αφενός ενέτεινε την πολυδιάσπαση της προσοχής και την σύγχυση από αντιφατικές και αποσπασματικές πληροφορίες, εικόνες, ερεθίσματα και διαθετικότητες, και αφετέρου απέκρυπτε, με πολύ μεγαλύτερη επάρκεια από ότι στο παρελθόν, την ουσιαστική ιδεολογική ομοφωνία που εξέφραζαν τα νέα, εμπορευματοποιημένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Συνεπώς, απέκρυψε με μεγαλύτερη επιτυχία από ότι είχε κάνει στο παρελθόν την ίδια τους ιδεολογική λειτουργία, μειώνοντας κάθετα την --αναγκαία στα χρόνια της πραξικοπηματικής και παρακρατικής "ανωμαλίας" και στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια-- ικανότητα των προοδευτικών λαϊκών στρωμάτων να αποστασιοποιούνται κριτικά από ένα καθεστώς δημοσιότητας που θεωρούσαν ελεγχόμενο από το αυταρχικό δεξιό κράτος και απεχθώς προπαγανδιστικό σε χαρακτήρα.

Η τεράστια επιτυχία της "τέταρτης εξουσίας" στον τομέα της φυσικοποίησης και κανονικοποίησης της κυρίαρχης ιδεολογίας αποτελεί βασικό πυλώνα της λεγόμενης "συναίνεσης" στο μεταπολιτευτικό τοπίο και αποκαλύπτει την συναίνεση αυτή ως συνώνυμη με την άνευ όρων αποδοχή της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης, η οποία με την σειρά της έδωσε την πατίνα της "εξομάλυνσης" στο ως πρότινος ταραχώδες και ασταθές μόρφωμα της νεοελληνικής κοινωνίας. Την ίδια στιγμή, η "μειοψηφία ανίκανη να κυβερνήσει χωρίς την ενεργητική συνδρομή του αστυνόμου και του καραμπινιέρου" βρέθηκε για πρώτη φορά στη θέση να μπορεί να αντλήσει ευρεία ιδεολογική συναίνεση, και αυτό καταβάλλοντας πολύ μικρό σχετικά κόστος σε ό,τι αφορά τις πραγματικές εκχωρήσεις (για παράδειγμα, στο επίπεδο των πραγματικών μισθών ή της διεύρυνσης των κοινωνικών υποδομών): συν τοις άλλοις, λοιπόν, η "τέταρτη εξουσία" εξασφάλισε, ή σε κάθε περίπτωση διευκόλυνε, μια σχετικά άκοπη εξαγωγή υπεραξίας προς συντριπτικό όφελος της άρχουσας τάξης.

Η οικονομική κρίση, από την άλλη, εκδηλώθηκε από νωρίς στον χώρο των ΜΜΕ, τα οποία προχώρησαν σε απολύσεις και συρρικνώσεις κύκλου εργασιών από την αρχή σχεδόν της ύφεσης. Ταυτόχρονα, οι "μαλακές" εκδοχές ιδεολογικού ελέγχου (π.χ η έμφαση στον "πολιτισμό", στη "διασκέδαση" και "αναψυχή", κλπ) συρρικνώθηκαν σημαντικά σε όλα τα μέσα και εντάθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι πιο "σκληρές", πιο "ωμές" μορφές ιδεολογικής παρέμβασης: στα έντυπα και τηλεοπτικά μέσα, ήρθε η εποχή των ξεκάθαρα "ενσωματωμένων" δημοσιογράφων, που δίνουν αδιάκοπες --αλλά όλο και πιο μάταιες-- μάχες για την εξασφάλιση της υπακοής (και όχι πια συναίνεσης) των κυβερνώμενων. Η έκρηξη του διαδικτύου στην Ελλάδα και η έλευση μιας νεότερης γενιάς για την οποία η τηλεόραση είχε χάσει την αίγλη την οποία είχε για την γενιά που διένυε τα είκοσί της στην δεκαετία του 1990 χειροτέρεψε τους συσχετισμούς και επέτεινε την ανάγκη για "σκληρότητα" στην ιδεολογική διαχείριση της πραγματικότητας από τα λεγόμενα "παπαγαλάκια" του αστικού καθεστώτος.

Φτάσαμε έτσι σήμερα σε μια πρώτη διαλεκτική αντιστροφή των λεγομένων του Γκράμσι στη δεκαετία του 1920: σήμερα είναι τα ίδια τα ΜΜΕ που καλούνται να παίξουν ανοιχτά πια τον ρόλο του "αστυνόμου και του καραμπινιέρου" για να στηρίξουν μια μειοψηφία που ξαναχάνει ραγδαία την ικανότητά της να ηγεμονεύσει με τρόπο "ανεκτικό", "πολυφωνικό" και αναίμακτο. Την ίδια στιγμή όμως, η ανάγκη για τον παλιό καλό "αστυνόμο και καραμπινιέρο" ως τέτοιο, και όχι απλώς ως αβατάρ των καθεστωτικών ΜΜΕ, έχει επίσης κάνει την εμφάνισή της: ζούμε στην εποχή όχι απλώς της ξεκάθαρης αστυνομοποίησης του συνόλου των αστικών ΜΜΕ αλλά της αστυνομοποίησης tout court, με τα κυβερνητικά στελέχη να επιδίδονται σε όλο και πιο εκθρασυμένους τραμπουκισμούς κατά κομματιών της κοινωνίας που υποτίθεται πως εκπροσωπούν, με τα σώματα ασφαλείας να αρέσκονται ανοιχτά στο να κυκλοφορούν με φασιστικά ή ναζιστικά σύμβολα, με τα ΜΑΤ να επιδίδονται σε όργιο προβοκατόρικου "μπαχαλέματος" μπροστά στις κάμερες: το αισχρό παραπλήρωμα της "αστυνομίας" ως μέσου άρσης της ίδιας της διάκρισης μεταξύ "νομοθετικής" και "προς συντήρηση του νόμου" βίας (Benjamin, "Κριτική της βίας") έχει κάνει και πάλι την εμφάνισή του.

Η ανησυχία λοιπόν είναι ότι, έχοντας, στην περίοδο 1990-2008, φαινομενικά απομακρυνθεί αρκετά από τις διαγνώσεις του Γκράμσι για την Ιταλία της δεκαετίας του 1920, κυρίως λόγω των μεταλλάξεων που έφερε η ραγδαία ενδυνάμωση της "τέταρτης εξουσίας" στη χώρα, η παρακμή της ίδιας αυτής εξουσίας --παρακμή που εκδηλώνεται με όρους ανοιχτής εργαλειοποίησής της και πρόδηλου συντονισμού της με την βία των παραδοσιακότερων κατασταλτικών μηχανισμών-- μάς φέρνει πάλι πίσω στις διαγνώσεις αυτές. Μάς φέρνει πίσω, με άλλα λόγια, στην ιδέα μιας άρχουσας τάξης αδύναμης να εφαρμόσει την δημοκρατία την οποία ευαγγελίζεται, και αναγκασμένης εκ των πραγμάτων να επιφέρει την πολιτειακή "εκτροπή" που χρειάζεται για να προληφθεί η εκ νέου οργάνωση της εργατικής τάξης. Η τελευταία, σιγά-σιγά και αντιφατικά (και έχοντας αλλοιωθεί συνειδησιακά όσο ποτέ, ακριβώς μέσω της δίχως προηγούμενο μηντιακής έκθεσής της στην κουλτούρα της κυρίαρχης ιδεολογίας) αρχίζει να περνά σε ένα νέο κύκλο στοιχειώδους αυτοσυνειδητοποίησης που δεν φαίνεται πια να μπορεί να ελεγχθεί με τους τρόπους που κυριάρχησαν στην περίοδο 1990-2008. Είναι σ' αυτά τα πλαίσια νομίζω που αξίζει να ξαναδιαβάσει κανείς το κείμενο περί "Δημοκρατίας και φασισμού" σήμερα.