Friday, September 30, 2011

30/6/2011-Βάση και εποικοδόμημα revisited

Μπορεί ένα σχεδόν καθολικά αποκηρυγμένο κομμάτι του μαρξιστικού θεωρητικού οπλοστασίου όπως η αντίληψη περί βάσης και εποικοδομήματος να μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποια θεμελιώδη πράγματα για το παρόν; Ας ξεκινήσουμε με μια σύνοψη του νοήματος των όρων. Είναι γνωστό ότι η λέξη "βάση" περιγράφει τον τρόπο παραγωγής ενώ η λέξη "εποικοδόμημα" το πολύπλοκο σύνολο ιδεολογικών μηχανισμών (εκπαίδευση, θρησκεία, φιλοσοφία, ΜΜΕ), πολιτικών θεσμών (κοινοβουλευτισμός, αντιπροσωπευτική δημοκρατία, εκλογές), και πολιτισμικών πρακτικών (ρητορικές, μέσα συμβολοποίησης της πραγματικότητας, κλπ), τα οποία συναπαρτίζουν την απτή --και συνάμα τεθλασμένη-- αντανάκλαση της βάσης στην κοινωνική ζωή. 

Τι συμβαίνει όμως όταν η "βάση", ο τρόπος παραγωγής, περνά σε ένα στάδιο ανάπτυξης όπως είναι αυτό της σταδιακής υποκατάστασης του βιομηχανικού από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και συνεπώς, της όλο και μεγαλύτερης βαρύτητας του λεγόμενου "πλασματικού κεφαλαίου" για την συντήρηση του τρόπου παραγωγής; Θα μπορούσε κανείς να πει ότι συμβαίνουν τουλάχιστον δύο πράγματα:

α) ένα κομμάτι του "εποικοδομήματος" --ας το πούμε "έμφαση στο φαντασιακό, στην θεσμοποιημένη μυθοπλασία"-- μετατοπίζεται προς την ίδια την βάση. Δεν περιορίζεται στο να την νομιμοποιεί και να την αναπαράγει, αλλά αρχίζει να παίζει πρωτογενή ρόλο για την ίδια την λειτουργία του τρόπου παραγωγής: οι προσδοκίες μελλοντικών κερδών, η ικανότητα να αγνοηθούν κίνδυνοι και όρια και να τονωθεί η επενδυτική αισιοδοξία και αποφασιστικότητα, η ίδια η πίστη στην "αυτορύθμιση" της αγοράς ως δομικό και θεσμικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας της, η πειθάρχηση των πληθυσμών στη βάση κάποιας υποτιθέμενης ηθικής οικονομίας της δοκιμασίας και της ανταμοιβής, όλα αυτά τα στοιχεία του ιδεολογικού εποικοδομήματος αρχίζουν να λειτουργούν ταυτόχρονα και ως συστατικά των θεμελίων του τρόπου παραγωγής· είναι σαν τα υλικά των θεμελίων ενός σπιτιού να αρχίσουν να περιλαμβάνουν λιγότερο τσιμέντο και μπετόβεργες και περισσότερο την αισθητική της οικογένειας που ζει σε αυτό, τις προσδοκίες της για το πώς θα προσληφθεί η αγορά του σπιτιού απ' το φιλικό της περιβάλλον, κλπ. Με λίγα λόγια, ανακύπτει μια μερική εξομοίωση βάσης και εποικοδομήματος η οποία προφανώς καταργεί την ιδέα της ανάκλασης: το εποικοδόμημα, σε ορισμένα του τουλάχιστον σημεία, δεν ανακλά με τρόπο θολό, υπόγειο ή έμμεσο τη βάση, αλλά συνεπικουρεί στην σύστασή της ως τέτοια.

β) Η διπλή λειτουργία στοιχείων του εποικοδομήματος ως στοιχείων επίσης σύστασης της βάσης τα καθιστά όχι περισσότερο αλλά λιγότερο προσβάσιμα στην κριτική επεξεργασία: είναι πολύ διαφορετικό πράγμα για μια κοινωνία που διατηρεί μνήμες βιομηχανικής και παραγωγικής ανάπτυξης να αντιμετωπίζει μια φάση χρηματοπιστωτικής επέκτασης από ότι είναι για μια κοινωνία που έχει απωλέσει τους βασικούς της δεσμούς με την υλική παραγωγή και την εργατική κουλτούρα να αντιμετωπίζει την χρηματοπιστωτική κατάρρευση. Το γιγάντιο μυθιστόρημα Ο τρόπος που ζούμε τώρα (1875) του Άντονυ Τρόλοπ --πάνω από 900 σελίδες-- πηγάζει άμεσα από την ικανότητα αντίληψης (λανθασμένης, αλλά κριτικά ενεργοποιήσιμης) του σπεκουλαδόρικου παρόντος ως παρέκκλισης από ένα υγιές και ηθικό παρελθόν βασισμένο στην σκληρή εργασία και την προτεσταντική ηθική. Σήμερα, κανένα τέτοιο μυθιστόρημα δεν είναι εφικτό· κανείς δεν έχει συναίσθηση της παραγωγικής "νόρμας" απ' την οποία το παρόν θα μπορούσε να ανακατασκευαστεί ως παρέκκλιση.

Τούτο σημαίνει όμως --και εδώ ερχόμαστε σε ένα τρίτο σημείο-- ότι η συμμετοχή στοιχείων του εποικοδομήματος στην άμεση σύσταση της βάσης (αντί για ιδεολογική της και εκ των υστέρων ανάκλαση) οδηγεί σε μια αντινομία: από τη μία πλευρά, το εποικοδόμημα στερείται κάθε δυνατότητας κριτικής αυτονόμησης απ' τη βάση, σε τέτοιο βαθμό που οι άνθρωποι  θεωρούν με κάθε βεβαιότητα ότι εξεγείρονται όταν οι ίδιοι οι όροι της εξέγερσής τους ανακλούν βασικά χαρακτηριστικά της κυρίαρχης ιδεολογίας (π.χ, την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας, τα "δικαιώματά" τους ως πολιτών-καταναλωτών που υπάρχουν σε κενό αέρος, χωρίς καμία εξάρτηση από το κρατικό μονοπώλιο της βίας, την αναζήτηση της τελειοποίησης, και όχι της καταστροφής, των πολιτικών θεσμών του αστικού κράτους κλπ)· από την άλλη, και την ίδια στιγμή, η βάση στερείται επίσης της αυτονομίας της από το εποικοδόμημα σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι αδύνατον να παράξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα χωρίς την ενσωμάτωση στην λειτουργία της των φαντασιακών στοιχείων που ενοικούν στο εποικοδόμημα.

Φαινομενολογικά, η αντινομία αυτή εκδηλώνεται ως εξής: οι άνθρωποι υποτιμούν την εξάρτηση του εποικοδομήματος από τη βάση στον βαθμό ακριβώς που υπερτιμούν την αυτονομία της βάσης από το εποικοδόμημα. Θεωρούν την ανατροπή του τρόπου παραγωγής τόσο υπερβολικά εύκολη ώστε έμπρακτα να την καθιστούν αδύνατη, παρά το γεγονός ότι ο τρόπος αυτός βρίσκεται όντως σε δεινό αδιέξοδο.  Υποτιμούν τόσο τους επικαθορισμούς από την οικονομία ώστε να τους καθιστούν ανίκητους, παρά το γεγονός ότι η οικονομική μηχανή έχει μπλοκάρει. Δίνουν τόση μεγάλη σημασία στον αυθόρμητο χαρακτήρα της σκέψης τους ώστε να την δένουν ακόμα σφιχτότερα σε αυτό που υποτίθεται πως αμφισβητεί, παρά το γεγονός ότι αυτό που αμφισβητείται στερείται κοινωνικής νομιμοποίησης όλο και περισσότερο. Χάνουν τόσο την επαφή τους με αυτό που την ίδια στιγμή θεωρούν προφανές που η σκέψη τους βρίσκεται ταυτόχρονα σε πλήρη αναντιστοιχία με το χαρακτήρα της βάσης και είναι ταυτόσημη με αυτόν. 

Με λίγα λόγια, όσο περισσότερο το εποικοδόμημα παίζει άμεσο, πρωταρχικό ρόλο στην οικοδόμηση της ίδιας της βάσης, όσο περισσότερο η θεμελιώδης λειτουργία της βάσης εξαρτάται από τα στοιχεία του φαντασιακού και της μυθοπλασίας, τόσο τα στοιχεία αυτά απολυτοποιούνται, αποκόπτονται από κριτικούς μηχανισμούς αυτοελέγχου και επαλήθευσης, και απομακρύνονται από κάθε δυνατότητα κριτικής χαρτογράφησης της κοινωνικής ζωής. Η σημερινή, δήθεν κριτικά κυνική διαπίστωση ότι "έχουμε χούντα" είναι χαρακτηριστικό δείγμα της βραχυκύκλωσης της σκέψης που έχει προκαλέσει αυτή η μοιραία στροφή στις σχέσεις βάσης και εποικοδομήματος: οι άνθρωποι θεωρούν "κριτική" σκέψη μία σκέψη η οποία απαρνείται το θεμελιώδες γεγονός ότι κάθε ιστορική δημοκρατία είναι δικτατορία κάποιων επί κάποιων άλλων--των ελεύθερων πολιτών πάνω στους δούλους, των πολιτών μιας χώρας πάνω στους μη πολίτες των αποικιών, της τάξης των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής πάνω στους μη ιδιοκτήτες. Η διαπίστωση, εν έτει 2011, ότι "έχουμε δικτατορία" μόνο και μόνο επειδή οι πολίτες αναγκάστηκαν να συνειδητοποιήσουν δια της βίας ότι εξακολουθεί να υπάρχει κράτος, επιφορτισμένο με την βίαια προστασία των κυρίαρχων δικαιωμάτων των εχόντων, μαρτυρά πολλά για την σημερινή ταύτιση της κριτικής σκέψης με την αναπαραγωγή ιδεολογικών φαντασιώσεων, που με την σειρά της συνδέει την ιδεολογία με την ίδια την λειτουργία μιας οικονομίας της οποίας το μεγαλύτερο κομμάτι τρέφεται από την ακατάσχετη και ανεξέλεγκτη μυθοπλασία.