Saturday, October 1, 2011

27/8/2011-Δαιμονική διαλεκτική: Για ένα απόσπασμα του Primo Levi και μια παρατήρηση του Σάββα Μιχαήλ

Το παρακάτω απόσπασμα από το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Primo Levi είχα την ευκαιρία να το διαβάσω στο αναμφισβήτητα αξιολογότατο --αν και κατά την γνώμη μου επίσης άνισο-- βιβλίο του Σάββα Μιχαήλ Μορφές του Μεσσιανικού:
Αλλά στο Άουσβιτς παρατήρησα συχνά ένα παράξενο φαινόμενο: η ανάγκη της 'σωστά εκτελεσμένης εργασίας' είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, ώστε ο άνθρωπος οδηγείται στο να εκτελεί σωστά ακόμα και την εργασία που τού έχει επιβληθεί σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Ιταλός οικοδόμος, ο οποίος μού έσωσε τη ζωή δίνοντάς μου κρυφά φαγητό επί έξι μήνες, απεχθανόταν τους Γερμανούς, την τροφή τους, τη γλώσσα τους, τον πόλεμο που προκάλεσαν· αλλά όταν έπαιρνε την εντολή να χτίσει τοίχους τους έχτιζε ευθείς και στέρεους, όχι από υπακοή στις διαταγές αλλά από επαγγελματική αξιοπρέπεια. 
Το απόσπασμα αυτό ο Μιχαήλ το προλογίζει ως εξής:
Από την πάλη για την επανάκτηση, την επανιδιοποίηση (Aneinung), τη διάσωση και απελευθέρωση του Ανθρώπινου μέσα στην εργασία αρχίζει η αντίσταση στους δημίους που την απανθρωποποποιούν μέσα στο ίδιο το Άουσβιτς, όπως αριστουργηματικά το φωτίζει ο Πρίμο Λέβι
Η αίσθησή μου, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το απόσπασμα του Levi (το οποίο θα συμφωνήσω πως είναι αριστουργηματικό, αλλά για λόγους αρκετά πιο συγκεκριμένους από αυτούς που δίνει ο Μιχαήλ) είναι ότι ο φαινομενικά ορθόδοξος εγελιανισμός μέσα από τον οποίο διαβάζει το απόσπασμα ο αξιόλογός μας κριτικός είναι ανεπαρκώς διαλεκτικός, και ότι αυτό το έλειμμα διαλεκτικής οδηγεί τόσο σε μια απλοποίηση αυτού που δραματοποιείται στο απόσπασμα όσο και σε μια αποδυνάμωση της διαλεκτικής αντίληψης για την εργασία.

Ας μιλήσω πιο συγκεκριμένα.

Είναι προφανές ότι τόσο το απόσπασμα του Levi όσο και η συζήτηση του Μιχαήλ πλαισιώνονται από την φαντασματική και φρικαλέα παρουσία του μόττο του Άουσβιτς "Arbeit Macht Frei", κάτι το οποίο εύκολα διαπιστώνεται και από το γεγονός ότι αυτός ακριβώς είναι ο κύριος τίτλος του δοκιμίου του δεύτερου για τον πρώτο. Η παρουσία αυτή θα μπορούσε να περιγραφεί ως σύμπτωμα της αντικειμενικής εκδίπλωσης μιας δαιμονικής διαλεκτικής, σύμφωνα με την οποία το απροκάλυπτο ψέμμα του μόττο (η εργασία είναι κάθε άλλο παρά ελεύθερη σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου η μη παραγωγικότητα τιμωρείται με φόνο) είναι επίσης η αποτρόπαιά του αλήθεια: η εργασία στο Άουσβιτς όντως απελευθερώνει, αλλά από την ίδια τη ζωή, αφού οδηγεί, όπως ακριβώς και η αδυναμία εργασίας, στον θάνατο. Πρόκειται για την φρικαλέα λογική που δραματοποιεί στο Todesfuge ο Celan όταν γράφει: "ο θάνατος είναι ένας αφέντης απ' τη Γερμανία/φωνάζει γραντζουνίστε πιο σκοτεινά τις χορδές σας ν' ανέβετε μετά καπνός απάνω στους αιθέρες/θα 'χετε τότε έναν τάφο στα σύννεφα εκεί δεν θα 'στε στριμωγμένοι", επαναδιατυπώνοντας την "ελευθερία" με όρους εξανεμισμού του εξαθλιωμένου σώματος στον καπνό των κρεματορίων.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο ο Μιχαήλ βλέπει στο απόσπασμα για τον Ιταλό "προλετάριο" και σωτήρα του Levi την αποτύπωση της κατάφασης του δεύτερου στην δυνατότητα επανιδιοποίησης της εργασίας, απόσπασής της από τα νύχια της δαιμονικής διαλεκτικής του "η εργασία απελευθερώνει", επιστροφή της από την σατανική της παρωδία στο στρατόπεδο στην ορθόδοξη, εγελιανή αντίληψη της εργασίας ως διαδικασίας θεμελιωδώς εξανθρωπιστικής. 

Είναι όμως αυτός ο τρόπος με τον οποίο ο Levi καταγράφει την εικόνα του Ιταλού εργάτη-σωτήρα; Ας επιστρέψουμε στο απόσπασμα που παρέθεσα. Ακόμη και μια πρώτη ανάγνωσή του είναι αρκετή για να μας δείξει ότι το απόσπασμα είναι πολύ πιο φειδωλό από ότι εικάζει ο Μιχαήλ στην απόδοση θετικού νοήματος σε αυτό το "παράξενο φαινόμενο" με το οποίο ασχολείται και για το οποίο θα πρέπει να μιλήσουμε αναλυτικότερα σε λίγο. Αναμφισβήτητα, η εικόνα του εργάτη στον ρόλο του ως ανθρώπου που σώζει τον Levi απ' τον θάνατο είναι καταφατική, αλλά η καταφατικότητα αυτή αφορά ξεκάθαρα τον ρόλο αυτό του καλού Σαμαρίτη και του Δικαίου ανθρώπου, και όχι το "παράξενο φαινόμενο": "Ο Ιταλός οικοδόμος, ο οποίος μού έσωσε τη ζωή δίνοντάς μου κρυφά φαγητό επί έξι μήνες". Όσο για το ίδιο αυτό το "παράξενο φαινόμενο", ο  Levi δεν προσφέρει κανέναν χαρακτηρισμό άλλο απ' το "παράξενο" για να περιγράψει την "ανάγκη της 'σωστά εκτελεσμένης εργασίας'" ως κάτι σαν ανεξάλειπτο ένστικτο, κάτι που είναι τόσο "βαθιά" ριζωμένο "ώστε ο άνθρωπος οδηγείται στο να εκτελεί σωστά ακόμα και την εργασία που τού έχει επιβληθεί σε συνθήκες αιχμαλωσίας." Το ερώτημα είναι απλό: είναι τούτο κάτι που εμπνέει ελπίδα στον Levi, κάτι το οποίο καταγράφεται ως πειστήριο του ακατανίκητου του ανθρώπινου έστω και κάτω από αδιανόητα (αλλά πραγματικά) απάνθρωπες συνθήκες;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να αναρωτηθούμε εάν το πλαίσιο της "επανιδιοποίησης" του εξανθρωπιστικού χαρακτήρα της εργασίας είναι το μόνο δια του οποίου αποκτά νόημα το απόσπασμα. Η απάντηση στην ερώτηση αυτή πρέπει να είναι αρνητική. Τι κάνει ο Λορέντζο, ο Ιταλός προλετάριος; Αδυνατεί, μας λέει ο Levi, να χτίσει τοίχους με τρόπο που να στερείται μαστοριάς, ακόμα και αν απεχθάνεται τους εργοδότες του με όλο του το είναι· τον εμποδίζει η "επαγγελματική αξιοπρέπεια", η οποία στο απόσπασμα παρουσιάζεται όχι ως ενσυνείδητη αξία, αλλά αντίθετα, ως ένα είδος ακατανίκητου ενστίκτου ("τόσο βαθά ριζωμένη") ικανού να πηγαίνει κόντρα στις ενσυνείδητες πεποιθήσεις του. Αλλά τι είναι μια σχέση του ανθρώπου με την εργασία "τόσο βαθιά ριζωμένη" ώστε να υπερνικά την ενσυνείδητή του απέχθεια για το είδος της εργασίας που καλείται να επιτελέσει (ας μην ξεχνάμε ότι ο Λορέντζο, καλός Σαμαρίτης και Δίκαιος άνθρωπος, φτιάχνει τοίχους σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης· ότι η εργασία του συνίσταται στην συνεισφορά στον φονικό εγκλεισμό των συνανθρώπων του); Είναι μια τέτοια σχέση με την εργασία εξανθρωπιστική; Πρόκειται άραγε για μια σχέση που μπορεί να προσκομιστεί στα πλαίσια ενός επιχειρήματος για την δυνατότητα "επανιδιοποίησης" της εργασίας από αυτό που, μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, την καθιστά απάνθρωπη; Η είναι, αντίθετα, ακριβώς ο χώρος εκδήλωσης του απάνθρωπου μέσα στον άνθρωπο, δηλαδή, εν προκειμένω, αυτού που κάνει τον άνθρωπο λιγότερο από άνθρωπο;

Κάπου εδώ είναι σημαντικό να σκεφτεί κανείς για το αν η αδυναμία ενός ανθρώπου όπως ο Λορέντζο να εργαστεί άσχημα και αντιπαραγωγικά παρά την απέχθειά του για τους εργοδότες του τον διαφοροποιεί από ένα σμάρι μέλισσες, που συνεχίζουν να κάνουν ό,τι έκαναν στην φυσική τους κατάσταση (να παράγουν μέλι) ακόμα και όταν αυτή η εργασία δεν γίνεται πια για τους δικούς τους βιολογικούς σκοπούς αλλά για να επωφεληθεί ένα άλλο είδος το οποίο τις έχει αιχμαλωτίσει, χωρίς καθόλου να μπορούν να αντιδράσουν σ' αυτή την αιχμαλωσία με μια άρνηση του "βαθιά ριζωμένου" ενστίκτου της παραγωγής μελιού· ή αν τον διαφοροποιεί από μια κότα που συνεχίζει να παράγει αυγά ακόμα και όταν αυτά αποσπώνται από κάθε συμφραζόμενο δικής της αναπαραγωγής και συνδέονται με την ανθρώπινή τους κατανάλωση· ή από ένα σκύλο που εκπαιδεύεται να επιτίθεται σε τρόφιμους στρατοπέδων συγκέντρωσης αντί σε λαγούς ή νυφίτσες, χωρίς να μπορεί να αντισταθεί στην αποτρόπαια πολιτική εκμετάλλευση του κυνηγετικού ενστίκτου του· ή από κάθε ζώο το οποίο υποχρεώνει τους επιστημονικούς του παρατηρητές συνεχίζοντας να επιτελεί εργασίες και λειτουργίες ακόμα και κάτω από συνθήκες που κάνουν αυτές τις εργασίες και λειτουργίες να χάσουν κάθε φυσικό νόημα· αν τον διαφοροποιεί, εν τέλει, από το "αυτόματο" που είναι για τον Descartes το ζώο και που δεν είναι, υποτίθεται, ο άνθρωπος.

Ο Levi δεν δίνει βέβαια καμία απάντηση· ή μάλλον είναι στον βαθμό που δεν δίνει απάντηση, στον βαθμό που αφήνει να αιωρείται αυτή η σκανδαλώδης αμφισημία για την σχέση της εργασίας με την διατήρηση ή, αντίθετα, την εξάλειψη του ανθρώπινου, που αποδεικνύει ότι γράφει λογοτεχνία και όχι απλώς ιστορική μαρτυρία. Αλλά είναι επίσης
επειδή αποφεύγει με μεγάλη επιμέλεια να  διαλέξει ανάμεσα σε μια καταφατική/παρηγορητική και μια αρνητική/σκοτεινή ερμηνεία του "παράξενου φαινομένου", που ο Levi εξερευνά αυτό που ο Μιχαήλ εύστοχα αποκαλεί "αντι-ανθρωπολογία" με τρόπο πολύ πιο διαλεκτικά στιβαρό από ότι ο κριτικός μας. Αν, με τα λόγια του Philip Roth, τα οποία παραθέτει νωρίτερα ο Μιχαήλ, ο Levi δίνει στον εαυτό του το καθήκον να περιγράψει "τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να υποστεί μεταβολές, να αποσυντεθεί ή να χάσει τις χαρακτηριστικές του ιδιότητες, όπως μια ουσία η οποία μετατρέπεται στη διάρκεια χημικής αντίδρασης", το σχεδόν αλλόκοτα αποστασιοποιημένο (σε αντίθεση με το δραματικό ύφος του ίδιου του Μιχαήλ) απόσπασμα για το "παράξενο φαινόμενο" που παρουσιάζει η εργασία του ιταλού οικοδόμου αποτελεί μέρος αυτής της ανηλεούς διαδικασίας επερώτησης για το αν υπάρχει ή όχι ένας αδιάλυτος ελάχιστος ανθρώπινος παράγοντας, ένα αναπαλλοτρίωτο ελάχιστο σημείο που να προσιδιάζει στον άνθρωπο και μόνο σ' αυτόν. Στο ερώτημα αυτό το φαινόμενο της εργασίας σε συνθήκες αιχμαλωσίας δίνει μια απάντηση τρομακτικά αβέβαιη: υπό μία έννοια, είναι αυτό ακριβώς που εξανθρωπίζει τον άνθρωπο που ταυτόχρονα του στερεί την ανθρώπινη ιδιότητα, την ηθική δυνατότητα της άρνησης όσων εξαλείφουν την ελεύθερή του βούληση: η "επαγγελματική αξιοπρέπεια" είναι την ίδια στιγμή έκπτωση στην κατάσταση του ζώου· το ανεξάλειπτο της ικανοποίησης που δίνει η σωστά εκτελεσμένη εργασία είναι συνάμα σημάδι της πιο καταστροφικής αλλοτρίωσης του ανθρώπου απ' τον εαυτό του ως σκεπτόμενο ον· και η δαιμονική διαλεκτική του "Arbeit Macht Frei" αναπαράγεται στο σημείο ακριβώς που ο Μιχαήλ πανηγυρίζει το τέλος της.