Saturday, October 1, 2011

27/7/2011-Για την πραγματική υπαγωγή (real subsumption) και τις συνεπαγωγές της

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε παγκόσμια κλίμακα, οι σημαντικές και διαβρωτικές επιπτώσεις της κρίσης του καπιταλισμού σε πολιτικούς θεσμούς, κοινωνικές δομές, και επίπεδο διαβίωσης δεν έχουν βρει έως τώρα συμβατή σε σφοδρότητα και αποφασιστικότητα κοινωνική ανταπόκριση. Στην Ελλάδα, όπου ο Ιούνης σημαδεύτηκε από σφοδρές αντιπαραθέσεις μέσα στους κόλπους της αριστεράς για τη φύση και τις προοπτικές του λεγόμενου "κινήματος των αγανακτισμένων" (με το παρόν ιστολόγιο να εξελίσσεται σε πεδίο λεκτικής μάχης για το θέμα), το άτυπο γκάλοπ που διενήργησα σχετικά με το αν οι λαϊκές αντιδράσεις στο Μεσοπρόθεσμο ήταν συμβατές σε έκταση και ένταση με την δική του, αντιλαϊκή, έκταση και ένταση, δείχνει ότι υπάρχει αντίληψη του γεγονότος αυτού: όσο λυσσαλέα και αν διαφώνησαν για το ίδιο το κίνημα, οι αναγνώστες του ιστολογίου έδωσαν 24%, 35%, 11%, και 27% σε διαφορετικές εκδοχές των αιτιών της αρνητικής απάντησης, της απάντησης δηλαδή ότι οι αντιδράσεις που κατάφεραν να εκφράσουν οι πολίτες δεν ήταν συμβατές με τη σφοδρότητα των μέτρων που προαναγγέλθηκαν (οι θετικές αποτιμήσεις του συσχετισμού κρατικής δράσης και λαϊκής αντίδρασης ήταν αντίστοιχα μόνο 11%, 11%, 18% και 6%).

Εξίσου αναμφισβήτητα, η Ελλάδα ήταν, από την σκοπιά της πενιχρής έστω έντασης της λαϊκής αντίδρασης, στην πρώτη γραμμή της υποτονικότατης και εν πολλοίς απογοητευτικής αγωνιστικότητας της λεγόμενης (μάλλον καταχρηστικά) "Ευρώπης των λαών", αφού άλλες πληγώμενες χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία υπήρξαν σαφώς πιο ευπειθείς ως προς τη συμμόρφωση με την πολιτική που τους επιβλήθηκε από το ΔΝΤ και την ΕΕ, ενώ οι κοινωνίες των ισχυρών κρατών-μελών έμειναν ουσιαστικά αμέτοχες και αδιάφορες.

Όλα αυτά ειπώθηκαν ήδη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις αναρτήσεις του ιστολογίου και στα σχόλια που έγιναν. Αυτό που μένει να αιωρείται είναι ένα "γιατί;" Γιατί βρισκόμαστε, τρία χρόνια μετά την ανάδυση της κρίσης σε παγκόσμια κλίμακα και ενάμιση χρόνο μετά την καταστροφική της έλευση στην Ελλάδα, σε μια κατάσταση ουσιαστικής κοινωνικής ακινησίας και παράλυσης που μόνο ο υστερικός τόνος και οι σωρεία υπερβολών σττις οποίες καθυποβάλλονται τόσο τα ΜΜΕ όσο και τα λεγόμενα "εναλλακτικά μέσα" (ιστολόγια, κλπ) καταφέρνει να παρουσιάσει ως διαρκή τρικυμία;

Θα ήθελα εδώ να προτείνω την επανεξέταση, από τη σκοπιά των φαινομένων που έθιξα συνοπτικά πιο πάνω, των υπονοημάτων της έννοιας της "πραγματικής υπαγωγής" (real subsumption) στο έργο του Μαρξ. Για να καλύψουμε το θέμα συνοπτικά, ας χρησιμοποιήσουμε (σε δική μου μετάφραση) την χρήσιμη σύνοψη του ζητήματος στο αγγλόφωνο ιστολόγιο What in the hell...:
Ο Μαρξ όρισε την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο "Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής", το λεγόμενο αδημοσίευτο έκτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, τόμος 1. Η πραγματική υπαγωγή ορίζεται σε αντίθεση με την τυπική υπαγωγή της εργασίας. Η τυπική υπαγωγή υφίσταται όταν οι καπιταλιστές αναλαμβάνουν τον έλεγχο των εργασιακών διαδικασιών οι οποίες πηγάζουν εκτός ή πριν από την καπιταλιστική σχέση μέσω της επιβολής μισθού. Στην πραγματική υπαγωγή, η εργασιακή διαδικασία οργανώνεται εκ των ένδον,  ώστε να ανταποκρίνεται με τις επιταγές του κεφαλαίου. Ένα παράδειγμα των διαδικασιών αυτών θα ήταν το πλέξιμο με το χέρι, το οποίο γίνεται εργασία που εκτελείται για μισθό (τυπική υπαγωγή) και το οποίο μετά καταλήγει να εκτελείται από μηχανές (πραγματική υπαγωγή). Η πραγματική υπαγωγή με την έννοια αυτή είναι μια διαδικασία ή τεχνική που λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά σημεία σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού. Για κάποιους στοχαστές, όπως ο Αντόνιο Νέγκρι, η πραγματική υπαγωγή μεταμορφώνεται σε πραγματική υπαγωγή της κοινωνίας τέτοια ώστε όλη η κοινωνία να γίνεται μια έκφανση της καπιταλιστικής παραγωγής. Στην εκδοχή αυτή η πραγματική υπαγωγή είναι μια εποχή, ένα στάδιο του καπιταλισμού μέσα σε μια ιστορική περιοδοποίηση, που είναι ανάλογο με την μετανεωτερικότητα.
Αυτό που αντιλαμβάνομαι ως κρίσιμο στοιχείο στον ορισμό του Μαρξ, και συγκεκριμένα στην αντίστιξη τυπικής και πραγματικής υπαγωγής, είναι η σημασία του ιστορικού σταδίου εξέλιξης της παραγωγής από τη σκοπιά των μεταμορφώσεων που φέρνει η διείσδυση της καπιταλιστικής οργάνωσής της: με άλλα λόγια, η σημασία της διαφοράς ανάμεσα σε μια κατάσταση όπου ο καπιταλισμός εγκολπώνει απομεινάρια προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής σε μια νέα οικονομική λογική και σε μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει πλέον κανένα τέτοιο απομεινάρι, όπου η εργασία έχει ήδη εγκολπωθεί ολοκληρωτικά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και όπου οι όποιες αναπροσαρμογές και μεταμορφώσεις της αφορούν "εσωτερικές", δηλαδή εξ ολοκλήρου εντός του καπιταλισμού, διαδικασίες.

Γιατί θεωρώ το στοιχείο αυτό κρίσιμο από την πολιτική, και όχι απλώς από την οικονομική σκοπιά;

Διότι, ιστορικά, ένα τεράστιο μέρος της πολιτικής ανταπόκρισης που βρήκε ο αντικαπιταλισμός (σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού, ακόμα και αναρχιστικού τύπου) πήγασε από την ύπαρξη μεγάλων πληθυσμών (αγροτών, τεχνητών, κλπ) των οποίων ο τρόπος ζωής, οι συνήθειες, η αντίληψη για την εργασία κλπ, δεν είχαν εγκολπωθεί ακόμα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και στην μισθωτή σχέση. Οι πληθυσμοί αυτοί είχαν πολύ φρέσκια ακόμα την εικόνα της μερικής έστω αυτονομίας ή ανεξαρτησίας τους από την μισθωτή σχέση και ήταν, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, ικανοί μεγάλης αποφασιστικότητας μπροστά στην απειλή της πλήρους υπαγωγής τους στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, την απώλεια της αυτονομίας τους απέναντι στη μισθωτή σχέση, και την μετατροπή τους σε απλό προλεταριάτο. Ο ύστερος καπιταλισμός, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από την εξάλειψη όχι μόνο οποιουδήποτε περιθωρίου αυτονομίας από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και την μισθωτή σχέση, αλλά και από την εξάλειψη της ίδιας της μνήμης μιας τέτοιας αυτονομίας: με απλά λόγια, σε μια κοινωνία όπου η πραγματική υπαγωγή έχει φτάσει στην πλήρη της ωρίμανση τόσο στη σφαίρα της εργασίας όσο και σε αυτή της ιδεολογίας κανείς δεν θυμάται με τρόπο πολιτικά κοινωνήσιμο ένα τρόπο εργασίας πριν τον καπιταλισμό, και συνεπώς κανείς δεν έχει ζωντανή, βιωμένη κοινωνική αναφορά από την οποία να αντλεί και στην οποία να επαναδιοχετεύει δημιουργικά τον όποιον αντικαπιταλισμό του. Ο τελευταίος, κατά συνέπεια, παραμένει αναγκαστικά αφηρημένος, χωρίς ψυχικά και συναισθηματικά ερείσματα, χωρίς ικανότητα να ριζώσει σε αυτό που ο Σορέλ αποκάλεσε "μύθο", ικανό να κινητοποιήσει και να εμφυσήσει αποφασιστικότητα και σθένος στις μάζες. 

Και βέβαια εδώ είναι που εμφανίζεται ως σημαίνον στοιχείο και το γνωστό ζήτημα που θέτουν οι κομμουνιστικές επαναστάσεις στην ΕΣΣΔ και την Κίνα, δηλαδή το γεγονός ότι οι επαναστάσεις αυτές δεν αφορούσαν πληθυσμούς όπου ο καπιταλισμός είχε καταφέρει ήδη την πραγματική υπαγωγή της εργασίας, αλλά πληθυσμούς σε συντριπτικό βαθμό αγροτικούς, ημιφεουδαλικούς από τη σκοπιά της οργάνωσης της παραγωγής, και συνεπώς ξένους και καχύποπτους, σε μεγάλο βαθμό, προς την ιδέα της μισθωτής σχέσης και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ο οποίος και συνδέθηκε, με επωφελή για την επανάσταση τρόπο, με το επαχθή για τον λαό χαρακτήρα της ευρύτερης εισβολής της "Δύσης" στον τρόπο ζωής και τις θεμελιώδεις πολιτισμικές αξίες μη δυτικών κοινωνιών). 

Η παρέμβαση του Νέγκρι, η απόφαση δηλαδή να συνδέσει θεωρητικά αυτό που ο Μαρξ περιορίζει στην σχέση του τρόπου παραγωγής με την εργασία με την σφαίρα της κοινωνίας ευρύτερα, μού φαίνεται απόλυτα νόμιμη ως τέτοια (οι συνεπαγωγές που αντλεί ο Ιταλός, από την άλλη, όχι). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο επίπεδο της λεγόμενης βάσης δεν μπορεί να μην συνοδεύεται από συνέπειες στο επίπεδο του εποικοδομήματος, δηλαδή της ιδεολογίας και της ιδεολογικής επεξεργασίας της πραγματικότητας. Μια κοινωνία στην οποία έχει απωλεστεί και το τελευταίο ίχνος αυτονομίας απέναντι στη μισθωτή σχέση και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν είναι απλώς μια κοινωνία όπου το παρελθόν δεν παρέχει καμία απτή εικόνα ανεξαρτησίας από τον καπιταλισμό, καμία εμπειρία της δυνατότητας επιβίωσης της κοινωνίας και του ατόμου έξω από τις καπιταλιστικές σχέσεις· είναι επίσης μια κοινωνία σε κατάσταση ομηρίας ως προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Με άλλα λόγια, και εδώ οφείλουμε να είμαστε ωμοί, ο σημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να μισήσει τον καπιταλισμό και να επιθυμήσει την καταστροφή του χωρίς να συναισθανθεί ότι ο μισθός του, οι όποιες οικονομίες του, η βιολογική του επιβίωση, η ζωή και η ευημερία της οικογένειάς του, συνδέονται τόσο άμεσα και οργανικά με την επιβίωση του καπιταλισμού ώστε η καταστροφή του κεφαλαίου να μην είναι εννοήσιμη παρά ως καταστροφή του ίδιου αυτού που θα ήθελε, σε αφηρημένο πάντα επίπεδο, να βγει απ' τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο ζωής. Αλλά και πέραν τούτου, η Νεγκρική ερμηνεία της πραγματικής υπαγωγής σημαίνει, τουλάχιστον για μένα, ότι το σύνολο των τρόπων με τους οποίους ο άνθρωπος που ζει σε μια εξ ολοκλήρου υπαγώμενη στον καπιταλισμό κοινωνία φαντάζεται την "αντίσταση" στον καπιταλισμό, είναι ήδη διαμεσολαβημένοι από τις καπιταλιστικές δομές και έχουν ήδη συγκροτηθεί ιδεολογικά από τις εμφάσεις και τις απαγορεύσεις τους.

Για να επιστρέψουμε στην όλη συζήτηση περί "κινήματος των αγανακτισμένων", η ηδονιστική έμφαση στη μέθεξη με το "βίωμα" της πλατείας, η εξύψωση της ατομικής αυτενέργειας πέρα από κάθε κοινωνικό επικαθορισμό, η παραμέληση της συλλογικής πειθαρχίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης της αποτελεσματικής πολιτικής αντίστασης, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα υπαίθριας αγοράς μεταμοντέρνων "επαναστατικών ταυτοτήτων" σύντομης χρήσης και περιορισμένων μακροπρόθεσμων συνεπειών, η φετιχοποίηση της "δημοκρατίας" και της "γνώμης", η εξ αρχής υπαγωγή στις τεχνικές του θεάματος και στο σύστημα των θεσμικών και εναλλακτικών ΜΜΕ, η καχυποψία απέναντι στην δεδηλωμένα προλεταριακή-εργατική πολιτική στράτευση και μορφή υποκειμενοποίησης--όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της "αμφισβήτησης" που είδαμε να παρελαύνουν στις πλατείες και στις επιδοκιμαστικές έως ενθουσιώδεις αριστερές πολιτικές τοποθετήσεις για αυτές, μαρτυρούν το βάθος της διείσδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην υποτιθέμενα αντικαπιταλιστική ιδεολογία, στον μαζικά διαθέσιμο τρόπο εννοιολόγησης της ιστορίας και των κοινωνικών κινημάτων, στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης του εαυτού και των κοινωνικών σχέσεων. Και βέβαια δεν έχει κανείς λόγους να αμφισβητήσει την θέση ότι τα κομμάτια εκείνα της κοινωνίας που έτυχαν κριτικής σ' αυτή την εξόχως αντιφατική προσπάθεια άρθρωσης αντικαπιταλιστικού λόγου (τα κόμματα της αριστεράς, τα συνδικάτα), είναι τα ίδια εμποτισμένα από τις ιδεολογικές στρεβλώσεις που επιφέρει η πραγματική υπαγωγή (ρεφορμισμός, οπορτουνισμός, παθητικός ησυχασμός, έλλειψη απτού μετασχηματιστικού οράματος) -- τόσο εμποτισμένα, στην πραγματικότητα,  όσο και οι επικριτές τους.

Για να το θέσουμε αλλιώς, η πραγματική υπαγωγή, αρχικά της εργασίας και κατόπιν την κοινωνίας ως ιδεολογικά συγκροτημένης σφαίρας, συνεπάγεται την δημιουργία κεφαλαιωδών εμποδίων για την ίδια την φαντασιακή διαπραγμάτευση ενός κόσμου μετά τον καπιταλισμό, πολλώ δε μάλλον για την συνεπαγώμενη έμπρακτή του πολιτική αμφισβήτηση. Πώς είναι δυνατόν να αντιπαλέψει κανείς την τεράστια μαγνητική δύναμη που ασκεί η πραγματική υπαγωγή πάνω σε κάθε απόπειρα "εξόδου" από την εγκλωβιστική ολότητα του συστήματος; Το ερώτημα αυτό δεν παραμένει απλώς ανεπίλυτο και άρα εξακολουθητικά επίκαιρο, αλλά, καθώς η κρίση και τα αποτελέσματά της εντείνονται, μεταμορφώνεται σε κρίσιμο· σε ερώτημα, ίσως, κοινωνικής ζωής και θανάτου. Χωρίς τον επαρκώς μετασχηματιστικό απεγκλωβισμό των υποκειμένων του ύστερου καπιταλισμού από την ταυτόχρονα πραγματική και ψυχική-συνειδησιακή κατάσταση ομηρείας στην οποία τελούν ως προς ένα οικονομικό σύστημα που τα καταβροχθίζει, το μέλλον θα συνεχίσει βέβαια να περιλαμβάνει τον ταξικό πόλεμο, αλλά θα πρόκειται για ένα πόλεμο τόσο άνισο, τόσο τραγικό για τους ηττημένους, που οι εξολοθρεύσεις γηγενών από πάνοπλους ευρωπαϊκούς στρατούς στην διάρκεια της αποικιακής ιστορίας θα φαντάζουν αλληγορίες της μοίρας των προλεταρίων που θα έχουν επιβιώσει όχι του καπιταλισμού, αλλά της ίδιας τους της προοπτικής χειραφέτησης, μόνο και μόνο για να ζήσουν σε μια κόλαση χωρίς τέλος.

De nobis fabula narratur?