Friday, September 30, 2011

20/6/2011-Τι είναι μεταπολίτευση;

Η εγελιανή ρήση ότι η κουκουβάγια πετά το σούρουπο σημαίνει, κατά βάση, ότι η γνώση για μια ιστορική εποχή ως ολότητα γίνεται εφικτή μόνο στο τέλος της εποχής αυτής, όταν η εποχή έχει πλήρως αναπτυχθεί, εκδιπλώσει τις αντιφάσεις της, και φτάσει στο σημείο εκείνο συμπύκνωσης και εννοιακής απλοποίησης που προαπαιτείται για να μπορείς να μιλήσεις φιλοσοφικά για μια θέση, απέναντι στην οποία προκύπτει μια αντίθεση. Η μεταπολίτευση είναι αυτό το οποίο πράγματι έφτασε στο τέλος του, και που φτάνοντας σ' αυτό, δίνει στην σκέψη την δυνατότητα να το αντιληφθεί και να το μελετήσει ως ολότητα, αλλά --την ίδια στιγμή και κατά λογική συνέπεια-- και ως θέση σε έναν νέο διαλεκτικό κύκλο.

Τι είναι μεταπολίτευση;  Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει αρχικά να απαντήσουμε σε ένα δεύτερο: ποια ήταν τα θεμελιώδη συστατικά της μεταπολίτευσης; 

Τα θεμελιώδη συστατικά της, θα ισχυριστώ, ήταν δύο. Καθόρισαν τον χαρακτήρα της και τους λογικούς νόμους της ανάπτυξής της εξαρχής, και το έκαναν δομώντας και δίνοντας ιστορική έκφραση σε μια βασική αντίφαση. 

Το πρώτο συστατικό της μεταπολίτευσης ήταν η πολιτικοποίηση, όρο με τον οποίο δηλώνουμε την είσοδο της πλειοψηφίας της κοινωνίας στις πολιτικές διαδικασίες, στις κομματικές δομές, και στους εκλογικούς ανταγωνισμούς. Η μεταπολίτευση σήμανε την πολιτικοποίηση δύο κοινωνικών ομάδων που ως τότε είχαν βρεθεί εκτός της πολιτικής διαδικασίας για διαφορετικούς λόγους: των γυναικών, των οποίων η συμμετοχή στα κοινά πριν το 1974 ήταν επί της ουσίας ανύπαρκτη, και των αδρανοποιημένων και περιθωριοποιημένων πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς, η οποία έβγαινε από μια παρατεταμένη περίοδο καταστολής, απαγόρευσης, και εσωτερικής διάσπασης (σημειώνουμε εδώ την παρανομία του ΚΚΕ μετά το τέλος του εμφυλίου, την διάλυση των κομματικών οργανώσεων του και την προσχώρηση στην ΕΔΑ το 1958, μετά την καθαίρεση Ζαχαριάδη το 1955, και την εσωτερική του διχοτόμηση το 1968, μετά την σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία--διαδικασίες που βρίσκονται στον πυρήνα της συνολικής πορείας της "εναλλακτικής" αριστεράς στην μεταπολίτευση).

Το δεύτερο συστατικό της μεταπολίτευσης έγινε εφικτό μόνο στην βάση του πρώτου, της εισόδου δηλαδή ενός ως τότε περιθωριοποιημένου κομματιού της κοινωνίας στην πολιτική διαδικασία, και ήταν η διεύρυνση της κοινωνικής νομιμοποίησης της πολιτικής οργανωμένων συμφερόντων και της κομματικής λαφυραγώγησης του κράτους. Η κυρίαρχη μορφή της κοινωνικής δικαιοσύνης στα χρόνια της μεταπολίτευσης δεν ήταν άλλη από την πρόσβαση σε "λάφυρα" (θέσεις στο δημόσιο, επιδόματα, άδειες οικοδομής, κλπ) τα οποία νέμονταν παλαιότερα πολύ λιγότεροι. Η εκλογή του ΠΑΣΟΚ το 1981 σηματοδότησε τον θρίαμβο αυτής της οπτικής για την κοινωνική δικαιοσύνη, βελτιώνοντας, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, δραστικά το βιωτικό επίπεδο ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού. 

Είπαμε ότι τα δύο θεμελιώδη συστατικά της μεταπολίτευσης, η πολιτικοποίηση και η διεύρυνση της κοινωνικής νομιμοποίησης της πολιτικής οργανωμένων συμφερόντων και της κομματικής λαφυραγώγησης του κράτους, βρίσκονταν σε σχέση αντίφασης, παρά το γεγονός ότι το πρώτο ήταν προϋπόθεση της ανάπτυξης του δεύτερου. Γιατί;

Επειδή αυτό το οποίο προέκυψε από την διάδρασή τους ήταν η μετάλλαξη της πολιτικής σε απλό μέσο, και όχι σε τέλος ή σκοπό της κοινωνικής ζωής: η πολιτική --η πολιτική ιδεολογία, οι πολιτικές πεποιθήσεις, η πολιτική δράση-- δεν ήταν πλέον κυρίαρχα τρόπος έκφρασης των υπαρχόντων κοινωνικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων αλλά μέσο πρόσβασης στα λάφυρα που νεμόταν ο κρατικός μηχανισμός, και άρα μέσο χρήσης τους για την προσέλκυση μαζών ψηφοφόρων και μέσο χειραγώγησής τους. Το βασικό περιεχόμενο της πολιτικής δεν ήταν πια η σύγκρουση, η διαφορά, η διαφωνία --αυτές ήταν αυστηρά συγκυριακές και εργαλειακής φύσης στιγμές της πολιτικής συμφερόντων-- αλλά ακριβώς το συμφέρον, ιδιωτικό και ομαδικό (συντεχνιακό), ο πλουτισμός, το χρήμα. Όσο περισσότερο όμως η πολιτική τείνει να γίνει απλώς μέσο διαπραγμάτευσης ατομικών και ομαδικών συμφερόντων, τόσο περισσότερο χάνει το περιεχόμενό της, γίνεται φορμαλιστική αφαίρεση, αποπολιτικοποιείται.

Με απλά λόγια λοιπόν, η φόρμουλα της μεταπολίτευσης (πολιτικοποίηση + λαφυραγώγηση ως υποκατάστατο μιας στιγματισμένης ως προδοτικής και αιματοβαμμένης ιστορικής μορφής της πολιτικής της κοινωνικής δικαιοσύνης) παρήγαγε ως αποτέλεσμα την αποπολιτικοποίηση τόσο των νεοεισερχόμενων στην πολιτική πληθυσμών όσο και αυτών που είχαν από παλαιότερα προνομιακή πρόσβαση στα κοινωνικά λάφυρα.

Η αποκρυστάλλωση της διαδικασίας αποπολιτικοποίησης συνεπικουρήθηκε καθοριστικά από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και από το λεγόμενο "τέλος των ιδεολογιών" που έδωσε κάτι σαν επίσημη άδεια στην αποπολιτικοποιητική δυναμική που παραμόνευε ήδη στο μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο. Η απολιτικοποίηση στιγμάτισε όλη τη δεκαετία του 1990, όταν τις πολιτικές διαφωνίες στα οικογενειακά τραπέζια και στα καφενεία με αφορμή το τάδει ή δείνα άρθρο εφημερίδας διαδέχτηκε το μαζικό κόψιμο κουπονιών, η θεσμοποίηση του σουπερμάρκετ ως μορφής οικογενειακής εξόδου, ο θρίαμβος του "λαϊφστάιλ" ως απόλυτης έκφρασης της αποπολιτικοποιημένης ζωής, της ζωής μετά την πλήρη εγκόλπωση του πρώτου θεμελιώδους συστατικού της μεταπολίτευσης από το δεύτερο. Όχι πια πολιτικά όντα, αλλά ψηφοφόροι και καταναλωτές, ψηφοφόροι ως καταναλωτές, και καταναλωτές ως ψηφοφόροι: αυτό ήταν το κυρίαρχο και συντριπτικά αποδεκτό μήνυμα της εποχής. Στο περιθώριό του έζησαν ελάχιστοι, κάποιοι από αυτούς άνθρωποι που έλαβαν το μήνυμα των καιρών νωρίς αλλά δεν είχαν άλλο δρόμο να στραφούν από το αυτο-αναιρούμενο μονοπάτι του αντάρτικου πόλεων και της ακροαριστερής τρομοκρατίας.

Η σημερινή οικονομική χρεοκωπία του μεταπολιτευτικού κράτους απονομιμοποίησε δραστικά τις κυρίαρχες κομματικές του δομές, θα ήταν όμως τραγικά αφελές να θεωρήσει κανείς ότι κάνοντάς το, εγκαινίασε αυτόματα μια νέα εποχή πολιτικοποίησης. Σήμερα, η μάλλον αποκρουστική εικόνα των κοινοβουλευτικών κομμάτων χρωστά πολλά στο γεγονός ότι μόνο ελάχιστοι ψηφοφόροι τους αναμένουν πια κέρδος από την στήριξή τους, και όχι σε κάποιου είδους παθιασμένη επανάκαμψη της ουσίας της πολιτικής. Με άλλα λόγια, αν η μεταπολίτευση έφτασε στο τέλος της, το έκανε με εντελώς παθητικό τρόπο, επειδή ελάχιστοι πια αναμένουν πρόσβαση στη λαφυραγώγηση θέσεων και πόρων από την συμμετοχή στις κυρίαρχες κομματικές δομές, και όχι ενεργητικά, επειδή η κοινωνία στο σύνολό της έφτασε να απαρνείται την μετάλλαξη της πολιτικής σε απλό μέσο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαπραγμάτευσης συμφερόντων. Για αυτό και έχουμε το παράδοξο, την ίδια στιγμή που τα καθεστωτικά κόμματα ομολογούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ότι δεν έχουν πια τίποτε να πουλήσουν στους ψηφοφόρους τους, ο ανταγωνισμός τους να προκύπτει από υποτίθεται ηθικά υπεράνω κάθε υποψίας σχηματισμούς, που δεν βρίσκουν άλλο τρόπο να διεκδικήσουν το δικό τους μερίδιο ψηφοφόρων απ' το να πουλήσουν τις δικές τους υποσχέσεις από κοπανιστό αέρα, είτε αυτές λέγονται δάνεια από τη Ρωσία και την Κίνα (Θεοδωράκης, ΣΠΙΘΑ), είτε αποκατάσταση της πληγείσας εθνικής υπερηφάνειας (Παπακωνσταντίνου, ΝΑΡ), είτε φαντασματικές παροχές βασικού επιδόματος σε όλους (Δημούλης).

Όντας ως τώρα κυρίαρχα παθητικού χαρακτήρα, το τέλος της μεταπολίτευσης δεν εγκυμονεί τίποτε καινούργιο, μόνο την επανάληψη του ίδιου έργου με άλλους χαρακτήρες και με διαρκώς συρρικνούμενες απολαβές για όσους πιστεύουν ότι μπορούν να συνεχίσουν να παίζουν ρόλο σ' αυτό. Αντίθετα με τις ερμηνείες διάφορων φιλόδοξων μνηστήρων απογοητευμένων ψηφοφόρων-πελατών, δεν θεωρώ τις κινητοποιήσεις από τις 25 του Μάη και μετά σύμπτωμα μιας πραγματικής στροφής πέρα από το μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά απέλπιδα απόπειρα επανεκκίνησης της σαραβαλιασμένης μεταπολιτευτικής μηχανής υλικών και εκλογικών κατανομών. Ο μεταπολιτικός ("υπερκομματικός") χαρακτήρας των κινητοποιήσεων αυτών, η έμφασή τους στην συναίνεση, και η εύκολη απορρόφηση της ιδεολογικής τους δυναμικής ως χαρτιού κοινοβουλευτικής διαπραγμάτευσης από την πλειοψηφία του εδραιωμένου κομματικού κατεστημένου εντός και εκτός κοινοβουλίου, αποκαλύπτουν το ανεξίτηλο της σφραγίδας της μεταπολιτευτικής λογικής της αποπολιτικοποίησης και της πολιτικής του συμφέροντος που οδήγησε στο κράτος-πίτα προς μοιρασιά. Όχι λοιπόν, οι κινητοποιήσεις με τη μορφή που έχουν ως τώρα δεν εκφράζουν τόσο το τέλος της μεταπολίτευσης, όσο την προσπάθεια των φορέων και των παραγώγων της να ξαναβάλουν τον εαυτό τους στο μεταπολιτευτικό παιχνίδι απ' την πίσω πόρτα.

Η πραγματική διαλεκτική άρση της μεταπολίτευσης κυοφορείται από όσους --μια μειονότητα λοιδωρημένων και σαρκαζόμενων απ' την πλειοψηφία κομμουνιστών και αντιεξουσιαστών-- αρνούνται να λάβουν μέρος στην νέα απόπειρα παζαρέματος των ιδεολογιών στην αγορά των εμπράγματων συμφερόντων· κυοφορείται από όσους αντιτάσσουν την αναφομοίωτη ιδεολογική διαφορά τους στο "κοινό συμφέρον"· κυοφορείται από όσους επιμένουν σήμερα να στέργουν την επανάκαμψη και το βάθεμα των γραμμών ιδεολογικής διαίρεσης, την επαναπολιτικοποίηση της κοινωνίας πέρα από τα όρια ενός μονο-ιδεολογικού συστήματος που καταδικάζει νομοτελειακά την πολιτική στην αυτο-αναίρεση, την έκλειψη και τον μαρασμό.

Αυτοί είναι οι πραγματικοί φορείς του πολιτικού, και για αυτό τον λόγο είναι επίσης οι πραγματικοί θεματοφύλακες του νοήματος της δημοκρατίας. Γιατί είναι αυτοί που, παρά την εχθρότητά τους στο δημοκρατικό καθεστώς, ή μάλλον εξαιτίας της, σέβονται ακόμα το χάσμα ανάμεσα στη δημοκρατική πολιτική και την κακοφωνία της χορωδίας των πραματευτάδων στο παζάρι. Χωρίς αυτούς, η δημοκρατία είναι απλώς το φύλο συκής στον ολοκληρωτισμό των ιδιωτικών συμφερόντων (και τα ιδιωτικά συμφέροντα των πολλών δεν είναι "κοινωνικά" συμφέροντα, είναι απλά τα ιδιωτικά συμφέροντα πολλών)· χωρίς αυτούς, η δημοκρατία θα συνεχίσει να συρρικνώνεται σε φάντασμα του εαυτού της, με άλλα λόγια σε απλό κοινοβουλευτικό κρετινισμό.