Saturday, October 1, 2011

16/8/2011-Εμπειρία

Ένας από τους δυνητικούς ορισμούς της ύστερης νεωτερικότητας είναι: “η εποχή στην οποία καθίσταται αδύνατη η εμπειρία.” Η αδυνατότητα αυτή δηλώνεται στο επίπεδο της γλώσσας μέσα από την υποχρεωτική λίγο-πολύ πληθυντικοποίηση της λέξης. Το μετανεωτερικό υποκείμενο έχει “εμπειρίες”: πραγμοποιημένα, αποσπασματικά υποκατάστατα της χαμένης δυνατότητας για εμπειρία. Η γλώσσα που μόλις χρησιμοποιήσαμε είναι ήδη δηλωτική των διαφορών ανάμεσα στις δύο έννοιες: οι “εμπειρίες” είναι κτήματα, πράγματα τα οποία ο άνθρωπος της ύστερης νεωτερικότητας αναζητά να αποκτήσει, και τα οποία η κοινωνία του διαθέτει σε λίγο-πολύ καθολικά εμπορευματοποιημένη μορφή: η “εμπειρία” ενός ηλιοβασιλέματος στο Αιγαίο είναι προϊόν που πουλιέται από ταξιδιωτικά γραφεία· η “εμπειρία” της ανάβασης ενός βουνού, ενός ελεύθερου άλματος, μιας σεξουαλικής συνεύρεσης, ενός ερημικού νησιού, μιας διονυσιακής κατάστασης μέθης στο μέσο μιας ροκ συναυλίας — όλα αυτά είναι “εμπειρίες” που εξασφαλίζονται έμμεσα ή άμμεσα με την καταβολή ενός ποσού, που μπορούν να προγραμματιστούν, που απαντώνται λίγο ως πολύ ως αποτελέσματα ενσυνείδητου σχεδιασμού.

Οι “εμπειρίες” αυτές είναι χωρίς εξαίρεση συνώνυμες της έκθεσης του υποκειμένου σε μια κατάσταση έντασης ή επίτασης: αγωνίας, έκστασης, μέθης, γαλήνης, απομόνωσης, συλλογικού παροξυσμού, κλπ. Είναι επίσης εξ ορισμού αναγώγιμες στην αναπαράσταση, στην οποία ανήκουν τόσο περισσότερο όσο πιο φωναχτά δηλώνουν την άφατη και μη κοινωνήσιμή τους φύση: στην λεκτική αναπαράσταση, την αφήγηση, την φωτογράφηση, τη βιντεοσκόπηση, κλπ. Οι “εμπειρίες” υπάρχουν για να αναπαρίστανται, και αυτό ισχύει σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναρωτιέται κανείς αν προηγούνται καν της αναπαράστασης ή αν η αναπαράσταση —το τι έχει ήδη δει ή ακούσει κάποιος από τις “εμπειρίες” άλλων— προηγείται της “εμπειρίας”. Αυτή όμως η εξάρτηση των “εμπειριών” από την αναπαράσταση —από τις αναπαραστάσεις που δημιουργούν την επιθυμία για μια συγκεκριμένη “εμπειρία”, από τις αναπαραστάσεις στις οποίες ανάγεται εκ των υστέρων, έστω και επιμένοντας στην μη αναπαραστατική αναγωγιμότητά της, μια “εμπειρία”— είναι ακριβώς ό,τι η ύστερη νεωτερικότητα απωθεί και ξορκίζει στο όνομα του “αδιαμεσολάβητου” της “εμπειρίας.”

Το αδιαμεσολάβητο δεν είναι απλώς μια διάσταση της μετανεωτερικής εμπειρίας· την καθορίζει εκ βάθρων ως τέτοια: η εμπειρία νοείται ως “αυθεντική” ή “γνήσια”, περνάει το τεστ μιας μόνιμα καχύποπτης συνείδησης, μόνο στον βαθμό που παρουσιάζεται όχι τόσο ως αδιαμεσολάβητη αλλά ως συνώνυμη της έκρηξης του αδιαμεσολάβητου ως τέτοιου. Εάν ένα τουριστικό θέρετρο που διαφημίζεται για την παρθένα φύση του καταστεί υπερβολικά δημοφιλές, ο τουρίστας αναζητά να φωτογραφίσει ένα πιο “παρθένο” και “απάτητο” τοπίο· αν η ελεύθερη πτώση από ένα ψηλό σημείο έχει καταστεί προβλέψιμη υπόθεση, δεν θα αργήσει η ώρα που θα αναζητηθεί μια πιο επικίνδυνη και ακραία εκδοχή της· εάν η επίσκεψη σε πορνείο έχει καταστεί ένας προβλέψιμος τρόπος σεξουαλικής εκτόνωσης, ενισχύεται η αγορά για μια πορνεία που εκτείνεται έξω από την καθιερωμένη “ζώνη χαλαρών ηθών” σε μια πόλη και εμπλέκει γυναίκες ή άντρες που δεν είναι ανοικτά ταυτοποιήσιμη/ες ως πόρνες· εάν η συμμετοχή σε μια διαδήλωση μοιάζει να έχει καταστεί λίγο-πολύ προβλέψιμη ως προς την κατάληξή της, αναζητάται η συμμετοχή σε μια μορφή κινητοποίησης που να μην φαίνεται να έχει ιστορικό προηγούμενο: η αχόρταγη αναζήτηση του καινοφανούς στην μετανεωτερική εμπειρία είναι στην ουσία αναζήτηση της αίσθησης του αδιαμεσολάβητου, δηλαδή σύμπτωμα μιας συνείδησης σε μόνιμη κατάσταση κακοπιστίας ως προς τον εαυτό της.

Η εμπειρία ως ενική έννοια, από την άλλη πλευρά, αποτελεί πρώτα από όλα μια ολότητα και όχι μια σειριακή κατασκευή από αποκτήματα: δεν μπορεί να αναλυθεί στα επιμέρους της, και ο αδιάσπαστος, μη αναλύσιμος χαρακτήρας της είναι το θεμελιώδες της χαρακτηριστικό. Μη επιδεχόμενη ανάλυσης σε επιμέρους κομμάτια, η εμπειρία είναι επίσης μη αναγώγιμη στην αναπαράσταση: με τον πιο συνοπτικό διαθέσιμο τρόπο θα μπορούσε κανείς να πει ότι αν οι “εμπειρίες” είναι κάτι για το οποίο μιλά κανείς, η εμπειρία είναι κάτι που μιλά μέσα από κάποιον. Γιατί η εμπειρία ως ολότητα, ως οργανικό πλέγμα, δεν στέκεται απέναντι από το υποκείμενο ως αντικείμενό του, ως πράγμα το οποίο να μπορεί κάποιος να περιγράψει ή για το οποίο μπορεί να μιλήσει αφηγηματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εμπειρία ανήκει στην σφαίρα του άφατου, αυτού που δεν μπορεί να προσεγγιστεί από τη γλώσσα. Αντίθετα, η πραγματική εμπειρία δεν εμφανίζεται ποτέ στην συνείδηση με μυστικιστικό μανδύα· είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, μια θεμελιακά εκκοσμικευμένη κατηγορία, μια κατηγορία που ανήκει εξ ορισμού σ’ αυτόν τον κόσμο. Η εμπειρία λοιπόν δεν είναι κάτι το οποίο ανθίσταται στη γλώσσα ως τέτοια· είναι κάτι που ανθίσταται στην θέση του αντικειμένου της γλώσσας γιατί αποτελεί ήδη ενσωματωμένο μέρος του υποκειμένου που μιλά για κάτι ή που αναπαριστά κάτι. Η εμπειρία αναπαρίσταται λοιπόν, αλλά μόνο στον βαθμό στον οποίο είναι η ίδια που αναπαριστά, η ίδια η οποία εργάζεται μέσα στο υποκείμενο όταν αυτό αναζητά να βρει τις λέξεις ή τα χρώματα ή τους ήχους για να μιλήσει για κάτι, για να δώσει μορφή σε κάτι. Και επειδή η εμπειρία δεν υφίσταται ποτέ ως απλό αντικείμενο της αναπαράστασης, οποιασδήποτε μορφής και αν είναι αυτή, δεν μπορεί επίσης να τύχει μίμησης. Η εμπειρία είναι ενική όχι απλώς επειδή αποτελεί μια ολότητα που δεν μπορεί να ξανα-αναλυθεί σε επιμέρους κομμάτια αλλά επίσης επειδή δεν μπορεί να αναπαραχθεί, να τύχει μίμησης, και συνεπώς, να εμπορευματοποιηθεί και να διατεθεί ως οποιοδήποτε άλλο προϊόν. Εάν αυτό το οποίο χαρακτηρίζει τις “εμπειρίες” είναι η προβολή των επιθυμιών του υποκειμένου πάνω στον κόσμο, αυτό που συνιστά την εμπειρία είναι η ενστάλαξη του κόσμου μέσα στο υποκείμενο.

Ενστάλαξη: μια ορισμένη συμπύκνωση του κόσμου, ή ακριβέστερα του είναι μέσα στον κόσμο, η οποία περιλούζει το υποκείμενο αργά και αδιόρατα, χωρίς να γίνεται αντιληπτή. Η εμπειρία δεν είναι κάτι το οποίο κάποιος συνειδητοποιεί ότι αποκτά τη στιγμή που το αποκτά: αντίθετα, κάθε δυνατότητα κάποιου να απομονώσει μια δεδομένη στιγμή της ζωής του ως εμπειρία σηματοδοτεί την χαρακτηριστικά πραγμοποιημένη κατάσταση στην οποία κάνουν την εμφάνισή τους οι σαφώς πιο τετριμμένες και διαθέσιμες στην δική μας εποχή “εμπειρίες”.

Αλλά η απουσία πραγμοποιημένου χαρακτήρα δεν κάνει την αυθεντική εμπειρία να φαντάζει αθώα από διαμεσολαβήσεις. Στην πραγματικότητα, η αυθεντική εμπειρία δεν είναι απλώς διαμεσολαβημένη, αλλά συνίσταται την έκθεση του υποκειμένου στον διαμεσολαβημένο χαρακτήρα της ύπαρξής του. Αλλά τι εννοούμε με τον όρο διαμεσολάβηση όταν μιλούμε για εμπειρία και όχι για “εμπειρίες”; Δεν εννοούμε την αναγωγιμότητα της εμπειρίας σε ένα πλέγμα αναπαραστάσεων, λίγο ως πολύ μηντιακών σε χαρακτήρα, λίγο ως πολύ εμπορευματοποιημένων. Εννοούμε την διαμεσολάβηση του εδώ και τώρα της εμπειρίας, του εδώ και τώρα όπου η εμπειρία συμβαίνει ή λαμβάνει χώρα, από άλλους χρόνους και άλλους τόπους. Η αυθεντική εμπειρία είναι πάντα εμπειρία σύνδεσης με κάτι που δεν είναι εδώ και δεν είναι τώρα: με τους προγόνους —του εμπειρικού ατόμου ως τέτοιου αλλά και ως μέλους του απρόσωπου είδους—, με το δικό τους βλέμμα και τη δική τους διαθετικότητα ως προς τον κόσμο, με τις δικές τους υποκειμενικές εντάσεις, την δική τους έκσταση, την δική τους συστολή απέναντι στον κόσμο· με τον ξένο, τον άγνωστο, τον άνθρωπο που δεν γνωρίζω, αλλά και με το άλλο μου ως είδος, με το ζώο, με την πέτρα, με το δέντρο.

Για τον λόγο αυτό, η εμπειρία μπορεί να συλληφθεί μόνο με όρους μιας διπλής και αντιφατικής κίνησης: είναι αυτό που με ατομικοποιεί, αυτό που με κάνει να συναισθάνομαι το  το ότι είμαι εδώ και τώρα μέσα στον κόσμο, αλλά είναι ταυτόχρονα αυτό που με αφαιρεί από το εδώ και τώρα, που με αφανίζει και με διαλύει μέσα στο ατέρμονο πλέγμα των σχέσεων που αποτελούν τον κόσμο, στην κρυφή κοινωνία των ζωντανών και των νεκρών, στη σιωπηλή λιτανεία των ειδών, στον χρόνο πριν την γέννησή μου και μετά τον θάνατό μου, στα μάτια και τις λέξεις του άλλου.