Saturday, October 1, 2011

11/8/2011-Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Η ιστορική ειρωνεία αφθονεί στις μέρες μας, ίσως επειδή η ειρωνεία είναι ο βασικός τρόπος με τον οποίο η ιστορία κάνει γνωστή την ενεργητική της παρουσία: πολλοί ήταν αυτοί μετά την έλευση της κρίσης στην Ελλάδα το 2009 που ανέμεναν μια αναβίωση του Δεκέμβρη του 2008. Τελικά, ο Δεκέμβρης επέστρεψε εν μέσω θέρους, αλλά στην Αγγλία. Οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο στιγμές είναι αρκετές και ουσιώδους σημασίας: και οι δύο συνιστούν βίαιες εξεγέρσεις με επίκεντρο την νεολαία· και οι δύο πυροδοτήθηκαν από την αστυνομική βία· και οι δύο είχαν ως πρωταρχικούς στόχους αφενός την αστυνομία και το αστυνομικό κράτος και αφετέρου τον φαινομενολογικό κόσμο της κατανάλωσης και του καταναλωτισμού· και οι δύο συμπεριέλαβαν, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των εξεγέρσεων ιστορικά, τη φθορά περιουσίας και τη λεηλασία· και οι δύο εξαπλώθηκαν αστραπιαία από πόλη σε πόλη, περιλαμβανομένων κωμοπόλεων και άλλων μη αναμενόμενων "εστιακών κέντρων"· και οι δύο εκτυλίχθηκαν αυτόνομα από κομματικές και οργανωτικές διαμεσολαβήσεις· και οι δύο ήταν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, αιφνιδιαστικές και αυθόρμητες σε χαρακτήρα· και οι δύο οδήγησαν σε επαναφορά του αιτήματος για "νόμο και τάξη". Η βασική τους διαφορά συνίσταται στο ότι η Αυγουστιάτικη εξέγερση στην Αγγλία λαμβάνει χώρα εν τω μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και είναι δύσκολο να αποσπαστεί από το πλέγμα της δημοσιονομικής αυστηρότητας και των συνεπειών της στην ανεργία, την παιδεία, την υγεία, και την κοινοτική οργάνωση, ενώ ο ελληνικός Δεκέμβρης προηγήθηκε της έλευσης της κρίσης και απετέλεσε κυρίαρχα έκφραση νεανικής οργής κατά του απροκάλυπτα σάπιου και καταπιεστικού χαρακτήρα της δεξιάς διακυβέρνησης της χώρας επί επτά περίπου χρόνια.

Την ίδια στιγμή, ο αγγλικός Αύγουστος ρίχνει το δικό του φως πάνω στον ελληνικό Ιούνη, αναδεικνύοντας τις μεγάλες διαφορές του από τον ελληνικό Δεκέμβρη και θέτοντας κάποια επιπρόσθετα ζητήματα και ερωτήματα. Στην Αγγλία, που δεν είναι ενταγμένη στην ευρωζώνη και δεν αποτελεί κομμάτι της ζώνης "ασθενών" οικονομιών που έχουν μπει (ή απειλούνται να μπουν) σε διεθνή οικονομική επιτήρηση (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος...), η εξέγερση δεν ήταν απλώς βίαιη σε χαρακτήρα σε αντιδιαστολή με τον ενσυνείδητα, ακόμα και θριαμβολογικά μη βίαιο χαρακτήρα των ελληνικών πλατειών· ήταν επίσης εντελώς αδιάφορη ως προς τον κεντρικό άξονα των ελληνικών κινητοποιήσεων του Ιούνη, δηλαδή το αίτημα, με τον ένα ή άλλο τρόπο, με τη μία ή άλλη μορφή, για θεσμική αναμόρφωση, για εκδημοκρατισμό των θεσμών λήψης αποφάσεων. Από τη σκοπιά αυτή, ο αγγλικός Αύγουστος ήταν πιο "πρωτόγονος" σε χαρακτήρα, κάτι αρκετά ενδιαφέρον όταν αναλογιστεί κανείς πρώτον, ότι η Αγγλία είναι η χώρα με την μακροβιότερη κοινοβουλευτική παράδοση στην Ευρώπη, και δεύτερον, ότι είναι η παλαιότερη καπιταλιστική οικονομία στον κόσμο (με την μερική εξαίρεση της Ολλανδίας). Αντί να συγκεντρωθούν, για παράδειγμα, για να συζητήσουν την αναβίωση του πνεύματος του κοινοβουλευτισμού του 1648, οι Άγγλοι επιτέθηκαν σε περιπολικά και καταστήματα με  οργή· αντί να τους απασχολήσει το πώς θα μπορούσε να εκδημοκρατιστεί η λήψη αποφάσεων, τους απασχόλησε η λεληλασία και η καταστροφή. Με τον τρόπο όμως αυτό, και με δεδομένο τον πολύ παρόμοιο με τον ελληνικό χαρακτήρα των ισπανικών κινητοποιήσεων, ο αγγλικός Αύγουστος μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα αρκετά ενδιαφέρον παράδοξο: είναι μια αναπτυγμένη χώρα του καπιταλισμού, μια χώρα με σαφώς μικρότερο βαθμό οικονομικής εξάρτησης από το κέντρο, που περιφρονεί ή παρακάμπτει την προοπτική θεσμικής αναμόρφωσης της δημοκρατίας. Και είναι επίσης αυτή η χώρα που βάζει στο κέντρο της "αγανάκτησης", αν θελήσουμε να κρατήσουμε ως συγκριτική γέφυρα αυτή τη λέξη, όχι την αναζήτηση εναλλακτικών μορφών πολιτικής συγκρότησης αλλά την βίαιη ιδιοποίηση των όλο και πιο απομακρυσμένων από τις μάζες καταναλωτικών αγαθών του ύστερου καπιταλισμού: οι Άγγλοι δεν λεηλάτησαν αποθήκες σιτηρών ή ψωμιού ή πατάτας όπως οι πρόγονοί τους, αλλά ψυγεία, τηλεοράσεις, DVD players -- τα αντικείμενα-σύμβολα της υστεροκαπιταλιστικής ευημερίας δίχως τέλος. Και έτσι ακόμα όμως, έβαλαν σε πρώτη μοίρα --και σε αντίστιξη με τους έλληνες ομολόγους τους στις πλατείες-- το ζήτημα της οικονομικής αποστέρησης, της οργής αυτού που μένει έξω από το καταναλωτικό κοινωνικό συμβόλαιο, την στιγμή που στην Ελλάδα --χώρα που δοκιμάζεται πολύ σφοδρότερα από την οικονομική κρίση, τουλάχιστο στη θεωρία-- το κυρίαρχο ζήτημα δεν ήταν η οικονομία αλλά η πολιτική: η ανεπάρκεια των κομμάτων, η χρεοκωπία της κοινοβουλετικής δημοκρατίας, η έλλειψη αντιπροσωπευτικής νομιμότητας της Βουλής. 

Πώς να εξηγήσει κανείς αυτόν τον διαμερισμό της Ευρώπης ανάμεσα όχι απλώς σε "κεντρικές" και "περιφερειακές-εξαρτώμενες" οικονομίες, αλλά και ανάμεσα στην τάση της διαμαρτυρίας σε αυτές τις χώρες να παίρνει αντίστοιχα τις μορφές της αυθόρμητης και βίαιης σύγκρουσης με το κράτος και το καθεστώς της έννομης τάξης και αυτή της ειρηνικής, ενσυνείδητα μη βίαιης αναζήτησης δομών πολιτικής εκπροσώπησης και λήψης αποφάσεων που παρακάμπτουν τους θεσμούς των αριστερών κομμάτων και των συνδικάτων; Το ερώτημα μού φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον στον βαθμό που περιλαμβάνει τη διάσταση μιας φαινομενικά παράδοξης σύζευξης των "αναπτυγμένων" οικονομιών με πιο "ωμές/αδιαμεσολάβητες" μορφές βίαιης αντίδρασης, και των "περιφερειακών και εξαρτημένων" οικονομιών με μια φαινομενικά πολύ πιο εκλεπτυσμένη και αστικοδημοκρατικά "πιστή" αναζήτηση της "αναμόρφωσης" πολιτικών θεσμών και της ανασύστασης των κοινωνικών δεσμών που έχουν πληγεί. Ποιά από τις δύο αντιδράσεις βρίσκεται κοντύτερα στην μορφή του πραγματικού προβλήματος; Ποια είναι πιθανό να φανεί αποτελεσματικότερη στο μέλλον; Το ερώτημα είναι πιθανό να μην είναι "αντικειμενικά" απαντήσιμο, μιας και η ίδια η αντίληψη της φύσης των προβλημάτων και της αποτελεσματικότητας της απάντησης σε αυτά εξαρτάται από ιδεολογικούς παράγοντες που με τη σειρά τους εκφράζουν τις πολύπλοκες σχέσεις και αλληλεπιδράσεις των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Αυτό που είναι βέβαιο, και αυτό που αποτελεί το σημαντικότερο σημείο επαφής ανάμεσα στον ελληνικό Ιούνη και τον αγγλικό Αύγουστο, είναι η κοινή έλλειψη ενός συγκροτητικού πολιτικού οράματος, η συνδεδεμένη ανάδειξη της αποσύνθεσης της "κόλλας" του κοινωνικού ιστού,  η αποσύνδεση της πράξης --βίαιης ή μη-- από την θεωρητική επεξεργασία της φύσης του καταρρέοντος συστήματος, των σημείων αδυναμίας του, του πλάνου δράσης όχι απλώς για την ανατροπή του αλλά και για την αντικατάστασή του από κάτι άλλο. Αυτό που είναι επίσης βέβαιο, τέλος, είναι ότι οι κλυδωνισμοί, διαφορετικής φύσης και έντασης, στο οικονομικοπολιτικό σύστημα της γηραιάς Ηπείρου δεν πρόκειται να σταματήσουν, ότι το σημείο επαναφοράς του συστήματος στην ισορροπία απομακρύνεται όλο και περισσότερο, και ότι η ανεπάρκεια των αντιδράσεων εναντίον του δεν είναι από μόνη της επαρκής για να αποκαταστήσει ισορροπίες που το ίδιο το σύστημα καταστρέφει, με πολύ μεγαλύτερη σφοδρότητα και πολύ βαρύτερες μακροπρόθεσμες συνέπειες, από ότι θα μπορούσε να κάνει ένα σπάσιμο βιτρίνας στο Λονδίνο ή μια απόφαση λαϊκής συνέλευσης στο Σύνταγμα.