Saturday, February 12, 2011

28/1/2011-12/2/2011-Αφορισμοί της ημέρας

XLV
Η συζήτηση για το αν οι άνθρωποι μπορούν να πεινούν ελεύθερα, σε όποιο χώρο επιθυμούν, ή αν αντίθετα, η ελεύθερη πρόσβασή τους στην συλλογική και δημόσια πείνα συνιστά προσβολή κατά θεσμών και παραδόσεων, ανοίγει μια λαμπρή νέα σελίδα στην χάρτα των ευρωπαϊκών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μιας και οι παλαιότερες εκδοχές αγνοούσαν παντελώς τις επιπλοκές που πιθανόν να παρουσιάζει το κεφαλαιώδες δικαίωμα στο να πεινάς απρόσκοπτα. Για αυτό και η κοινοβουλευτική αριστερά έχει κάθε δικαίωμα να πανηγυρίζει για την τεράστια επιτυχία της, κόντρα στις δυνάμεις της συντήρησης, να εξασφαλίσει σε κάθε συνάνθρωπό μας το αναφαίρετο δικαίωμα να πεινά, αν όχι όπου επιθυμεί ο ίδιος, τουλάχιστον σε χώρους που δεν προσβάλλουν τις ανθρωπιστικές ευαισθησίες της εν κοινοβουλίω καθήμενης αριστερής πτέρυγας.


XLVI
Αν στον 19ο αιώνα ο Μαρξ μπορούσε να λέει ότι η πλειονότητα της ανθρωπότητας “δεν έχει τίποτα να χάσει εκτός από τις αλυσίδες της”, σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι χωρίς αυτές τις αλυσίδες δεν θα έβρισκε τρόπο να επιβιώσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όταν οι αλυσίδες σπάνε (απεργία στα μέσα μεταφοράς, διακοπή στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, καθυστέρηση στον ανεφοδιασμό με τρόφιμα), όλοι ζητούν αμέσως την επανασυγκόλληση.
Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι, “Ο νέος κομφορμισμός”

Τα σημαντικά γραπτά χαρακτηρίζονται από μια εγγενή εχθρότητα προς κάθε τι το φαινομενικά ομόσταβλο. Το να γράφεις (αντί να πληκτρολογείς), σημαίνει να επιχειρείς, μέσα από τις λέξεις, να καταστρέψεις κάθε σύνδεσμο ανάμεσα στις δικές σου λέξεις και τις πανομοιότυπες λέξεις χιλιάδων άλλων συγχρόνων σου, φυτεύοντας σε κάθε τετριμμένη και χιλιοχρησιμοποιημένη λέξη ικανή ποσότητα δυναμίτη, και μετατρέποντας την αλληλουχία των λέξεών σου σε ένα μακρύ φυτίλι στο οποίο η τελική περίοδος προσφέρει το μοιραίο σπίρτο. Πόσες και πόσες χιλιάδες εμβριθείς και έμπλεες υψηλών φρονημάτων και ιδεών λέξεις της ελληνικής καθημερινότητας της “αριστεράς” δεν καθιστά άχρηστες το παραπάνω απόσπασμα; Πόση απ' τη γύμνια που βρίσκεται πίσω τους δεν ξεσκεπάζει; Η σημαντική γραφή είναι αδελφοκτόνος. Είναι γεμάτη λύσσα και απέχθεια για ό,τι την περιβάλλει, ό,τι την πλαισιώνει, ό,τι την χειροκροτά, ό,τι την υποδέχεται. Τίποτε δεν έχει σημασία για αυτή εκτός από την απευθείας σύνδεση με την ζωοδόχο πηγή ενός παρελθόντος που ατενίζει ένα μέλλον που η ίδια γνωρίζει, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, ότι δεν είναι το δικό μας παρόν.


XLVII
Να αφανίζεις κάθε γραμμάριο λίπους απ' τους μύες της γλώσσας. Να είσαι εχθρός της ομορφιάς εκείνης που θρέφει την κυτταρίτιδα των εγκεφάλων. Να αφήνεις πίσω σου όχι τη λαμπερή, ζεστή αίσθηση του έργου χειρός αλλά μηχανισμούς γεμάτους ελατήρια που εγκυμονούν θανατηφόρες για την ιδεολογική συνήθεια εκπλήξεις.


XLVIII
Σε καμμιά κοινωνία δεν στεριώνει το πνεύμα της χειραφέτησης όταν η πλειοψηφία ανέχεται εν γνώσει της το άδικο επειδή δεν βρίσκει την πνευματική και υλική δύναμη να επιβάλλει το δίκαιο. Όλες οι ιδεολογικές εκλογικεύσεις του κόσμου δεν αρκούν για να πείσουν μια τέτοια κοινωνία ότι αξίζει η ίδια τη χειραφέτησή της. Για αυτό και σε κάθε περίσταση που μια κοινωνία ανέχτηκε ή και υπερθεμάτισε το άδικο σε βάρος αυτών που θεωρούσε αλλότριους προς την ίδια, ήρθε ο καιρός που ανακάλυψε ότι, αναπάντεχα, δεν υπήρχε πια τίποτε άξιο υπεράσπισης που να μπορεί να αποκαλέσει δικό της. Ποτέ δεν ρίζωσε η αντίσταση σε χώμα που δεν μπόλιασε πρώτα η περηφάνεια.


XLIX
Η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων στην χειραφετητική πολιτική είναι πάντα από την πολιτική αρχών στην πολιτική της αναγκαιότητας. Η δεύτερη έρχεται στο προσκήνιο όταν οι αρχές, καθώς εκδιπλώνεται μια πραγματική ιστορική διαδικασία μετασχηματισμού των συνθηκών της συλλογικής ζωής, προσκρούουν σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Κρίνεται έτσι απαραίτητο να θυσιαστούν κάποιες αρχές για να επιβιώσουν κάποιες άλλες, που κρίνονται σημαντικότερες. Ποτέ δεν έτυχε όμως χειραφετητική πολιτική που να επικαλείται την αναγκαιότητα ως εκ των προτέρων δικαιολογία για την απουσία αρχών. Η εμμονική έμφαση στο ότι είναι αναπόδραστο να λερωθούν τα χέρια του με βρωμιά ενώ δεν τα έχει βγάλει καν από την τσέπη του δεν είναι ίδιον του ώριμου πραγματιστή αλλά του πονηρού, που επικαλείται επαναστατικούς ρεαλισμούς πριν γίνουν καν εφικτές οι επαναστατικές ουτοπίες.


L
Είναι εξίσου σωστό το να πει κανείς ότι ο εικοστός αιώνας τελείωσε γύρω στα 1970 –και άρα, ότι έχουμε μπει στο εικοστό πρώτο εδώ και περίπου 40 χρόνια– και να ισχυριστεί ότι ο αιώνας αυτός ρίχνει μια τόσο βαριά σκιά σε κάθε επίπεδο (πολιτικό, καλλιτεχνικό, φιλοσοφικό) που ο εικοστός πρώτος δεν έχει μπορέσει ακόμα να γεννηθεί.

Σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή ο εικοστός πρώτος αιώνας ξεκίνησε 30 περίπου χρόνια νωρίτερα είτε δεν έχει ακόμη τελειώσει το αργό, αντι-κλιμακτικό κομμάτι ενός δεύτερου μισού του εικοστού, οι ξαφνικοί θάνατοι του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989-90 και του φιλελεύθερου καπιταλισμού το 2007-08 επισκιάζουν με το βάρος των συνεπειών τους κάθε γέννηση. Και είναι ίσως επειδή ο τελεσίδικος θάνατος του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν μπόρεσε να γεννήσει τίποτε νέο, τίποτε που να μπορέσει να διεκδικήσει ζωή και μέλλον, που είναι τόσο δύσκολο για τόσους πολλούς να αποδεχτούν τον εξίσου τελεσίδικο θάνατο του φιλελεύθερου καπιταλισμού.

Από την άλλη, είναι σημαντικό να έχει κανείς επίγνωση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σκέψεων και των αγωνιών μας θα ξεχαστεί εν ριπή οφθαλμού, ξεχνιέται ήδη από μας τους ίδιους κάθε μέρα, όπως είναι καταδικασμένη να ξεχαστεί η σκέψη των ασήμαντων, καλοταϊσμένων και βαριεστημένων εποχών. 1970-2011: μεγάλο διάστημα για μια τόσο στέρφα εποχή. Όλως τυχαίως, είναι επίσης το ακριβές διάστημα της ως τώρα ζωής μου.


LI
Είμαστε Εβραίοι που θα ήθελαν να ήταν Άραβες. Αυτό που μάς σταματά είναι η υποψία ότι αυτό που περισσότερο θα ήθελαν οι Άραβες θα ήταν να γίνουν Εβραίοι. Τη στιγμή που το συνειδητοποιούμε αυτό αισθανόμαστε δυο φορές Εβραίοι, δυστυχώς, και το μόνο που μας απομένει είναι να θέλουμε να είμαστε Άραβες με μεγαλύτερη λύσσα και απελπισία από πριν.


LII
Αφορισμός λέγεται η μαύρη τρύπα στην οποία έχει μεταμορφωθεί ένα δοκίμιο που κατέρρευσε εκ των ένδον πριν μπορέσει να γραφτεί.


LIII
"Ο αφορισμός δεν συμπίπτει ποτέ με την αλήθεια. Είναι είτε μισή αλήθεια είτε μιάμιση αλήθειες.”
Καρλ Κράους

Μισή αλήθεια, μισή αλήθεια παραπάνω: είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, η αλήθεια του αφορισμού, αυτή την οποία μπορεί ο αφορισμός να συλλάβει, βρίσκεται στο μισό, τη μη ολότητα. Η γεωγραφία του είναι αυτή ενός κομματιού γης που ξεκολλήθηκε μέσα από κάποια βίαιη τεκτονική κίνηση στην τάξη του λόγου: παραπέμπει στη χαμένη ολότητα μόνο μέσα απ’ τις γεωλογικές πληγές με τις οποίες μαρτυρά για τον ξεριζωμό του από κάτι ευρύτερο. Αλλά την ίδια ώρα, δεν μπορεί παρά να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα νησί από λέξεις, αυτάρκες και κλειστό. Και έτσι, την ίδια στιγμή που μαρτυρά την νοσταλγία της ολότητας, του Ενός, αμφισβητεί επίσης την ολότητα ως ψεύδος, ως την οφθαλματάτη που μας κάνει να βλέπουμε το κλάσμα ως μονάδα.

Είπα μισή αλήθεια ή μιάμιση;


LIV
Ποτέ δεν βλέπεις κάτι ως τόσο μεγάλο, ποτέ δεν απλώνεται κάτι τόσο μονοπωλιακά μπροστά στο οπτικό σου πεδίο, όσο την στιγμή αμέσως πριν το χτυπήσεις. Είναι καλό να αντλεί κανείς από αυτή την πρακτική ανακάλυψη των οδηγών και εκτός αυτοκινητοδρόμου.


LV
Με ρώτησε κάποιος πώς ξέρω τι είναι το άδικο. Σίγουρα, όταν στον Σωκράτη παίρνει τόσα βιβλία της Πολιτείας για να καταλήξει για το τι είναι δίκαιο και τι άδικο, το να εγκαλείς κάποιον για ανοχή του αδίκου ή και σύμπραξη στο άδικο ακούγεται πρόωρο και επηρμένο. Δεν είναι άλλωστε το άδικο “υποκειμενικό”, ζήτημα κρίσης του καθένα; Από την πλευρά του, ο νόμος λέει όχι. Ούτε περιμένει με υπομονή για να ορίσει τι είναι αξιόποινο μαιευτικά, ούτε για να το τιμωρήσει. Αυτό το γνώριζε καλά, άλλωστε, ο Σωκράτης, μιας και η αλήθεια της διαφοράς φιλοσοφίας και νόμου σε τούτο το θέμα του προσφέρθηκε σε μορφή που είχε γεύση πικρή και όξινη.

Αλλά νομίζω ότι και αυτός που στέκεται απέναντι στον νόμο, αυτός που μιλά για την ανεξάλειπτη διαφορά νόμου και δικαιοσύνης, και αυτός επίσης δεν θεωρεί το άδικο υποκειμενικό. Κάθε φορά που βρέθηκα απέναντι στην αδικία, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε από τους υπερασπιστές της ήταν ως αντικειμενικότητα: “έτσι έχουν τα πράγματα, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε, δεν φταίει κάποιος συγκεκριμένα.” Ποτέ κανείς υπερασπιστής της αδικίας δεν την υπερασπίστηκε ως δικαιοσύνη, κανείς δεν είπε δίκαιο το άδικο. Όλοι αυτοί που μιλάνε εκ μέρους του άδικου, αυτοί που εκπροσωπούν το άδικο δικολαβικά στο δικαστήριο της συνείδησης, το παρουσιάζουν ως κάτι που δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε άδικο και που δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανέναν τελικά. Στα λόγια τους, το άδικο είναι αυτό που απλώς είναι, και ως τέτοιο είναι επίσης αναπόφευκτο και μοιραίο. Και, έτσι λένε, δεν μπορεί κανείς να αποφανθεί για αυτό αν είναι δίκαιο ή άδικο, παρά μόνο να εύχεται να ήταν διαφορετικές οι περιστάσεις και να εκφράζει λύπη που δεν ήταν.

Έτσι ξέρω τι είναι άδικο.


LVI
Αυτοί που σαρκάζουν το συμβάν ως θεολογική κατηγορία ποζάροντας ως υλιστές και συνάμα πραγματιστές (στο μυαλό τους ο υλισμός δεν είναι παρά πραγματισμός, δηλαδή άρνηση της ρηξιγενούς δυνατότητας του νέου) ξεχνούν ότι βρίσκονται οι ίδιοι στην υπηρεσία μιας θεολογίας, αφιερωμένης στην θεότητα που λέγεται ιστορία.

Η άρνηση του συμβάντος είναι αποδοχή της ιδέας πως ό,τι συμβαίνει πρέπει να είναι τελικά αναγώγιμο σε μια σειρά “αιτιών”. Η αναγωγή αυτή είναι ουσιαστικά αποσύνθεση: η ιστορική “εξήγηση” αποσυνθέτει το συμβάν σε μια σειρά συνιστωσών επιμένοντας ότι είναι εφικτή η διαίρεσή του χωρίς υπόλοιπο. Αλλά αυτή η διαδικασία εκ των υστέρων αποσύνθεσης σε “αιτίες” δεν είναι παρά η έκφραση μιας φιλοδοξίας αναδρομικής επικύρωσης της προβλεψιμότητας, της αποκατάστασης του ελέγχου του αιτιατού σε ό,τι έστω προσωρινά διέφυγε από την σιδερένια του τανάλια.

Με άλλα λόγια, η άρνηση του συμβάντος είναι κομμάτι ενός ιστορικιστικού πανοπτισμού, μιας χωρίς όρια επιθυμίας για εγκλωβισμό και πειθάρχηση του υλικού της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης κάτω απ’ το άγρυπνο και κατασταλτικό μάτι μιας πάντα ανακτήσιμης, πάντα αποκαταστάσιμης λογικής αιτίας και αποτελέσματος. Οι εχθροί του συμβάντος είναι αυτοί που δεν θέλουν ποτέ να αιφνιδιαστούν. Και ο καθένας καταλαβαίνει ότι ο φόβος του αιφνίδιου αφορά πάντοτε αυτόν που έχει κάτι να χάσει. Δηλαδή, ποτέ τον στερημένο ή καταπιεσμένο, αλλά πάντοτε τον έχοντα και κατέχοντα.


LVII
Μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο, η παράξενη αίσθηση μιας διπλής οπισθοδρόμησης: συνηθισμένοι από τις αρχές του ελληνικού κράτους στην ιδέα της οπισθοδρόμησης σε σχέση με τη Δύση, ερχόμαστε για πρώτη φορά αντιμέτωποι με την αίσθηση της οπισθοδρομικότητάς μας, ταυτόχρονα, σε ό,τι αφορά την Ανατολή. Ναι, δεν έχουμε τις καθαρές πόλεις, ευγενικούς δημόσιους υπαλλήλους, γρήγορες και επαρκείς γραφειοκρατικές διαδικασίες, βαριά βιομηχανία, κλπ, που πάντα ταυτίζονταν με τη “Δύση” στο εθνικό φαντασιακό αλλά –αυτό αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του δειλά-δειλά στον δημόσιο λόγο– δεν έχουμε επίσης κοινωνική συνοχή, στοχευμένη αποφασιστικότητα, οργανικούς κοινωνικούς δεσμούς, αλληλεγγύη, ό,τι τέλος πάντων δείχνουν πως έχουν για παρηγοριά οι “άλλοι”, οι φτωχοί και “υπανάπτυκτοι.”

Πίσω απ' την Δύση, πίσω και απ' την Ανατολή: δυο διαφορετικά πίσω βέβαια, των οποίων όμως η σύμφυση στην δική μας περίπτωση αναγγέλει μια διπλή εξορία από την ιστορική διαδικασία, μια μίζερη ουδετερότητα ως προς τις γιγάντιες τεκτονικές κινήσεις που αρχίζουν να ξαναδιαμορφώνουν τον κόσμο.

“Είμεθα έθνος ανάδελφον”, αλλά η γνωστή και μάλλον γελοιοποιημένη αυτή ρήση επιστρέφει ανανοηματοδοτημένη: όχι επειδή κανείς δεν συμμερίζεται τους πόθους μας και τα οράματά μας, αλλά κι επειδή εμείς δεν συμμεριζόμαστε κανενός τους πόθους και τα οράματα. Υπάρχουν, λέει η πιο πρόσφατη κοινωνική θεωρία, πολλαπλές νεωτερικότητες, αλλά αυτό δεν μας παρηγορεί. Αν διεκδικούμε με το μυαλό μας πια μια νεωτερικότητα, αυτή είναι η ψευδο-νεωτερικότητα, η νεωτερικότητα-φούσκα αυτού που νόμιζε ότι ανήκει στη Δύση –συμβολική στιγμή καθαρής της έκφρασης: οι Ολυμπιακοί του 2004– αλλά ανακαλύπτει την πλάνη του ως αυτοεξαπατημένος ανατολίτης την ίδια ακριβώς στιγμή που ανακαλύπτει ότι τον έχει αφήσει πίσω, στο όλο και πιο καταπιεστικό τέλμα του “τέλους της ιστορίας”, και η Ανατολή.