Friday, January 28, 2011

27/1/2011-28/1/2011- Αφορισμοί απ' το επέκεινα του δικτύου της σφοδρής επιθυμίας

XL
Για να μιλήσεις πρέπει να έχεις πρώτα χορτάσει τη σιωπή. Για να σιωπήσεις πρέπει πρώτα να έχεις χορτάσει το λόγο. Όταν λέμε "αυτός σώπασε" εννοούμε επίσης "αυτός μίλησε", ή "αυτός έχει (ήδη) μιλήσει." Και με ένα παράξενο τρόπο, αυτό, το ότι κάποιος μίλησε ή έχει μιλήσει, δεν είναι κάτι του οποίου έχουμε επίγνωση πριν σταματήσει να μιλά. Το παρόν της ομιλίας δεν είναι ποτέ ομιλία εφόσον η ομιλία καθορίζεται πάντα απ’ την εκ των υστέρων ζωή του ίχνους, αυτού που (απο)μένει όταν η ίδια έχει πάψει. Γι’ αυτό ο λόγος δεν είναι ποτέ παρουσία. Είναι ταυτόχρονα ενθύμηση και υπόσχεση. Οι πραγματικοί χρόνοι του, αυτοί στους οποίους ζει, είναι ο αόριστος, ο παρακείμενος, ο στιγμιαίος και ο συντελεσμένος μέλλοντας: "μίλησε", "έχει μιλήσει", “θα μιλήσει”, "θα έχει μιλήσει".

XLI
Μοιάζω με εκείνο τον οπαδό που βλέποντας την ομάδα του να συντρίβεται χωρίς αντίσταση και θεωρώντας το παιχνίδι στημένο, φεύγει πρόωρα απ’ το γήπεδο. Το μόνο που διασώζει έναν τέτοιο οπαδό στα ίδια του τα μάτια από την κατηγορία της λιποψυχίας είναι η πεποίθησή του ότι δεν είναι αυτός που εγκατέλειψε το γήπεδο, αλλά ο αγώνας ο ίδιος. "Εγώ θα παιζα με περισσότερη ψυχή, κι ας με είχαν κλείσει στα καρέ, κι ας ήταν πουλημένος ο διαιτητής και οι επόπτες!" μονολογεί νοερά στο δρόμο για το σπίτι του.

XLII
Η θεωρία της μετεμψύχωσης θα ήταν απόλυτα σωστή αν δεν έκανε ένα θεμελιώδες σφάλμα σε ό,τι αφορά τον χρόνο που προϋποθέτει: ναι, πεθαίνουμε πολλές φορές και γεννιόμαστε πολλές φορές, αλλά όλες τους μέσα στα χρονικά πλαίσια μίας και μόνο βιολογικής ζωής. Όλοι οι άνθρωποι είναι μεταφραστές, εφόσον κουβαλούν στο σώμα τους τις αναμνήσεις των προηγούμενων ζωών τους και των προηγούμενων θανάτων τους. Κάποτε ήμουν ρόδο, πέτρα, φωτιά, ποτάμι. Κάποτε πέθανα με απαγχονισμό, κάποτε από γηρατειά, κάποτε από αρρώστια, κάποτε από μαράζι. Πώς ξέρω ότι ξαναγεννήθηκα; Έχω ακόμα τη γεύση της τέφρας μου στο στόμα.

XLIII
Η μέρα που ξυπνάς μουδιασμένος, το σώμα σου μια μυρηκάζουσα θέρμη χωρίς αποδέκτη, το εσωτερικό σου τοπίο μια πεδιάδα δίχως τέλος, το αίμα σου μια θάλασσα ακυμάτιστη, στάσιμη, όπου τα φύκια κρύβουν το φως. Ντύνεσαι καλά, φτιάχνεις καφέ με αργές κινήσεις, βηματίζεις σαν κάποιος επίσημος με ρούχα νυκτός. Θέλεις να κουλουριαστείς γύρω απ’ τον εαυτό σου, ελικοειδώς, σαν σαλιγκάρι, προσανατολισμένος στο κέντρο, μόνο που δεν υπάρχει κέντρο, ή μάλλον υπάρχει, αλλά είναι η απουσία κέντρου, αυτή είναι το κέντρο. Και έτσι, με όλο σου το είναι, κουλουριάζεσαι, είσαι αυτό το κουλούριασμα, αυτή η συστροφή χωρίς έξω, χωρίς πάθη εξυψωτικά και ρομαντικές αβύσσους, χωρίς ορίζοντα προσδοκίας, χωρίς προσανατολισμό.

XLIV
Πόσο μεγάλη σύγχυση, και πόσο επιβλαβής, αυτή ανάμεσα στην αρχή της επικοινωνιακής διαφάνειας και την αλήθεια! Μπορώ να είμαι σε πλήρη συμφωνία με την διαφάνεια της επικοινωνίας και συνάμα εντελώς ψευδής. Ή μάλλον θα είμαι τόσο πιο ψευδής όσο περισσότερο δίνω στους άλλους την ψευδαίσθηση ότι η διαφάνεια εξαντλεί την αλήθεια της επικοινωνίας. Η ψυχανάλυση μας μαθαίνει ότι ο καθένας μας είναι ανεξάλειπτα αδιαφανής για τον εαυτό του. Και συνεπώς ότι κάθε επικοινωνία με τον άλλο είναι επίσης κοινωνία, μοίρασμα αυτής της αδιαφάνειας. Η θεωρία της επικοινωνίας ως θεωρία της πληροφορίας είναι ακριβώς θεωρία της μετάλλαξης της επικοινωνίας σε ανταλλαγή πληροφοριών, δηλαδή της κατατεμαχιστικής εμπορευματοποίησης του λόγου. Και αυτή η εμπορευματοποίηση έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την καθολικοποίηση της ψευδαίσθησης της διαφάνειας, του κατατρεγμού που υφίσταται οτιδήποτε μέσα μας έχει ακόμα το θάρρος να πει: "είναι αυτό που παραμένει αδιαφανές σε μένα για μένα που αποτελεί την πηγή κάθε ζωτικής κοινωνίας με τον άλλο." Κόντρα στην υστερική απαίτηση για πληροφοριακό ξεδόντιασμα του ρίσκου του λόγου, πρέπει να έχεις το θάρρος να θυμίζεις στους άλλους ότι η ζωοδόχος πηγή του βρίσκεται σε ένα μη εντοπίσιμο, υπόγειο σημείο απ’ το οποίο πηγάζει κάθε αληθειακό φως και το οποίο κανένα φως δεν διαπερνά.