Friday, December 24, 2010

24/12/2010-Αφορισμοί της ημέρας


XX
Τόσο ο πολύ ψηλός άνθρωπος όσο και ο πολύ κοντός αισθάνονται, όπως είναι φυσικό, μια κάποια μοναξιά. Για να την αντιμετωπίσουν, καλλιεργούν φαντασιώσεις: ο πρώτος αρέσκεται να φαντάζεται τους άλλους ψηλότερους από τον ίδιο ή το ίδιο ψηλούς· ο δεύτερος αρέσκεται να τους φαντάζεται κοντύτερους από τον ίδιο ή το ίδιο κοντούς. Στην ουσία, η μεγαλοψυχία και η μικροπρέπεια είναι παράγωγα του ίδιου μηχανισμού, ενός μηχανισμού που προστατεύει τόσο τους πολύ μεγάλους όσο και τους πολύ μικρούς απ' το αίσθημα της απομόνωσης ανακατασκευάζοντας τον κόσμο γύρω τους στη βάση του δικού τους ύψους.

ΧΧΙ
Ποτέ μην εμπιστεύεσαι ανθρώπους για τους οποίους οι άλλοι λένε ότι "έχουν περιεχόμενο." Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν "περιεχόμενο" μόνο αν είναι εξ αρχής κούφιοι, όπως κάθε μπουκάλι ή κουτί. Ο άνθρωπος με περιεχόμενο είναι απλώς ένας κούφιος άνθρωπος που δεν έχει ακόμα γυριστεί ανάποδα και αδειαστεί.

ΧΧΙΙ
Δεν υπάρχει, και ας γράφουν οι φιλόλογοι τη φράση με κωμική αυτοπεποίθηση, "πηγαίος λυρισμός". Ο λυρισμός είτε δεν είναι πηγαίος, είτε δηλαδή ανακύπτει ως κάτι που αποσπάστηκε με χίλιους κόπους από τη σύγκρουση με την ωμότητα των πραγμάτων· είτε, αν είναι όντως πηγαίος, δεν είναι λυρισμός, αλλά μια αδυναμία εκφραστική που εξέχει απ' το κείμενο σαν κακοβαλμένο καρφί στον τοίχο, από όπου δεν μπορείς να κρεμάσεις τίποτε χωρίς να γκρεμιστεί.

Thursday, December 23, 2010

23/12/2010-Αφορισμοί της ημέρας

ΧVIII
Ποτέ κανείς δεν είπε για τον τρόπο που ζει και για τον τρόπο που σκέπτεται ότι πείστηκε να ζει ή να σκέπτεται έτσι. Αν υπάρχει πειθώς, συνίσταται στο να πείσεις τους πάντες ότι είναι αδύνατο να πειστούν, να τους πείσεις ότι αυτό που πιστεύουν ή πράττουν το πιστεύουν ή το πράττουν αυθόρμητα, χωρίς να το έχουν μάθει από πουθενά. Για αυτό πάντοτε νιώθω έναν έντονο εκνευρισμό όταν κάποιος μου λέει "Πείσε με!" Όλοι γνωρίζουν ότι αυτό δεν δουλεύει, ή μάλλον ότι επιτυγχάνεται μόνο όταν δεν φαίνεται να το αποπειράται κανείς.

Ένας σύντομος ορισμός του δημοκρατικού υποκειμένου θα ήταν συνεπώς: αυτός που έχει πειστεί ότι μπορεί να προσποιείται ότι πείθεται, ενώ στην πραγματικότητα έχει πάντα ήδη πειστεί. Για ποιο πράγμα; Για το ότι πράττει και σκέφτεται ελεύθερα, κατά πως νομίζει ο ίδιος.

XIX
Η μαύρη κωμωδία της διαρκώς ανανεούμενης "ενημέρωσης" για την κρίση: να ενημερώνεις (όλο και περισσότερους) ανέργους ότι είναι άνεργοι, υποαπασχολούμενους ότι είναι υποαπασχολούμενοι, άτομα χωρίς περίθαλψη ότι στερούνται περίθαλψης, και ανησυχούντες για τις καταθέσεις τους ότι οι καταθέσεις τους δεν είναι ασφαλείς. Να συνεχίσεις να "ενημερώνεις" αυτούς που ήδη ζουν τις πρακτικές συνέπειες της κρίσης για την ύπαρξη κρίσης, τρία, πέντε, δεκατρία χρόνια μετά την έναρξη της, όταν κρίση και μπανάλ καθημερινότητα έχουν πλέον καταστεί πλήρως συνώνυμες.

Μετά από ένα σημείο λοιπόν --αυτό δείχνει το άβολο συναίσθημα που δημιουργεί η συνειδητοποίηση της ύπαρξης ενός αδιευκρίνιστα κακού αστείου--, η "ενημέρωση" για την κρίση μεταβάλλεται στο αντίθετο της επαγρύπνησης: σε ένα τρόπο να συνηθίσεις το αβάσταχτο, ακόμη-ακόμη να αντλήσεις κάποιου είδους παρηγοριά από την προβλεψιμότητα του ότι αύριο θα είναι όλα χειρότερα. "Η αυτο-αλλοτρίωση της ανθρωπότητας", έγραφε ο Benjamin, "έχει φτάσει τέτοιο βαθμό που μπορεί να νιώσει την ίδια της την καταστροφή ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξης." Αλήθεια, είναι τόσο διαφορετικά τα πράγματα για αυτούς που καταναλώνουν τα "νεώτερα" (αλλά δεν υπάρχουν πραγματικά νεώτερα!) για αυτό που τους τρώει καθημερινά τη ζωή, λες και είναι η πολυαναμενόμενη συνέχεια σε κάποιο συναρπαστικό μυθιστόρημα;

Sunday, December 19, 2010

13/12/2010-19/12/2010-Αφορισμοί της ημέρας

XV
Σε τελική ανάλυση, αυτό που ονομάζουμε αξιοπρέπεια δεν είναι παρά η ικανότητα του να κατανοείς πότε πρέπει να μιλάς και πότε πρέπει να σιωπάς. Ο αξιοπρεπής άνθρωπος σιωπά όταν πρέπει να σιωπά και μιλά όταν πρέπει να μιλά. Ο αναξιοπρεπής, αντίθετα, σιωπά όταν πρέπει να μιλά και μιλά όταν πρέπει να σιωπά. Για αυτό και μεταξύ αξιοπρεπούς και αναξιοπρεπούς ανθρώπου υπάρχει πάντοτε διαφορά φάσης. Δεν μιλούν ποτέ μαζί, δεν σιωπούν ποτέ μαζί.

XVI
Φαινομενικά, η όλο και αυταρχικότερη κυριαρχία της γνώμης --στις μέρες μας το "μα είναι η άποψή μου!" είναι η βασική υπεράσπιση κάθε ερμηνευτικής αυθαιρεσίας, το μότο του δικαιώματος στην άγνοια-- φαίνεται να υπογραμμίζει την αποδυνάμωση του αντικειμενικού απέναντι στην αχαλίνωτη ισχύ του υποκειμενικού.

Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο: η "άποψη" που το σύγχρονο μηντιοκρατικό και πολιτικό σύστημα λιβανίζει, η άποψη που προβάλλει πλέον ως το βασικότερο δικαίωμα του ευνουχισμένου ανθρώπου-ως-καταναλωτή-του-κόσμου, είναι κάθε άλλο παρά έκφραση υποκειμενικότητας. Αυτό που η παρηκμασμένη αστική δημοκρατία υποστασιοποιεί ως αδιαπραγμάτευτα, ιερά "προσωπικό" δεν είναι παρά η τεθλασμένη, ενσωματωμένη αντανάκλαση της εκχυδαϊσμένης αντικειμενικότητας που περιβάλλει το υποκείμενο. Με μια προσεκτικότερη εξέταση η "προσωπική άποψη" αποκαλύπτει την διαμεσολάβηση των μυριάδων κλισέ, στερεότυπων και μαζικών στάσεων που διακομίζονται καθημερινά από τα μήντια και τα οποία έχουμε μάθει να αναπνέουμε σαν κάποιου είδους χαμηλής τοξικότητας σημειολογικό διοξείδιο του άνθρακα.

Απέναντι στον κίβδηλο υποκειμενισμό της "άποψης", η υποκειμενικότητα που προϋποθέτει η αλήθεια δεν υποκρίνεται πως αγνοεί την ύπαρξη αντικειμενικών συνθηκών, ορίων ή προϋποθέσεων (με λίγα λόγια, την ιστορικότητα ως διάσταση της ύπαρξης). Την αναγνωρίζει ως την δύναμη αυτή που συνιστά την αμετακίνητη αδράνεια των πραγμάτων, και συνεπώς, ως την διάσταση ενάντια στην οποία κάθε τι το νέο είναι αναγκασμένο να παλέψει για να μπορέσει να λάβει χώρα.

XVII
Κόντρα στον συρμό ευκαιριακών αναλύσεων του προβλήματος της βίας κάθε φορά που η βραχυπρόθεσμη μνήμη της μηντιοκρατούμενης κοινωνίας μας αναμοχλεύεται αρκετά για να το θυμηθεί, πρέπει να δηλώσουμε ευθαρσώς ότι δεν υπάρχει καμμία θεωρία της βίας και καμμία δυνατότητα για μια τέτοια θεωρία. Η βία είναι διάσταση του ανθρώπινου είναι που αναταράσσει τις συντεταγμένες του όταν είναι παρούσα και που κρύβεται πίσω από πολλαπλά πέπλα εκλογίκευσης, άγχους και ενοχής όταν είναι απούσα. Ως τέτοια παραμένει εις το διηνεκές απροσπέλαστη στην αναλυτική συνείδηση.

Αυτό που υπάρχει είναι δύο πράγματα: κωδικοποιήσεις και πλαισιώσεις της βίας μέσα σε ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα, πάντοτε μονομερείς, πάντοτε ανεξάλειπτα απλουστευτικές· και (θρησκευτικές ή εκκοσμικευμένες) τελετουργίες εξευμενισμού της ή απάρνησής της σε συλλογικό επίπεδο (θυσία, θέατρο, επιφυλλίδα στην εφημερίδα). Ο δεύτερος τρόπος είναι ήδη παρών στην αρχαϊκή εποχή, ο πρώτος εξαρτάται από την ανάδυση της ίδιας της έννοιας της ιστορίας και αυτής της μαζικής πολιτικής στην νεωτερική εποχή.

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος δρόμος: αυτός της στρατηγικής ιδιοποίησης μιας πολεμικής κατανόησης της βίας, δηλαδή μια απόπειρα να ενθαρρυνθεί η αποκόλλησή της από ένα πλαίσιο αναφοράς (κράτος, νόμος και έννομη τάξη, κλπ) και η σύνδεσή της με ένα δεύτερο και ανταγωνιστικό πλαίσιο (πλήθος, τάξεις, επανάσταση, κλπ). Στόχος αυτού του δρόμου δεν είναι ούτε η αντικειμενική κατανόηση ούτε ο τελεσίδικος εξορκισμός της βίας αλλά η μετουσίωση των χρήσεών της, τον στόχων της και των θέσεων θυτών και θυμάτων που κάθε βία διαρθρώνει. Ο δρόμος αυτός είναι δύσβατος και δίχως εγγυήσεις ηθικής ανωτερότητας ή ορθότητας: είναι ο δρόμος του Μαρξ, του Σορέλ, του Λένιν, του Μπένγιαμιν, του Μάο.

Tuesday, December 14, 2010

14/12/2010-Οι δύο παρεκκλίσεις Ι. Θεωρία της "ορθής γραμμής" και της παρέκκλισης

Χωρίς αμφιβολία, οι φράσεις "παρέκκλιση" και "ορθή γραμμή" έχουν κάτι απωθητικό για ένα μεγάλο κομμάτι της σημερινής αριστεράς, ανασύροντας πιθανώς συγκεχυμένες μνήμες των "ακροτήτων" της κινεζικής πολιτισμικής επανάστασης και του μαοϊσμού, αν όχι και των επαχθών ορθοδοξιών του Σταλινισμού.

Από την άλλη, μια διαλεκτική θεώρηση των πραγμάτων θα παρατηρούσε ότι η ίδια η φράση "σημερινή αριστερά" έχει, χρόνο με το χρόνο, αποκτήσει επίσης κάτι απωθητικό, συνδηλώνοντας ένα μείγμα πολιτικού εφησυχασμού, απόσυρσης, ενδοτικότητας, κοινοβουλευτικής διαφθοράς και καθεστωτικής συνενοχής· και ότι ως εκ τούτου, δεν δικαιούται την πολυτέλεια των ανακλαστικών αλλεργειών απέναντι σε ένα παλαιότερο αλλά ίσως ελλιπώς κατανοήσιμο πολιτικό λεξιλόγιο.

Το βασικό σφάλμα που περιβάλλει την αγοραία αντίληψη περί "ορθής γραμμής" και παρέκκλισης είναι διπλό:

α) η αντίληψη ότι η "ορθή γραμμή" είναι συνώνυμη της μίας και μοναδικής, ουσιαστικά υπεριστορικής, αλήθειας.
β) η αντίληψη ότι ως τέτοια η "ορθή γραμμή" είναι μια ουσία, που προϋπάρχει αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση και που χρησιμεύει ως αδιαμφισβήτητη μονάδα μέτρησης για κάθε παρέκκλιση.

Κόντρα σε αυτές τις δύο αντιλήψεις, θα υποστηρίξω ότι:
α) η "ορθή γραμμή" ανήκει στην τάξη των στρατηγικών και όχι των ουσιοκρατικών εννοιών, αφορά δηλαδή στην ουσία την βέλτιση μέθοδο διεξαγωγής ενός πολέμου, όπως αυτή καθορίζεται από μοναδικές συγκυρίες (συγκεκριμένους συσχετισμούς δυνάμεων, αντικειμενικές δυσκολίες και τακτικά μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα).
β) η "ορθή γραμμή" δεν προϋπάρχει, δεν έχει χώρο ανεξάρτητα των παρεκκλίσεων αλλά αναδύεται μέσα από μια αρκετά πολύπλοκη διαδικασία αποκρυστάλλωσης των παρεκκλίσεων ως τέτοιων: μια διαδικασία που χωροθετεί αρνητικά τον χώρο της "ορθής γραμμής", επιτρέποντας την αποσαφήνιση των ορίων εκείνων πέρα από τα οποία γίνεται σαφές ότι αρχίζει μια πορεία που απαιτεί την εγκατάλειψη θεμελιακών προϋποθέσεων πολιτικής υποκειμενοποίησης. Για να μιλήσουμε απλά, η "ορθή γραμμή" είναι αυτό που εμφανίζεται όταν ένα πολιτικό υποκείμενο συνειδητοποιεί ότι η κίνησή του δεξιά ή αριστερά αυτής της γραμμής προαπαιτεί την εγκατάλειψη συστατικών του στοιχείων ως πολιτικού υποκειμένου: για παράδειγμα, την πίστη στην αταξική κοινωνία, ή την εχθρότητα απέναντι στο κέρδος, ή την ταύτισή του με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Το ότι η "ορθή γραμμή" δεν είναι ουσιοκρατική αλλά στρατηγική κατηγορία συνεπάγεται την αναγκαιότητα αποκόλλησής της ως έννοιας από αυτή της "ορθοδοξίας". Εμπειρικά, η ορθή γραμμή δεν αναδύεται ποτέ με το ένδυμα της αυταπόδεικτης ορθής δόξας. Αρχικά είναι μια μάλλον περιφερειακής σημασίας προσέγγιση ανάμεσα σε άλλες που όμως σταδιακά ενδυναμώνεται και πλαταίνει μέσα από τις συγκρούσεις της με αυτό που η ίδια συλλαμβάνει και ονοματοδοτεί ως παρεκκλίσεις. Μια εξέταση της εξέλιξης των θέσεων του Λένιν από το 1905 έως το 1924 --εξέλιξης γεμάτης ρήξεις, αντιθέσεις και αλλαγές πορείας και παρ' όλα αυτά άμεμπτα απαρέγκλιτης και συνεπούς προς τον εαυτό της-- μαρτυρά του λόγου το αληθές.

Συνεπαγωγή της ανεξάλειπτα συγκρουσιακής διαμόρφωσης της "ορθής γραμμής" απέναντι σε παρεκκλίσεις είναι και ο καταφατικός, συσπειρωτικός της χαρακτήρας. Με άλλα λόγια, η περίφημη πολυδιάσπαση της αριστεράς, φαινόμενο που θα ήταν εσφαλμένο να ερμηνεύσουμε ως ύστερο σύμπτωμα παρακμής ή αφορμή ολοφυρμού, θεραπεύεται μόνο μέσα από διαδικασίες συγκρουσιακής διαύγασης και αποκρυστάλλωσης οι οποίες δίνοντας όνομα και περιεχόμενο στις παρεκκλίσεις διαμορφώνουν επίσης δυναμικά έναν πυρήνα συσπείρωσης. Και πάλι με απλά λόγια: η συσπείρωση ανάμεσα σε ανεξάλειπτα διαφορετικές εμφάσεις και προτεραιότητες δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μέσα από την αυθόρμητη συμφωνία αυτών που συσπειρώνονται ότι δεν επιθυμούν να παραδοθούν σε όσα έχουν ονοματοδοτηθεί ως παρεκκλίσεις: δεν είναι ο φόβος της τιμωρίας από τον Άλλο αλλά ο φόβος της προδοσίας του εαυτού που λειτουργεί ως πυρήνας συσπείρωσης μεταξύ ανθρώπων που έχουν μυριάδες λόγους να σκέφτονται διαφορετικά για διαφορετικού είδους πράγματα, να έχουν διαφορετικά γούστα, αισθητική, φύλο, καταγωγή, φυλή ή σεξουαλικότητα.

Στον βαθμό που ο χαρακτήρας μιας τέτοιας συσπείρωσης είναι ενσυνείδητος --και τέτοιος πρέπει να παραμένει, αλλιώς κινδυνεύει πάντοτε να διολισθήσει στην μηχανικότητα και άρα στο ψεύδος της "ειλημμένης άποψης"-- η "ορθή γραμμή" συνειδητοποιεί ότι στόχος της δεν μπορεί να είναι η εξάλειψη "αιρέσεων". Η "ορθή γραμμή" ως πόλος συσπείρωσης δεν μπορεί να είναι η εκκοσμικευμένη μορφή των κατασταλτικών προνομίων ενός ιερατείου. Ο χαρακτήρας της αφορά μόνο την σταδιακή και κοπιώδη παραγωγή ενός περιεχομένου στον χώρο που έχουν οριοθετήσει αρνητικά οι αποκλίσεις, το γέμισμα αυτού του χώρου με πρακτικές: πρακτικές προάσπισης της "ορθής γραμμής", πρακτικές πολεμικής ενάντια στην παρέκκλιση, πρακτικές άρθρωσης των αξιωματικών περιεχομένων που είναι επιτρεπτά μέσα στα όρια που συγκροτούν δυναμικά την "ορθή γραμμή", πρακτικές έμπρακτης συνεπαγωγής από αυτά τα περιεχόμενα. Η "ορθή γραμμή" γνωρίζει ότι μαμή της είναι η παρέκκλιση. Είναι αυτό το οποίο, μέσα από την πρόκληση της παρέκκλισης, συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως αδιαπραγμάτευτο, ως κάτι που δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί χωρίς καταστροφικό κόστος για το υποκείμενο που είμαι.

Sunday, December 12, 2010

11/12/2010-Αρνητική Διαλεκτική

Αντιγράφω την καταληκτική παράγραφο του σημερινού άρθρου του Νίκου Ξυδάκη:
Αυτό που βλέπουμε στην ταραγμένη Ευρώπη σήμερα είναι πνευματική κόπωση, ανίκανες ηγεσίες, κοινωνική στασιμότητα, συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, εξουθένωση του συλλογικού βίου, σχετικοποίηση των ηθικών αξιών, αποθέωση του ατομικιστή θηρευτή. Υπό μία έννοια, η ποικίλη Ευρώπη είναι σαν να βιώνει ένα μακρύ επώδυνο μεταίχμιο, σαν να μεταβαίνει από τα καταγωγικά πεδία της ελληνικής δημοκρατίας και της ρωμαιοχριστιανικής οικουμενικότητας προς μια δυσοίωνη μετανεωτερική ρευστότητα. Σαν να περιμένει την επέλαση των βαρβάρων. Αυτή η βοή των πλησιαζόντων ταράζει τους νέους της γηραιάς Αλβιόνος, της γηραιάς Ευρώπης.
Προφανής η διακειμενική οφειλή στον Καβάφη. Αντιγράφω λοιπόν τις δύο τελευταίες στροφές του πασίγνωστου καβαφικού ποιήματος:
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.
("Περιμένοντας τους βαρβάρους")
Στο ποιητικό λεξικό του Καβάφη, "βάρβαροι" είναι αυτοί που αναμένονται αλλά δεν έρχονται. Ως οντότητες, καθορίζονται εξ ολοκλήρου από μια άκαρπη, απογοητευμένη αναμονή. Δεν γνωρίζουμε τίποτε για αυτούς, παρεκτός ότι συγκλητικοί και πραίτορες και αυτοκράτωρ τους περιμένουν. Οι δεύτεροι και όχι οι πρώτοι είναι άλλωστε το κέντρο του ποιήματος, αυτοί στους οποίους ενσκύπτει ο Καβάφης.

Είναι βέβαια μια νόμιμη ερώτηση απέναντι στο ποίημα το γιατί δεν έρχονται οι βάρβαροι. Η φήμη που αναφέρεται δίνει μια απάντηση: δεν υπάρχουν πια βάρβαροι. Αναμένονται όμως, παρ' όλα αυτά, με μια αδημονία που μοιάζει οπωσδήποτε με ελπίδα.

Αλλά αν δεν ξέρουμε τίποτε για τους βαρβάρους --τίποτε εκτός από το γεγονός ότι δεν έρχονται-- τι ξέρουμε για αυτούς που περιμένουνε βαρβάρους;

Κοιτάζω σε μια φωτογραφία του Λονδίνου ένα δείγμα απ' τους βάρβαρους που έρχονται με την χαρακτηριστική των βαρβάρων κουκούλα. Ένας τους προτάσσει την Αρνητική διαλεκτική του Αντόρνο. Περίεργοι βάρβαροι. Βάρβαροι που μιλούν με βιβλία όταν ο αστικός πολιτισμός απαντά με γκλομπ. Βάρβαροι που διεκδικούν παιδεία όταν ο αστικός πολιτισμός βάζει προτεραιότητα τα πιο συμφέροντα (για τις τράπεζες) επιτόκια. Βάρβαροι με σαφώς πιο εκλεπτυσμένο μουσικό γούστο από αυτό της βασιλικής οικογένειας, συμβόλου μιας λούμπεν αριστοκρατίας της οποίας τα παλάτια είναι χτισμένα με ταμπλόιντ.

Τι είναι αυτό που λένε οι βάρβαροι; Αυτός ο βάρβαρος, για παράδειγμα, με την Αρνητική διαλεκτική ως τοτέμ ανά χείρας, τι λέει; Εγώ νομίζω πως λέει: χρειαζόμαστε μια αρνητική διαλεκτική, έναν καθρέφτη που να αντιστρέφει την αντιστροφή της πραγματικότητας που βιώνουμε ως "πραγματικότητα".

Πίσω στον Καβάφη, παρέα με τον βάρβαρο και το ανά χείρας τοτέμ μιας αρνητικής διαλεκτικής:

Τι κι αν οι βάρβαροι δεν έρχονται επειδή είναι ήδη εδώ; Επειδή οι βάρβαροι δεν είναι παρά αυτοί που περιμένουν τους βαρβάρους; Επειδή η διαλεκτική αλήθεια για αυτούς που περιμένουν κάποιον που δεν έρχεται είναι ότι είναι οι ίδιοι αυτό που περιμένουν; Τι κι αν αυτό που κομίζει το ποίημα είναι ότι αδιόρατα, σιγά-σιγά, μέρα με τη μέρα, οι εν αναμονή των βαρβάρων τελώντες εκβαρβαρίστηκαν; Εκβαρβαρίστηκαν πολυτελώς, εκλεπτυσμένα βέβαια. Δεν μοιάζουν για βάρβαροι. Φορούν, ας πούμε, χιτώνες ελληνικούς. Ή κουστούμια του Αρμάνι. Παπαγαλίζουν λόγια που ακούγονται πολιτισμένα -- πίνακες με αριθμούς, ας πούμε. Γεμάτος τέτοιους βαρβάρους και μόνον τέτοιους βαρβάρους --βαρβάρους που δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως τέτοιους, που ξοδεύουν τη ζωή τους ψάχνοντας τους βαρβάρους που θα τους καθορίσουν ως πολιτισμένους-- δεν είναι αλλωστε ο Καβάφης;

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ' επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
("Ηγεμών εκ δυτικής Λιβύης")

Έμεινε μαθητής του Αμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.
Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός·
κ' οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή·
τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.
("Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου")

Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά;
πίσω απ' τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κ' εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ' από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.
("Φιλέλλην")

Το κατεξοχήν πρόβλημα με τους βαρβάρους στο ποιητικό σύμπαν του Καβάφη είναι ότι δεν ξέρουν ότι είναι βάρβαροι· ή μάλλον, ότι οι ζωές τους εξαντλούνται στην απώθηση της αυτογνωσίας τους, που ακριβώς επειδή δεν έρχεται ποτέ, τους αφήνει για πάντα βαρβάρους. Και αυτή νομίζω είναι η απάντηση στο ποιοι περιμένουν βαρβάρους στο ομώνυμο ποίημα. Όταν αυτοί που περιμένουν βαρβάρους λέγονται Κλεγκ, Μέρκελ, Σαρκοζί, Παπανδρέου, Τρισέ, Ρεν ή Πάγκαλος, πώς είναι δυνατόν να ρθουν ποτέ πράγματι, στ' αλήθεια οι βάρβαροι; Πώς είναι ποτέ δυνατό, με τέτοιους φρουρούς στο προπύργιο της Ευρώπης να φανούν στ' αλήθεια, και όχι ως φήμες και σκιές, βαρβαρικές ορδές στον ορίζοντα; Οι βάρβαροι είναι αναμφισβήτητα "μια κάποια λύσις". Αλλά για ποιους; Για τους βαρβάρους. Το είπα και πριν: η αρνητική διαλεκτική είναι ένας καθρέφτης, και αυτό που πάνω από όλα λείπει σ' αυτούς που περιμένουν μάταια τους βαρβάρους είναι τούτο. Ο καθρέφτης.

9/12/2010-11/12/2010-Αφορισμοί της ημέρας

XIII
Όταν κάποιες φορές θλίβεσαι με το πόσο δύσκολο είναι να βρεις καλούς φίλους, σκέψου πόσο δυσκολότερο είναι να βρεις καλούς εχθρούς. Ο καθένας μας δικαιούται να πιστεύει πως έχει φίλους καλούς, ανθρώπους που τον αγαπούν και του στέκονται. Αλλά καλούς εχθρούς, εχθρούς που τον σέβονται, εχθρούς ειλικρινείς στην εχθρότητά τους, αφιερωμένους σ' αυτή όπως ο καλός φίλος στη φιλία; Εχθρούς με σθένος, εχθρούς πείσμωνες και εργατικούς; Ποιος το πιστεύει αυτό; Μια τέτοια τύχη ήταν πάντα προνόμιο για λίγους και, όσο περνά ο καιρός, γίνεται προνόμιο για λιγότερους.

XIV
Κάθε αφορισμός εμφορείται από μια επιθυμία μονιμότητας, που μεταφράζεται σε ένα φαντασιακό της γραφής ως χάραξης, ως ίχνους που ανθίσταται στον χρόνο. Για αυτό όμως ακριβώς το λόγο, είναι ματαιοπονία να προσπαθείς να εξασφαλίσεις την ποιότητα του αφοριστικού λόγου με το νόμισμα της ατομικής ευφυίας. Η ποιότητα ενός αφορισμού αφορά το ίχνος που δύναται να αφήσει η ευφυία αυτή, και άρα και ένα συγκεκριμένο είδος στρώματος όπου δύναται να αφήσει το ίχνος της. Το στρώμα αυτό είναι έκκριμα ιστορικό, είναι η έκφραση της πυκνότητας αλλά και της μεταβλητότητας των πραγμάτων σε μια εποχή. Κάποιοι έγραψαν πάνω σε μια εποχή-κερί, εύπλαστη αρκετά για να χαραχτεί απ' τη λέξη, άκαμπτη αρκετά για να την κρατήσει. Εμείς γράφουμε πάνω σε μια εποχή-άμμο, και όλο έρχεται ένα κύμα και χαλάει τα περιγράμματα των γραμμάτων, όσο βαθιά και αν τα σκάβουμε κάθε φορά.

26/11/2010-Φαινομενολογία της εξέγερσης

Για τα παιδιά στους δρόμους του Λονδίνου

Ο λόγος της αστυνομίας --όλων αυτών που εκπροσωπούν, ενισχύουν, νομιμοποιούν την κυριαρχία της αστυνομίας επί της πολιτικής-- είναι, από τον καιρό του Μπένθαμ, οπτικός λόγος. Είναι ένας λόγος σύμφωνα με τον οποίο κεντρικό διακύβευμα του υποκειμένου είναι η γνώση ως έκφραση μιας απαίτησης για εξουσία, και σύμφωνα με τον οποίο η βασική και ανεξάλειπτη συνθήκη της γνώσης είναι η όραση, η θέαση, η θεωρία με την αρχαιοελληνική της ετυμολογική έννοια. Για την αστυνομία, γνωστό είναι το ορατό· και αντίστροφα, το ορατό είναι αυτό που επιτρέπει τη γνώση. Η διαδικασία της γνώσης είναι εν πολλοίς διαδικασία της απόσυρσης των πραγμάτων απ' τη ζώνη του αθέατου, της κοπιώδους έλξης τους στο φως του ορατού.

Αυτό που κάποτε ονομάστηκε "αντιγνώση", και που συνδέεται με μια σειρά αναπτυγμάτων στις παρυφές της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών (Νίτσε, Χάιντεγκερ, Μπατάιγ, Μπλανσό, Ντεμπόρ, Φουκώ κλπ) είναι η διεκδίκηση του δικαιώματος για κάτι άλλο από όραση και κάτι άλλο από γνώση. Είναι η υπογράμμιση της αναγκαιότητας όχι για το άρρητο αλλά για μια υλιστική επανίδρυση του δικαιώματος στο να γνωρίζεις που δεν διαμεσολαβείται από το μάτι και από την πάντοτε αποστασιοποιημένη, αυτο-εγκλωβισμένη και εγκλωβίζουσα προοπτική του.

Η σημερινή φοιτητική νεολαία, όπως κάθε νεολαία εδώ και αρκετό καιρό, κάθισε επί μακρόν στα θρανία της επικυριαρχίας της οπτικής κατασκευής του κόσμου και της συνακόλουθης διασύνδεσής της με το δίδυμο γνώση/εξουσία. Έζησε έγκλειστη, όπως και οι προηγούμενες γενιές στη Δύση μετά το Μάη του 68, στην φούσκα του φαινομένου --μια φούσκα πλήρη, θα μπορούσε να πει κανείς, φαινομένων, υπερχειλισμένη από το ορατό. Σε κάθε γενιά, η παράδοση στην επικυριαρχία του ορατού, την επικυριαρχία της αστυνομίας, έρχεται με το κόστος, μεταξύ άλλων, της απώλειας των συνδετικών εκείνων κρίκων που ενώνουν τις αισθήσεις εκτός της όρασης με μια άλλους είδους γνώση, ή μάλλον με μια ευρύτερη από τη γνώση κατηγορία που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει εμπειρία.

Η κοινωνία της εικόνας είναι κοινωνία αισθητηριακής ένδειας· κοινωνία όπου οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να καταστέλλουν ολόκληρες ζώνες αισθήσεων και διαθέσεων που ενοικούν στην εκ του σύνεγγυς επαφή με τα πράγματα και τα σώματα. Η αστυνομική προδιάθεση βλέπει σε κάθε εξέγερση μόνο το θέαμα της καταστροφής της ιδιωτικής περιουσίας, τον κίνδυνο διάτρησης της φαινομενικής τάξης του κόσμου· ποτέ το βάρος που αποκτά για τον εξεγερμένο η έκθεση στην εμπειρία πέρα από την τάξη της θέασης και του ορατού. Ο εξεγερμένος δεν παύει να είναι θεατής επειδή δρα, γενικά και αφηρημένα. Ο εξεγερμένος παύει να είναι θεατής επειδή ανοίγεται σε μια ζώνη εμπειρίας που διαφεύγει από την απομάκρυνση απ' το αντικείμενο που προϋποθέτει το οπτικό, που επερωτά τη μεταμόρφωση του κόσμου σε απλή εικόνα, έστω τριών διαστάσεων. Καμμία φαινομενολογία της εξέγερσης δεν είναι εφικτή αν δεν στραφεί προς αυτά τα οποία το σώμα που εξεγείρεται μαθαίνει εκ του σύννεγυς--και που εξεγείρεται ώστε να μάθει:

το πιάσιμο των χεριών αγνώστων καθώς σχηματίζεις μια αλυσίδα προστασίας ενός χώρου·
την υφή και την αντίσταση μιας γυάλινης προθήκης όταν την κλωτσάς με το πόδι ή τη χτυπάς με λοστό·
τον πόνο απ' το γκλοπ όταν σε χτυπά στα δάχτυλα ή το μπράτσο ή την πλάτη·
την αποπνικτική μυρωδιά των χημικών ή αυτή της βενζίνης ή των καμένων ελαστικών·
τους κρότους του δρόμου, διαφόρων ειδών και αποχρώσεων·
το βάρος ενός σώματος που πέφτει στα χέρια σου ή υποβαστάζεις·
την απελευθέρωση ενός κάποιου πνεύματος όταν ενώνονται οι φωνές.
την χαρά μιας νέας επινόησης που υλοποιείται συλλογικά--μιας κατάστασης, μιας διακοπής του ρου της καθημερινότητας, ενός θεάτρου αντεστραμμένων ρόλων, μιας σειράς πυρετωδών συναντήσεων και συζητήσεων.

Κάποιοι θα μιλήσουν για αισθητικοποίηση της εξεγερσιακής βίας· ξεχνούν την πείνα των αισθήσεων που μαστίζει γενιές μεγαλωμένες με ίντερνετ, Νιντέντο, τηλεόραση, και βιντεοκάμερες. Ξεχνούν, ακόμα σημαντικότερα, την επιθυμία του σώματος να φέρει τον κόσμο κοντά του, να διατρήσει το αδιόρατο εκείνο πέπλο που τον κάνει ταυτόχρονα εκτυφλωτικά προφανή και απόμακρο, που τον επενδύει με μια αύρα αποτρόπαια μεταφυσική, που τον αποστεώνει σε τίτλους εφημερίδων. Αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο που μετατράπηκε σε αριθμούς και δεδομένα, σε ψηφία, σε ποσότητες και ισοδυναμίες, το σώμα επιθυμεί να τον ξαναφέρει κοντά του, να τον επιστρέψει στην υλική του υπόσταση. Για να τον αγκαλιάσει κάποιες φορές, για να τον καταστρέψει άλλες· αλλά πάσει θυσία για να τον φέρει στα μέτρα του, για να ξανα-αισθανθεί κομμάτι της ίδιας ύλης με αυτόν, όχι εξόριστο απ' τα μυστηριώδη του και άφαντα ενδότερα --"οικονομία", "δημοκρατία", "ελευθερία", "ισχύς". Το εξεγερμένο σώμα επιθυμεί όχι να πάψει να θυμώνει ή να φοβάται ή να πονά αλλά να συνδέσει το αίσθημα του θυμού ή του φόβου ή του πόνου του με κάτι απτό και υλικό, με κάτι προσβάσιμο. Επιθυμεί να δει διαφορετικά, χωρίς μάτια, χωρίς να τυφλώνεται απ' τα φώτα των σειρήνων της αστυνομίας.

22/11/2010-Περί ενότητας και διαίρεσης, πολιτικά

Αφορμή για το παρόν κείμενο στάθηκε η δημοσίευση δύο κειμένων --του Νίκου Ξυδάκη και του Old Boy-- πάνω στα ζητήματα της ενότητας και του διχασμού ή της διαίρεσης. Στο δικό του κείμενο, ο Ξυδάκης σημειώνει (και θα παραθέσω ένα ιδιαίτερα εκτενές απόσπασμα):
από τον διχασμό που φέρνει το Μνημόνιο βρίσκονται βαθιές ρίζες, που φτάνουν μέχρι τους χρόνους ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ίσως και πιο βαθιά ακόμη, στους χρόνους της κατάκτησης όταν ανεδύετο η εθνική συνείδηση. [...]
Η διχοστασία αυτή, των ενσωματωμένων και των ανεξάρτητων, διαπερνά το έθνος από αναδύσεως και το κράτος από συστάσεως. [...]
Οι τέτοιες διχοστασίες έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα. [...]
Εχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο; [...]
Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών, δηλαδή αμοιβαία αλληλοαναγνώριση και υπέρβαση του ατομικού· και συμφιλίωση με την πραγματικότητα, δηλαδή αναγνώριση της πραγματικότητας, των υλικών της όρων, των υπαρκτών δυσχερειών και των αντινομιών της. Ορισμένως, προϋποτίθεται η θέληση· να επενεργήσει δυναμικά η θέληση πάνω σε μια πραγματικότητα που τώρα ορίζεται ερήμην των υποκειμένων και της θέλησης τους, ή και εναντίον τους.
Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα. Αιρόμενοι υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού, μετατοπιζόμενοι δραστικά από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου.
Στο δικό του, χαρακτηριστικά ειρωνικό κείμενο, ο Old Boy παρατηρεί:
Ενότητα, τι ωραία λέξη, προδοσία, τι κακόηχη, είναι ακόμα στην πρώτη κρυάδα οι Ιρλανδοί, αλλά σιγά σιγά θα εσωτερικεύσουν και αυτοί την οικονομικοπολιτική νομοτέλεια της εποχής.
Οι όμορφες λέξεις όμορφα επικοινωνούνται, οι ξεπερασμένες από την ιστορία λέξεις με ξεπερασμένους από την ιστορία της επικοινωνίας τρόπους.
Προδοσία: τι οικονομικό νόημα μπορεί να έχει αυτή η έννοια; Μπορεί να προδώσει κανείς μια πατρίδα ή έναν άνθρωπο, μπορεί να προδώσει κανείς κάποιες αξίες, αλλά σε επίπεδο δημοσιονομικών μεγεθών τα νούμερα ή βγαίνουν ή δεν βγαίνουν.
Νομίζω ότι δεν θα υπερέβαλλα και δεν θα παραποιούσα την πραγματικότητα αν έγραφα ότι τα δύο αυτά κείμενα είναι διχασμένα μεταξύ τους· ότι δηλαδή το δεύτερο επερωτά ακριβώς την υποστασιοποίηση της ενότητας στην οποία προβαίνει το πρώτο, τις πολιτικές της προϋποθέσεις και συνέπειες. Και θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ευθύς αμέσως ότι συντάσσομαι καθαρά και χωρίς δισταγμό με το δεύτερο, συντομότερο κείμενο και όχι με το πρώτο. Γιατί;

Θα επικεντρωθώ στην διατύπωση Ξυδάκη ότι "μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο". Και θα αναρωτηθώ: ποια θα μπορούσε να είναι η βάση για την "υπέρβαση της διχοστασίας" σήμερα; Εφόσον η διχοστασία ("στάσις", για τους αρχαίους) είναι κατεξοχήν πολιτικό φαινόμενο, τι είδους προϋποθέσεις πρέπει να συγκεντρώνει η "υπέρβασή" της; Για τον Ξυδάκη, η απάντηση βρίσκεται στη λέξη "θέληση", ή πληρέστερα, "θέληση για συμφιλίωση". Και η θέληση για συμφιλίωση με τη σειρά της μεταφράζεται ως "μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό", ως άρση του εαυτού μας "υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού", ως μετάβαση "από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου." Πρόκειται, νομίζω είναι ακριβής ο χαρακτηρισμός, για ένα επιχείρημα ηθικού βολονταρισμού το οποίο, μη βρίσκοντας απτές πολιτικές βάσεις για να "πατήσει", επιχειρεί να πιαστεί από την ίδια την αισθητική εικόνα της ενότητας, την φυσικότητα με την οποία η ενότητα ως έννοια ελκύει τους ανθρώπους, και με την οποία εμφανίζεται ως ανώτερο ιδανικό από την διαίρεση και τη διχογνωμία. Η ενότητα είναι το περιεχόμενο κάθε ουτοπίας, και ως τέτοια δεν είναι ούτε "αριστερή" ούτε "δεξιά" ιδέα. Γιατί όμως με προβληματίζουν εντονότατα οι παραπάνω διατυπώσεις;

Χρειαζόμαστε μια παράκαμψη στο σημείο αυτό. Στο βιβλίο του Αισθητική θεωρία, ο Τέοντορ Αντόρνο στράφηκε ενάντια σε αυτό που ταυτοποίησε ως τάση ορισμένων έργων τέχνης για "πρόωρη συμφιλίωση" με την κατεστημένη πραγματικότητα --με τον κόσμο όπως έχει. Το επιχείρημά του ήταν ότι η τέχνη μπορεί να παραμείνει αληθής ως προς το αισθητικό πεπρωμένο της μόνο στον βαθμό που δεν μετατρέπει την αισθητική σε μέσο ή εργαλείο μιας συμφιλίωσης μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων στο πεδίο της αντικειμενικής πραγματικότητας. Για τον Αντόρνο, μια τέτοιου είδους συμφιλίωση, μια συμφιλίωση που θα λάμβανε χώρα μόνο στο αισθητικό επίπεδο, θα ήταν όχι μόνο ψευδής αλλά και κακόβουλα διαστρεβλωτική. Είναι μια αντίληψη που το κείμενο Ξυδάκη δείχνει να παραγνωρίζει. Και επειδή δεν εννοώ ότι το κείμενο αυτό θα όφειλε να αναφερθεί στον Αντόρνο ή στην έννοια της "πρόωρης συμφιλίωσης" συγκεκριμένα, θα πρέπει να εξηγήσω γιατί κάνω λόγο για παραγνώριση.

Τι σημαίνει η πρόταση "συμφιλίωση πέρα απ' το δίλημμα με ή χωρίς Μνημόνιο"; Αδυνατώ να δω πως μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο από συμφιλίωση αδιάφορα απ' το γεγονός ότι το περιεχόμενο του Μνημονίου αποτελεί ουσιώδη δήλωση ταξικής εχθρότητας, κομμάτι της εκδίπλωσης ενός ταξικού πολέμου. Και συνεπώς αδυνατώ να κατανοήσω τι σημαίνει σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία η λέξη "συμφιλίωση" εκτός από συμφιλίωση με τον πόλεμο αυτόν καθαυτόν, με το αναπόδραστο των όρων εκδηλώσεώς του. Γιατί το Μνημόνιο αποτελεί στο ταξικό επίπεδο πράξη ανάλογη με αυτή του βομβαρδισμού αμάχων στο στρατιωτικό (ας θυμηθούμε εδώ το βομβαρδιστικό φαντασιακό στην έκκληση του Κ. Μπακογιάννη για περισσότερους πολιτικούς-καμικάζι). Θα μπορούσε να αρκεστεί κανείς στο να παρατηρήσει ότι η συμφιλιωτική διάθεση κατά την διάρκεια πολεμικών συρράξεων (και τα διακυβεύματα σήμερα είναι ζωές, δεν είναι παίξε-γέλασε) ονομάζεται λιποταξία. Αλλά τα πράγματα είναι ακόμη πιο προβληματικά.

Γιατί δεν είναι μόνο ότι το να συμφιλιώνεσαι, για παράδειγμα, με την απόσυρση υγειονομικής περίθαλψης στα θύματα HIV αποτελεί παράδοση στη βαρβαρότητα, λευκή σημαία σε ό,τι συνθλίβει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι και ότι πρέπει να σκεφθεί κανείς το ακριβές νόημα της έννοιας της "πρόωρης συμφιλίωσης" στο αντορνικό συγκείμενο. Στο αισθητικό πεδίο, η "πρόωρη συμφιλίωση" --και η συνακόλουθη καταστολή αυτού που διαιρεί την κοινωνία από το πεδίο της ορατότητας-- είναι ουσιαστικά το κιτς, η τέχνη ως ζαχαρωτό υποκατάστατο αυτού που η κοινωνία αρνείται να υλοποιήσει (και για τον Αντόρνο, ακόμα και τα μεγάλα έργα τέχνης είναι ικανά παράδοσης στο κιτς, σε κιτς τροπικότητες). Στο πολιτικό επίπεδο, απ' την άλλη, το περιεχόμενο της "πρόωρης συμφιλίωσης" είναι ένα: φασισμός --για αυτό άλλωστε και η συγγένεια των διαθέσεων του φασισμού και του κιτς είναι συστημική και όχι ενδεχομενική.

Η μαζική σαγήνη του φασισμού, ήρθε καιρός να θυμηθούμε, δεν οφείλεται σε κάποιου είδους ομαδική παράκρουση ή στιγμή τρέλας. Οφείλεται στο γεγονός ότι σε μια βαθιά διαιρεμένη κοινωνία, μια κοινωνία βαθύτατων ταξικών πολώσεων και εδραιωμένων μορφών μνησικακίας, η φασιστική ιδεολογία προσέφερε το όνειρο της κοινωνικής ενότητας τώρα, από αυτή κιόλας τη στιγμή. Οι όροι αυτής της δυνατότητας ήταν ριζικά διαφορετικοί από αυτούς που προσέφερε την ίδια εκείνη περίοδο η μαρξική προοπτική (και αυτή είναι μία ακόμη ευκαιρία θεωρητικής διάκρισης ανάμεσα σε κομμουνισμό και φασισμό): για τους κομμουνιστές το "τώρα" ήταν η στιγμή της διαίρεσης, της πάλης, του αγώνα, εφόσον το "τώρα" ήταν επίσης το σημείο μέγιστης εκδήλωσης όλων αυτών των δυνάμεων που παρεμποδίζουν την συμφιλίωση (της ταξικής εκμετάλλευσης, του ιμπεριαλισμού, της κερδοσκοπίας των λίγων, κλπ). Η "δικτατορία του προλεταριάτου" είναι μια προγραμματική ανακοίνωση πολέμου που έχει ως στόχο την πλήρη κατάργηση των προϋποθέσεων της εχθροπραξίας. Ο φασισμός λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα: προσφέρει μια ειρήνη που η τελική της έκβαση δεν μπορεί παρά να είναι ο ατελείωτος πόλεμος. Υποσχόμενος την συμφιλίωση πρόωρα, ανεξάρτητα από τις αντικειμενικές συνθήκες που συντηρούν τον ανελέητο πόλεμο των τάξεων στον χώρο της πολιτικής κοινωνίας, μεταθέτει αναγκαστικά την επίμονη πραγματικότητα της σύγκρουσης κάπου εκτός του κοινωνικού σώματος που παραμένει αντικειμενικά διαιρεμένο, αλλά σε κατάσταση πλέον απάρνησης για αυτή τη διαίρεση: στον Εβραίο, τον ομοφυλόφιλο, τον κομμουνιστή, τον τσιγγάνο, τον μετανάστη, τον συνομώτη...

Η επιστροφή της ρητορικής της ενότητας σε συνθήκες όπου είναι οφθαλμοφανές ότι τέτοια δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο ως ρητορική --δηλαδή ως κάτι που περιορίζεται στο επίπεδο της εικόνας, της αναπαράστασης, της πολιτικής ως συνώνυμης του αισθητικού-- είναι το σημείο κατά το οποίο η φασιστική προοπτική περνά το κατώφλι που την καθιστά πραγματικά επικίνδυνη: το κατώφλι της εκλογίκευσης και της φυσιολογικοποίησης, του "από αυτό το χάος που ζούμε, προτιμότερο θα ήταν..." Αν μάθαμε κάτι από την δεκαετία του 30, αυτό θα πρεπε να είναι ότι πριν τις ακρότητες του φασιστικού τρόμου υπήρξε η ευφορία της φασιστικής ουτοπίας, της προοπτικής άρσης, επιτέλους, της διχογνωμίας και του εσωτερικού σπαραγμού της κοινωνίας. Ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει φασισμός χωρίς την εξύμνηση ενός "νέου πνεύματος" συναδέλφωσης και ενότητας μεταξύ όλων των Γερμανών του οποίου τα πρώτα θύματα ήταν νομοτελειακά όσοι αρνήθηκαν να προάγουν αυτό το πνεύμα αντί για τη "διχοστασία", δηλαδή οι Σπαρτακιστές.

Θα αντέτεινε φυσικά κανείς ότι η ενότητα για την οποία γίνεται λόγος σήμερα είναι "ενότητα της κοινωνίας" ως κοινωνίας, και όχι εθνικιστική ενότητα ή φυλετική. Θα άξιζε όμως να αναρωτηθεί αν η φασιστική υπόσχεση δεν αρθρώθηκε η ίδια σε επίπεδο κοινωνικό· και ταυτόχρονα, αν η "κοινωνική ενότητα" σήμερα είναι ιδέα που πατά τελικά κάπου αλλού από ότι στους ίδιους αυτούς σχηματισμούς του έθνους και της φυλής. Θα άξιζε επίσης να θυμηθεί κανείς ότι ο φασισμός δεν υπήρξε μόνο σαγηνευτικός για τους απύθμενα συμπλεγματικούς διανοητικούς νάνους του Ράϊχ· όταν ένας Μπλανσό ενδίδει στην φασιστική σαγήνη, έστω και για λίγα μόνο χρόνια, κανείς δεν δικαιούται να αισθάνεται ασφαλής.

Ας κλείσω με δυο σκέψεις για την διάσημη παρατήρηση του Βάλτερ Μπένγιαμιν στο τέλος του δοκιμίου του "Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής". Και πρώτα με το σχετικό απόσπασμα:
"Fiat ars--pereat mundus" λέει ο φασισμός, και όπως παραδέχεται ο Μαρινέτι, περιμένει απ' τον πόλεμο να παρέξει την καλλιτεχνική ικανοποίηση μιας αισθητηριακής αντίληψης που έχει μεταλλαχθεί απ' την τεχνολογία. [...] Η ανθρωπότητα, που στον καιρό του Ομήρου ήταν αντικείμενο περισυλλογής για τους θεούς του Ολύμπου, τώρα συλλογιέται τον εαυτό της. Η αυτο-αλλοτρίωσή της έχει φτάσει τέτοιο βαθμό που μπορεί να νιώσει την ίδια της την καταστροφή ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξης. Αυτή είναι η κατάσταση της πολιτικής που ο φασισμός καθιστά αισθητική. Ο κομμουνισμός απαντά πολιτικοποιώντας την τέχνη.
Η διατύπωση που θέλει το φασισμό να είναι η αισθητικοποίηση της πολιτικής είναι διάσημη αλλά όχι αυτονόητη. Στο παραπάνω απόσπασμα, για παράδειγμα, συγκοινωνεί με την διατύπωση για τον πόλεμο τον ίδιο ως αισθητική μέθεξη, διατύπωση που απαντά βέβαια στο έργο των φασιστών ιταλών φουτουριστών (εξού και η αναφορά στον Μαρινέτι). Όμως δεν είναι η διαιρετική, συγκρουσιακή πλευρά του πολέμου που εκπροσωπεί για τον Μπένγιαμιν παράδειγμα της "αυτο-αλλοτρίωσης" της ανθρωπότητας που καταλήγει στην αισθητικοποίηση του σπαραγμού της. Είναι η ουτοπική του υπόσχεση της συστράτευσης, της (πρόωρα) υπερβατικής εμπειρίας της εγκατάλειψης του ατομικού εαυτού. Στις υποσημειώσεις στο ίδιο δοκίμιο, η τελευταία υποσημείωση αναγράφει:
Η μαζική αναπαραγωγή συνεπικουρείται ιδιαίτερα από την αναπαραγωγή των μαζών. Στις μεγάλες παρελάσεις, τις τεράστιες συγκεντρώσεις και τα αθλητικά γεγονότα, και τον πόλεμο [...] οι μάζες αντικρίζουν τον εαυτό τους.
Τι είναι αυτό που ικανοποιεί τη φασιστική μάζα στη θέαση του εαυτού της, που την αισθητικοποιεί απέναντι στα ίδια της τα μάτια; Μα φυσικά η θέαση της οργανικής της ενότητας, της πρόωρης, άμεσα διαθέσιμης εξάλειψης αυτού που διαιρεί κάθε άτομο από μέσα (απογοητεύσεις, πικρίες, ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες) και τα άτομα μεταξύ τους (τάξη, φύλο). Και τι είναι η κλασική αισθητική απόλαυση παρά η απόλαυση της ενότητας αυτής ως φάντασμα, ως εικόνα και αναπαράσταση ακριβώς εκεί όπου είναι αδύνατη ως πραγματικότητα; Ο Μπένγιαμιν δεν έζησε ποτέ τον κόσμο όπου η ενάτη του Μπετόβεν θα συνόδευε τους καταδικασμένους στους θαλάμους αερίων χωρίς ίχνος ενσυνείδητης κυνικής ειρωνείας σε βάρος τους αλλά ως αντικειμενική έκφραση των συνεπειών του θανατηφόρου κιτς της "πρόωρης συμφιλίωσης". Τον προέβλεψε όμως. Και του οφείλουμε να αισθανόμαστε λιγάκι άβολα όταν η ανθρώπινη συμφιλίωση, αντί να είναι ο ουτοπικός απώτερος στόχος της πολιτικής στράτευσης, προβάλλεται ως η υψιπετής, υψίνους, υπερ-πολιτική εναλλακτική σε μια εμπειρία του πολιτικού πεδίου που όσο περισσότερο προβάλλει ως απελπιστικά και αδιέξοδα παθογενής, τόσο περισσότερο θα συρρικνώνεται ως πεδίο άρθρωσης της υπόσχεσης της ελευθερίας και της ισότητας.

Saturday, December 4, 2010

20/11/2010-1/12/2010-Αφορισμοί της ημέρας

Ι
Δεν είναι ότι πήγες αριστερότερα. Είναι ότι αυτοί απ' τους οποίους όλο και απομακρύνεσαι δεν σταματούν να πηγαίνουν δεξιότερα. Η κρίση δεν σε ριζοσπαστικοποιεί ενεργητικά, σπρώχνοντάς σε πιο ακραιφνείς, πιο τολμηρές ιδέες. Σε ριζοσπαστικοποιεί παθητικά, κάνοντας τις ιδέες που είχες πριν όλο και λιγότερο αποδεκτές από την υπό διαμόρφωση κατανομή εφικτών πολιτικών θέσεων. Αυτό είναι ήδη μια ήττα χωρίς αμφιβολία: βρίσκεσαι, θέλοντας και μη, σε θέση άμυνας· αυτοδιορίζεσαι θεματοφύλακας αυτού που κινδυνεύει, όπως πάντα, να απαλειφθεί όχι απλώς από τη ζωή αλλά και από την ίδια τη μνήμη των ανθρώπων. Αλλά ποιος θέλει να νικήσει όταν νικά μόνο ο ντροπιαστικός συμβιβασμός με το ψέμμα;

ΙΙ
Ο κόσμος όπως είναι είναι κάτι το οποίο όσο περισσότερο αγαπάς τόσο περισσότερο οφείλεις να εχθρεύεσαι, και που όσο περισσότερο θέλεις να παρηγορήσεις τόσο λιγότερο οφείλεις να παρηγορείς.

ΙΙΙ
Η σκέψη ενάντια στη βαρβαρότητα δεν μπορεί να είναι σκέψη που εξακολουθεί τον πολιτισμένο δρόμο της ωσάν να μην αντιλαμβάνεται τη βαρβαρότητα που την περιβάλλει όλο και πιο ασφυκτικά. Μια τέτοια σκέψη δεν μπορεί να είναι παρά άλλοθι της ίδιας της βαρβαρότητας, μέσο νομιμοποίησης της δήθεν ανεκτικότητάς της. Η σκέψη ενάντια στη βαρβαρότητα είναι σκέψη που στρέφεται ενσυνείδητα ενάντια σ' αυτό που είναι βάρβαρο. Και αυτό προαπαιτεί πρώτα από όλα τη συνειδητοποίηση ότι η βαρβαρότητα δεν είναι κάποιου είδους παρέκκλιση από την εξελικτική πορεία του πολιτισμού. Η βαρβαρότητα, αντιθέτως, είναι πάντα η έκφραση της άρνησης του πολιτισμού από τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι το όνομα της αποτυχίας του να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του.

Το δεύτερο προαπαιτούμενο της σκέψης ενάντια στη βαρβαρότητα είναι η ταυτοποίηση των πιο τετριμμένων, σιωπηρών, "ιδιωτικών" πλευρών της. Το να τελεί κάποιος που εργάζεται εν αγωνία για το αν θα μπορεί αύριο να συνεχίσει να πληρώσει το ενοίκιο του ή το σχολείο του παιδιού του είναι ήδη η πεμπτουσία της κοινωνικής βαρβαρότητας, της μετατροπής της κοινωνίας σε μηχανισμό αναίτιας και άδικης συντριβής του δικαιώματος στη ζωή των μελών της. Κάθε σκέψη που δεν εξεγείρεται παθιασμένα ενάντια στην προφάνεια --και, παραδόξως-- το τελικά απαρατήρητο αυτής της συντριβής, είναι ήδη βάρβαρη.

IV
Το θεμέλιο της φιλοσοφίας του έρωτα είναι ο Χέγκελ, αν και ο Χέγκελ δεν φημίζεται ως φιλόσοφος του έρωτα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν θα μπορούσε παρά να υπάρξει Λακάν. Ο Λακάν πραγματώνει τη φιλοσοφία του έρωτα που θεμελίωσε ο Χέγκελ --είναι, ουσιαστικά, ήδη ο εραστής του. Η βασική φόρμουλα του εγελιανο-λακανικού έρωτα: Το Ένα δεν μπορεί να ατενίσει τον εαυτό του και συνεπώς να πραγματωθεί ως an sich και für sich παρά διαιρώντας τον εαυτό του σε Δύο. Απέναντι στη φόρμουλα αυτή, ο Χέγκελ στέκεται στην όχθη της γαλήνης της πραγμάτωσης, ο Λακάν σ' αυτή του επίπονου της διαίρεσης.

Η διαίρεση ως μοίρασμα του μη έχειν είναι η κρυφή γραμμή που ενώνει έρωτα και πολιτική: όλοι οι εραστές είναι κομμουνιστές. Για τον εαυτό τους δεν κρατούν τίποτε, παρά μόνο την επίγνωση ότι δεν έχουν τίποτε να κρατήσουν για τον εαυτό τους.

V
Πειρασμός να απαντήσεις στην ιδέα ότι η επίκληση του φασισμού είναι γραφικότητα με αυτή που λέει ότι ο φασισμός εμφανίστηκε στην ιστορία ως διηνεκής προοπτική για το μέλλον, όπως ο Διαφωτισμός. Διαθεσιμότητα σήμερα των εξής θεμελιωδών του προϋποθέσεων: έθνος-κράτος + βιοπολιτική+καπιταλιστική κρίση + κοινωνική αποσύνθεση + θιγμένη μικροαστική τάξη + ταυτοποιήσιμοι "παρείσακτοι".

Απορρέοντα ερωτήματα: α) Πόση σημασία έχει για την ανάπτυξη φασιστικής κρίσιμης μάζας το να "μην γνωρίζει τον εαυτό της" --σε πρώτο στάδιο, τουλάχιστον-- ως φασιστική; β) Πόση σημασία έχει για τον φασισμό να ονομάσει ένα "προνομιακό" αντικείμενο καταδίωξης αντί να στοχεύει ευκαιριακά διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες θυμάτων; γ) Μπορεί να υπάρξει φασισμός όπου τόσο οι θύτες όσο και τα θύματα θα μπορούν να είναι μικροαστοί, φτάνει να μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους με κάποιο άλλο κριτήριο από το ταξικό; Δεν ήταν ήδη πολλοί από τους Εβραίους που εξολοθρεύτηκαν το ίδιο μικροαστοί με τους θύτες τους;

VI
Ακόμα και όταν όλες οι άλλες πηγές νομιμοποίησης στερεύουν ή χάνουν την ορμή τους, απομένει παρ' όλα αυτά η αδράνεια. Η αδράνεια είναι και αυτή μια μορφή δύναμης και αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Είναι επίσης μια μορφή δύναμης που συγκροτεί ιστορικές περιόδους. Κάθε interregnum, κάθε ούτως αποκαλούμενη "μεταβατική" περίοδος, είναι περίοδος όπου βασιλεύει η αδράνεια: τόσο αντικειμενικά, στο επίπεδο της εγκόσμιας δράσης, όσο και υποκειμενικά, στο επίπεδο της σκέψης.

Αυτό σημαίνει ότι στις μεταβατικές περιόδους δεν μπορεί να αρκεστούμε σε μια σκέψη που είναι απλώς αλλεργική στην αδράνεια, που μας προστάζει να κάνουμε αυτό ή εκείνο ώστε να αποφύγουμε πάσει θυσία να μείνουμε αδρανείς. Η έλλειψη κατεύθυνσης κάνει ακόμα και την πιο πολυάσχολη σκέψη σύμμαχο της αδράνειας. Και αντίστροφα: όσο περισσότερο πολυάσχολη η σκέψη, τόσο λιγότερες οι πιθανότητες να οδηγήσει κάπου.

Από τη μάταιη, σπασμωδική κινητικότητα του χοιριδίου στο κλουβί είναι προτιμότερη η τεταμένη ακινησία που διατηρεί μια τίγρης πριν το άλμα.

VII
Ψοφοδεής ρασιοναλισμός: Ό,τι απομένει απ' την αριστερά ως φορέα "μεταρρύθμισης" όταν η πρωτοβουλία μεταρρυθμιστικών κινήσεων περνά εξ ολοκλήρου στα χέρια της Παλινόρθωσης της κοινωνίας φεουδαρχικών προνομίων.

VIII
Όλα θα ήταν πολύ καλύτερα για την δημόσια σφαίρα --αν όχι και για την οικονομία-- αν οι χιλιάδες οικονομολόγοι που εκπαιδεύτηκαν ως εμπροσθοφυλακή προπαγάνδας για αυτούς που δεν καταδέχονται καν να μιλούν στο πόπολο (τι ντροπή, να είσαι δούλος που παριστάνει τον αφέντη!) αποφάσιζαν να κάνουν και καμμιά τίμια δουλειά, αφού πρώτα έκαιγαν ή, καλύτερα, έτρωγαν τα πτυχία τους. Είναι αρκετό για το στομάχι του ανθρώπου να έχει να κάνει με πολιτικίζοντες δημοσιογράφους και δημοσιογραφίζοντες πολιτικούς όλη μέρα. Αλλά τελικά, αντί για το κοπάδι χωρίς βοσκό που έβλεπε ο Νίτσε, φτάσαμε να έχουμε πολλούς αλαφροίσκιωτους βοσκούς που μαγεύονται οι ίδιοι απ' τη φλογέρα τους, ξεχνώντας ότι δεν τους ακολουθεί κανένα κοπάδι.

IX
Στην Ελλάδα, η ταμπέλα "αριστερά" έχει πλέον τον ίδιο ακριβώς ρόλο --και την ίδια ερμηνευτική αξία-- με τις πράσινες συσκευασίες προϊόντων στο σουπερμάρκετ: είναι μια τεχνική σημειωτικής χειραγώγησης δια της οποίας ένα συχνά τοξικό και ανθυγιεινό περιεχόμενο μεταμορφώνεται μαγικά στο αντίθετό του. Για αυτό και η μοίρα της μοιάζει πολύ με την μοίρα των προϊόντων στα ράφια των σουπερμάρκετ: δεν υπάρχει πλέον μη "οικολογικά" πλασαρισμένο προϊόν, που σημαίνει ότι η ίδια η αρχή διάκρισης έχει καταλήξει να υπονομεύει κάθε διάκριση.

Μπροστά σε μια αριστερά που δεν είναι πουθενά ακριβώς στον βαθμό που είναι παντού --έτσι που όλοι, από τον πρωθυπουργό ως τον Στρως Καν μπορούν να μιλούν με συμπάθεια και θέρμη για την "αριστερά" και ως "αριστεροί" (ποτέ δεν εμφανίστηκαν τόσοι πολλοί "αριστεροί" όσο στην εποχή της ωμής Παλινόρθωσης του εργασιακού μεσαίωνα)-- η απάντηση είναι: "Προς Θεού, λιγότερη αριστερά! Δεν θα αντέξουμε άλλο τόση πολλή αριστερά! Θα πάρουμε κάτι σε στοιχειώδη πολιτική ειλικρίνεια!"

X
Το αξίωμα που ανακύπτει: σε δύσκολους καιρούς, είναι άχρηστο για το κεφάλαιο να υπερασπίζεται τον πολιτικό του βραχίονα με βάση τις αξίες και προτεραιότητες που προσιδιάζουν στο ίδιο. Είναι πολύ χρησιμότερο να δίνει σ' αυτές τις αξίες και προτεραιότητες την ταμπέλα των αντιθέτων τους. Με τον τρόπο αυτό δεν καταφέρνει βέβαια να ξεγελάσει κανένα για το τι εκπροσωπεί το ίδιο· ναρκοθετεί όμως αποτελεσματικότατα το πολιτικό λεξιλόγιο του αντιπάλου.

XI
Παραδοξότητα: Οι πραγματικά αφοσιωμένοι κομμουνιστές είναι τις περισσότερες φορές βαθιά μοναχικοί άνθρωποι. Η κακοπροαίρετη ερμηνεία του φαινομένου είναι ότι ο κομμουνισμός, με την έμφασή του στη συλλογικότητα, τούς βοηθά να αναπληρώσουν φαντασιακά την πραγματική τους συναίσθηση ότι δεν ανήκουν, ότι είναι ξένοι προς τον κόσμο. Η καλοπροαίρετη είναι ότι η πραγματική κομμουνιστική συλλογικότητα δεν είναι καθόλου κάτι εχθρικό προς την μοναχικότητα. Το κομμουνιστικό ιδεώδες δεν είναι η συλλογικότητα ως τέλος, ως τελικός ορίζοντας της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι μάλλον το τέλος της συλλογικότητας, η εκπλήρωση-ως-υπερκέραση της συλλογικής οργάνωσης της κοινωνίας. Γιατί μόνο σε μια κοινωνία όπου η συλλογική ζωή εκφράζει κάτι άλλο από εξάρτηση, από την αδήριτη ανάγκη της επιβίωσης, θα μπορέσουν οι άνθρωποι να σταθούν απέναντι στη μοναξιά τους οντολογικά, χωρίς να την μετατρέπουν σε καταφύγιο για απογοητεύσεις ή σε σύμπτωμα στέρησης, αλλά βιώνοντάς την ως το αληθινό, σωσμένο πρόσωπο της ελευθερίας τους να είναι με το είναι τους.

XII
(Εις μνήμην Mikhail Mikhailovich Bakhtin)
Η ικανότητα να γελάς, να είσαι ελαφρύς και γρήγορος πυγμάχος, να συνέρχεσαι απ' τα χτυπήματα γρήγορα και χωρίς αυτολύπηση, να τιμάς αυτό που μέσα σου έχει ζωή και δίνει ζωή: όλα τούτα τα χαρίσματα, κρίσιμα για όποιον θέλει να στοχάζεται, πηγάζουν από την επαφή του με τον λαό, με το λαϊκό στοιχείο μέσα του. Ο κόσμος της άρχουσας τάξης, όσο εκλεπτυσμένος και αν φαίνεται, είναι χωρίς χαρά--κατεσταλμένος, σκυθρωπός και μουντός. Για αυτό και η εμμονή στην υψηλών ηθικών τόνων καταδίκη του "λαϊκισμού" δεν αργεί να αποκαλύψει το απεχθές πρόσωπο του μίσους για το λαό. Ο λαός είναι αυτός που ξέρει να γελά σοβαρά. Η συνοφρύωση της άρχουσας τάξης και η σοβαροφάνεια των λακέδων της δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνούμε ότι η ελπίδα πως τα παιδιά του θα μάθουν να σκέφτονται είναι αυτή για χάρη της οποίας ο λαός υπομένει την διαρκή περιφρόνηση που εισπράττει από τους πάστορες της εξουσίας με την αξιοπρέπεια της ιλαρότητας.