Sunday, December 12, 2010

22/11/2010-Περί ενότητας και διαίρεσης, πολιτικά

Αφορμή για το παρόν κείμενο στάθηκε η δημοσίευση δύο κειμένων --του Νίκου Ξυδάκη και του Old Boy-- πάνω στα ζητήματα της ενότητας και του διχασμού ή της διαίρεσης. Στο δικό του κείμενο, ο Ξυδάκης σημειώνει (και θα παραθέσω ένα ιδιαίτερα εκτενές απόσπασμα):
από τον διχασμό που φέρνει το Μνημόνιο βρίσκονται βαθιές ρίζες, που φτάνουν μέχρι τους χρόνους ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ίσως και πιο βαθιά ακόμη, στους χρόνους της κατάκτησης όταν ανεδύετο η εθνική συνείδηση. [...]
Η διχοστασία αυτή, των ενσωματωμένων και των ανεξάρτητων, διαπερνά το έθνος από αναδύσεως και το κράτος από συστάσεως. [...]
Οι τέτοιες διχοστασίες έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα. [...]
Εχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο; [...]
Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών, δηλαδή αμοιβαία αλληλοαναγνώριση και υπέρβαση του ατομικού· και συμφιλίωση με την πραγματικότητα, δηλαδή αναγνώριση της πραγματικότητας, των υλικών της όρων, των υπαρκτών δυσχερειών και των αντινομιών της. Ορισμένως, προϋποτίθεται η θέληση· να επενεργήσει δυναμικά η θέληση πάνω σε μια πραγματικότητα που τώρα ορίζεται ερήμην των υποκειμένων και της θέλησης τους, ή και εναντίον τους.
Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα. Αιρόμενοι υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού, μετατοπιζόμενοι δραστικά από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου.
Στο δικό του, χαρακτηριστικά ειρωνικό κείμενο, ο Old Boy παρατηρεί:
Ενότητα, τι ωραία λέξη, προδοσία, τι κακόηχη, είναι ακόμα στην πρώτη κρυάδα οι Ιρλανδοί, αλλά σιγά σιγά θα εσωτερικεύσουν και αυτοί την οικονομικοπολιτική νομοτέλεια της εποχής.
Οι όμορφες λέξεις όμορφα επικοινωνούνται, οι ξεπερασμένες από την ιστορία λέξεις με ξεπερασμένους από την ιστορία της επικοινωνίας τρόπους.
Προδοσία: τι οικονομικό νόημα μπορεί να έχει αυτή η έννοια; Μπορεί να προδώσει κανείς μια πατρίδα ή έναν άνθρωπο, μπορεί να προδώσει κανείς κάποιες αξίες, αλλά σε επίπεδο δημοσιονομικών μεγεθών τα νούμερα ή βγαίνουν ή δεν βγαίνουν.
Νομίζω ότι δεν θα υπερέβαλλα και δεν θα παραποιούσα την πραγματικότητα αν έγραφα ότι τα δύο αυτά κείμενα είναι διχασμένα μεταξύ τους· ότι δηλαδή το δεύτερο επερωτά ακριβώς την υποστασιοποίηση της ενότητας στην οποία προβαίνει το πρώτο, τις πολιτικές της προϋποθέσεις και συνέπειες. Και θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ευθύς αμέσως ότι συντάσσομαι καθαρά και χωρίς δισταγμό με το δεύτερο, συντομότερο κείμενο και όχι με το πρώτο. Γιατί;

Θα επικεντρωθώ στην διατύπωση Ξυδάκη ότι "μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο". Και θα αναρωτηθώ: ποια θα μπορούσε να είναι η βάση για την "υπέρβαση της διχοστασίας" σήμερα; Εφόσον η διχοστασία ("στάσις", για τους αρχαίους) είναι κατεξοχήν πολιτικό φαινόμενο, τι είδους προϋποθέσεις πρέπει να συγκεντρώνει η "υπέρβασή" της; Για τον Ξυδάκη, η απάντηση βρίσκεται στη λέξη "θέληση", ή πληρέστερα, "θέληση για συμφιλίωση". Και η θέληση για συμφιλίωση με τη σειρά της μεταφράζεται ως "μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό", ως άρση του εαυτού μας "υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού", ως μετάβαση "από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου." Πρόκειται, νομίζω είναι ακριβής ο χαρακτηρισμός, για ένα επιχείρημα ηθικού βολονταρισμού το οποίο, μη βρίσκοντας απτές πολιτικές βάσεις για να "πατήσει", επιχειρεί να πιαστεί από την ίδια την αισθητική εικόνα της ενότητας, την φυσικότητα με την οποία η ενότητα ως έννοια ελκύει τους ανθρώπους, και με την οποία εμφανίζεται ως ανώτερο ιδανικό από την διαίρεση και τη διχογνωμία. Η ενότητα είναι το περιεχόμενο κάθε ουτοπίας, και ως τέτοια δεν είναι ούτε "αριστερή" ούτε "δεξιά" ιδέα. Γιατί όμως με προβληματίζουν εντονότατα οι παραπάνω διατυπώσεις;

Χρειαζόμαστε μια παράκαμψη στο σημείο αυτό. Στο βιβλίο του Αισθητική θεωρία, ο Τέοντορ Αντόρνο στράφηκε ενάντια σε αυτό που ταυτοποίησε ως τάση ορισμένων έργων τέχνης για "πρόωρη συμφιλίωση" με την κατεστημένη πραγματικότητα --με τον κόσμο όπως έχει. Το επιχείρημά του ήταν ότι η τέχνη μπορεί να παραμείνει αληθής ως προς το αισθητικό πεπρωμένο της μόνο στον βαθμό που δεν μετατρέπει την αισθητική σε μέσο ή εργαλείο μιας συμφιλίωσης μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων στο πεδίο της αντικειμενικής πραγματικότητας. Για τον Αντόρνο, μια τέτοιου είδους συμφιλίωση, μια συμφιλίωση που θα λάμβανε χώρα μόνο στο αισθητικό επίπεδο, θα ήταν όχι μόνο ψευδής αλλά και κακόβουλα διαστρεβλωτική. Είναι μια αντίληψη που το κείμενο Ξυδάκη δείχνει να παραγνωρίζει. Και επειδή δεν εννοώ ότι το κείμενο αυτό θα όφειλε να αναφερθεί στον Αντόρνο ή στην έννοια της "πρόωρης συμφιλίωσης" συγκεκριμένα, θα πρέπει να εξηγήσω γιατί κάνω λόγο για παραγνώριση.

Τι σημαίνει η πρόταση "συμφιλίωση πέρα απ' το δίλημμα με ή χωρίς Μνημόνιο"; Αδυνατώ να δω πως μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο από συμφιλίωση αδιάφορα απ' το γεγονός ότι το περιεχόμενο του Μνημονίου αποτελεί ουσιώδη δήλωση ταξικής εχθρότητας, κομμάτι της εκδίπλωσης ενός ταξικού πολέμου. Και συνεπώς αδυνατώ να κατανοήσω τι σημαίνει σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία η λέξη "συμφιλίωση" εκτός από συμφιλίωση με τον πόλεμο αυτόν καθαυτόν, με το αναπόδραστο των όρων εκδηλώσεώς του. Γιατί το Μνημόνιο αποτελεί στο ταξικό επίπεδο πράξη ανάλογη με αυτή του βομβαρδισμού αμάχων στο στρατιωτικό (ας θυμηθούμε εδώ το βομβαρδιστικό φαντασιακό στην έκκληση του Κ. Μπακογιάννη για περισσότερους πολιτικούς-καμικάζι). Θα μπορούσε να αρκεστεί κανείς στο να παρατηρήσει ότι η συμφιλιωτική διάθεση κατά την διάρκεια πολεμικών συρράξεων (και τα διακυβεύματα σήμερα είναι ζωές, δεν είναι παίξε-γέλασε) ονομάζεται λιποταξία. Αλλά τα πράγματα είναι ακόμη πιο προβληματικά.

Γιατί δεν είναι μόνο ότι το να συμφιλιώνεσαι, για παράδειγμα, με την απόσυρση υγειονομικής περίθαλψης στα θύματα HIV αποτελεί παράδοση στη βαρβαρότητα, λευκή σημαία σε ό,τι συνθλίβει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι και ότι πρέπει να σκεφθεί κανείς το ακριβές νόημα της έννοιας της "πρόωρης συμφιλίωσης" στο αντορνικό συγκείμενο. Στο αισθητικό πεδίο, η "πρόωρη συμφιλίωση" --και η συνακόλουθη καταστολή αυτού που διαιρεί την κοινωνία από το πεδίο της ορατότητας-- είναι ουσιαστικά το κιτς, η τέχνη ως ζαχαρωτό υποκατάστατο αυτού που η κοινωνία αρνείται να υλοποιήσει (και για τον Αντόρνο, ακόμα και τα μεγάλα έργα τέχνης είναι ικανά παράδοσης στο κιτς, σε κιτς τροπικότητες). Στο πολιτικό επίπεδο, απ' την άλλη, το περιεχόμενο της "πρόωρης συμφιλίωσης" είναι ένα: φασισμός --για αυτό άλλωστε και η συγγένεια των διαθέσεων του φασισμού και του κιτς είναι συστημική και όχι ενδεχομενική.

Η μαζική σαγήνη του φασισμού, ήρθε καιρός να θυμηθούμε, δεν οφείλεται σε κάποιου είδους ομαδική παράκρουση ή στιγμή τρέλας. Οφείλεται στο γεγονός ότι σε μια βαθιά διαιρεμένη κοινωνία, μια κοινωνία βαθύτατων ταξικών πολώσεων και εδραιωμένων μορφών μνησικακίας, η φασιστική ιδεολογία προσέφερε το όνειρο της κοινωνικής ενότητας τώρα, από αυτή κιόλας τη στιγμή. Οι όροι αυτής της δυνατότητας ήταν ριζικά διαφορετικοί από αυτούς που προσέφερε την ίδια εκείνη περίοδο η μαρξική προοπτική (και αυτή είναι μία ακόμη ευκαιρία θεωρητικής διάκρισης ανάμεσα σε κομμουνισμό και φασισμό): για τους κομμουνιστές το "τώρα" ήταν η στιγμή της διαίρεσης, της πάλης, του αγώνα, εφόσον το "τώρα" ήταν επίσης το σημείο μέγιστης εκδήλωσης όλων αυτών των δυνάμεων που παρεμποδίζουν την συμφιλίωση (της ταξικής εκμετάλλευσης, του ιμπεριαλισμού, της κερδοσκοπίας των λίγων, κλπ). Η "δικτατορία του προλεταριάτου" είναι μια προγραμματική ανακοίνωση πολέμου που έχει ως στόχο την πλήρη κατάργηση των προϋποθέσεων της εχθροπραξίας. Ο φασισμός λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα: προσφέρει μια ειρήνη που η τελική της έκβαση δεν μπορεί παρά να είναι ο ατελείωτος πόλεμος. Υποσχόμενος την συμφιλίωση πρόωρα, ανεξάρτητα από τις αντικειμενικές συνθήκες που συντηρούν τον ανελέητο πόλεμο των τάξεων στον χώρο της πολιτικής κοινωνίας, μεταθέτει αναγκαστικά την επίμονη πραγματικότητα της σύγκρουσης κάπου εκτός του κοινωνικού σώματος που παραμένει αντικειμενικά διαιρεμένο, αλλά σε κατάσταση πλέον απάρνησης για αυτή τη διαίρεση: στον Εβραίο, τον ομοφυλόφιλο, τον κομμουνιστή, τον τσιγγάνο, τον μετανάστη, τον συνομώτη...

Η επιστροφή της ρητορικής της ενότητας σε συνθήκες όπου είναι οφθαλμοφανές ότι τέτοια δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο ως ρητορική --δηλαδή ως κάτι που περιορίζεται στο επίπεδο της εικόνας, της αναπαράστασης, της πολιτικής ως συνώνυμης του αισθητικού-- είναι το σημείο κατά το οποίο η φασιστική προοπτική περνά το κατώφλι που την καθιστά πραγματικά επικίνδυνη: το κατώφλι της εκλογίκευσης και της φυσιολογικοποίησης, του "από αυτό το χάος που ζούμε, προτιμότερο θα ήταν..." Αν μάθαμε κάτι από την δεκαετία του 30, αυτό θα πρεπε να είναι ότι πριν τις ακρότητες του φασιστικού τρόμου υπήρξε η ευφορία της φασιστικής ουτοπίας, της προοπτικής άρσης, επιτέλους, της διχογνωμίας και του εσωτερικού σπαραγμού της κοινωνίας. Ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει φασισμός χωρίς την εξύμνηση ενός "νέου πνεύματος" συναδέλφωσης και ενότητας μεταξύ όλων των Γερμανών του οποίου τα πρώτα θύματα ήταν νομοτελειακά όσοι αρνήθηκαν να προάγουν αυτό το πνεύμα αντί για τη "διχοστασία", δηλαδή οι Σπαρτακιστές.

Θα αντέτεινε φυσικά κανείς ότι η ενότητα για την οποία γίνεται λόγος σήμερα είναι "ενότητα της κοινωνίας" ως κοινωνίας, και όχι εθνικιστική ενότητα ή φυλετική. Θα άξιζε όμως να αναρωτηθεί αν η φασιστική υπόσχεση δεν αρθρώθηκε η ίδια σε επίπεδο κοινωνικό· και ταυτόχρονα, αν η "κοινωνική ενότητα" σήμερα είναι ιδέα που πατά τελικά κάπου αλλού από ότι στους ίδιους αυτούς σχηματισμούς του έθνους και της φυλής. Θα άξιζε επίσης να θυμηθεί κανείς ότι ο φασισμός δεν υπήρξε μόνο σαγηνευτικός για τους απύθμενα συμπλεγματικούς διανοητικούς νάνους του Ράϊχ· όταν ένας Μπλανσό ενδίδει στην φασιστική σαγήνη, έστω και για λίγα μόνο χρόνια, κανείς δεν δικαιούται να αισθάνεται ασφαλής.

Ας κλείσω με δυο σκέψεις για την διάσημη παρατήρηση του Βάλτερ Μπένγιαμιν στο τέλος του δοκιμίου του "Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής". Και πρώτα με το σχετικό απόσπασμα:
"Fiat ars--pereat mundus" λέει ο φασισμός, και όπως παραδέχεται ο Μαρινέτι, περιμένει απ' τον πόλεμο να παρέξει την καλλιτεχνική ικανοποίηση μιας αισθητηριακής αντίληψης που έχει μεταλλαχθεί απ' την τεχνολογία. [...] Η ανθρωπότητα, που στον καιρό του Ομήρου ήταν αντικείμενο περισυλλογής για τους θεούς του Ολύμπου, τώρα συλλογιέται τον εαυτό της. Η αυτο-αλλοτρίωσή της έχει φτάσει τέτοιο βαθμό που μπορεί να νιώσει την ίδια της την καταστροφή ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξης. Αυτή είναι η κατάσταση της πολιτικής που ο φασισμός καθιστά αισθητική. Ο κομμουνισμός απαντά πολιτικοποιώντας την τέχνη.
Η διατύπωση που θέλει το φασισμό να είναι η αισθητικοποίηση της πολιτικής είναι διάσημη αλλά όχι αυτονόητη. Στο παραπάνω απόσπασμα, για παράδειγμα, συγκοινωνεί με την διατύπωση για τον πόλεμο τον ίδιο ως αισθητική μέθεξη, διατύπωση που απαντά βέβαια στο έργο των φασιστών ιταλών φουτουριστών (εξού και η αναφορά στον Μαρινέτι). Όμως δεν είναι η διαιρετική, συγκρουσιακή πλευρά του πολέμου που εκπροσωπεί για τον Μπένγιαμιν παράδειγμα της "αυτο-αλλοτρίωσης" της ανθρωπότητας που καταλήγει στην αισθητικοποίηση του σπαραγμού της. Είναι η ουτοπική του υπόσχεση της συστράτευσης, της (πρόωρα) υπερβατικής εμπειρίας της εγκατάλειψης του ατομικού εαυτού. Στις υποσημειώσεις στο ίδιο δοκίμιο, η τελευταία υποσημείωση αναγράφει:
Η μαζική αναπαραγωγή συνεπικουρείται ιδιαίτερα από την αναπαραγωγή των μαζών. Στις μεγάλες παρελάσεις, τις τεράστιες συγκεντρώσεις και τα αθλητικά γεγονότα, και τον πόλεμο [...] οι μάζες αντικρίζουν τον εαυτό τους.
Τι είναι αυτό που ικανοποιεί τη φασιστική μάζα στη θέαση του εαυτού της, που την αισθητικοποιεί απέναντι στα ίδια της τα μάτια; Μα φυσικά η θέαση της οργανικής της ενότητας, της πρόωρης, άμεσα διαθέσιμης εξάλειψης αυτού που διαιρεί κάθε άτομο από μέσα (απογοητεύσεις, πικρίες, ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες) και τα άτομα μεταξύ τους (τάξη, φύλο). Και τι είναι η κλασική αισθητική απόλαυση παρά η απόλαυση της ενότητας αυτής ως φάντασμα, ως εικόνα και αναπαράσταση ακριβώς εκεί όπου είναι αδύνατη ως πραγματικότητα; Ο Μπένγιαμιν δεν έζησε ποτέ τον κόσμο όπου η ενάτη του Μπετόβεν θα συνόδευε τους καταδικασμένους στους θαλάμους αερίων χωρίς ίχνος ενσυνείδητης κυνικής ειρωνείας σε βάρος τους αλλά ως αντικειμενική έκφραση των συνεπειών του θανατηφόρου κιτς της "πρόωρης συμφιλίωσης". Τον προέβλεψε όμως. Και του οφείλουμε να αισθανόμαστε λιγάκι άβολα όταν η ανθρώπινη συμφιλίωση, αντί να είναι ο ουτοπικός απώτερος στόχος της πολιτικής στράτευσης, προβάλλεται ως η υψιπετής, υψίνους, υπερ-πολιτική εναλλακτική σε μια εμπειρία του πολιτικού πεδίου που όσο περισσότερο προβάλλει ως απελπιστικά και αδιέξοδα παθογενής, τόσο περισσότερο θα συρρικνώνεται ως πεδίο άρθρωσης της υπόσχεσης της ελευθερίας και της ισότητας.