Sunday, December 19, 2010

13/12/2010-19/12/2010-Αφορισμοί της ημέρας

XV
Σε τελική ανάλυση, αυτό που ονομάζουμε αξιοπρέπεια δεν είναι παρά η ικανότητα του να κατανοείς πότε πρέπει να μιλάς και πότε πρέπει να σιωπάς. Ο αξιοπρεπής άνθρωπος σιωπά όταν πρέπει να σιωπά και μιλά όταν πρέπει να μιλά. Ο αναξιοπρεπής, αντίθετα, σιωπά όταν πρέπει να μιλά και μιλά όταν πρέπει να σιωπά. Για αυτό και μεταξύ αξιοπρεπούς και αναξιοπρεπούς ανθρώπου υπάρχει πάντοτε διαφορά φάσης. Δεν μιλούν ποτέ μαζί, δεν σιωπούν ποτέ μαζί.

XVI
Φαινομενικά, η όλο και αυταρχικότερη κυριαρχία της γνώμης --στις μέρες μας το "μα είναι η άποψή μου!" είναι η βασική υπεράσπιση κάθε ερμηνευτικής αυθαιρεσίας, το μότο του δικαιώματος στην άγνοια-- φαίνεται να υπογραμμίζει την αποδυνάμωση του αντικειμενικού απέναντι στην αχαλίνωτη ισχύ του υποκειμενικού.

Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο: η "άποψη" που το σύγχρονο μηντιοκρατικό και πολιτικό σύστημα λιβανίζει, η άποψη που προβάλλει πλέον ως το βασικότερο δικαίωμα του ευνουχισμένου ανθρώπου-ως-καταναλωτή-του-κόσμου, είναι κάθε άλλο παρά έκφραση υποκειμενικότητας. Αυτό που η παρηκμασμένη αστική δημοκρατία υποστασιοποιεί ως αδιαπραγμάτευτα, ιερά "προσωπικό" δεν είναι παρά η τεθλασμένη, ενσωματωμένη αντανάκλαση της εκχυδαϊσμένης αντικειμενικότητας που περιβάλλει το υποκείμενο. Με μια προσεκτικότερη εξέταση η "προσωπική άποψη" αποκαλύπτει την διαμεσολάβηση των μυριάδων κλισέ, στερεότυπων και μαζικών στάσεων που διακομίζονται καθημερινά από τα μήντια και τα οποία έχουμε μάθει να αναπνέουμε σαν κάποιου είδους χαμηλής τοξικότητας σημειολογικό διοξείδιο του άνθρακα.

Απέναντι στον κίβδηλο υποκειμενισμό της "άποψης", η υποκειμενικότητα που προϋποθέτει η αλήθεια δεν υποκρίνεται πως αγνοεί την ύπαρξη αντικειμενικών συνθηκών, ορίων ή προϋποθέσεων (με λίγα λόγια, την ιστορικότητα ως διάσταση της ύπαρξης). Την αναγνωρίζει ως την δύναμη αυτή που συνιστά την αμετακίνητη αδράνεια των πραγμάτων, και συνεπώς, ως την διάσταση ενάντια στην οποία κάθε τι το νέο είναι αναγκασμένο να παλέψει για να μπορέσει να λάβει χώρα.

XVII
Κόντρα στον συρμό ευκαιριακών αναλύσεων του προβλήματος της βίας κάθε φορά που η βραχυπρόθεσμη μνήμη της μηντιοκρατούμενης κοινωνίας μας αναμοχλεύεται αρκετά για να το θυμηθεί, πρέπει να δηλώσουμε ευθαρσώς ότι δεν υπάρχει καμμία θεωρία της βίας και καμμία δυνατότητα για μια τέτοια θεωρία. Η βία είναι διάσταση του ανθρώπινου είναι που αναταράσσει τις συντεταγμένες του όταν είναι παρούσα και που κρύβεται πίσω από πολλαπλά πέπλα εκλογίκευσης, άγχους και ενοχής όταν είναι απούσα. Ως τέτοια παραμένει εις το διηνεκές απροσπέλαστη στην αναλυτική συνείδηση.

Αυτό που υπάρχει είναι δύο πράγματα: κωδικοποιήσεις και πλαισιώσεις της βίας μέσα σε ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα, πάντοτε μονομερείς, πάντοτε ανεξάλειπτα απλουστευτικές· και (θρησκευτικές ή εκκοσμικευμένες) τελετουργίες εξευμενισμού της ή απάρνησής της σε συλλογικό επίπεδο (θυσία, θέατρο, επιφυλλίδα στην εφημερίδα). Ο δεύτερος τρόπος είναι ήδη παρών στην αρχαϊκή εποχή, ο πρώτος εξαρτάται από την ανάδυση της ίδιας της έννοιας της ιστορίας και αυτής της μαζικής πολιτικής στην νεωτερική εποχή.

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος δρόμος: αυτός της στρατηγικής ιδιοποίησης μιας πολεμικής κατανόησης της βίας, δηλαδή μια απόπειρα να ενθαρρυνθεί η αποκόλλησή της από ένα πλαίσιο αναφοράς (κράτος, νόμος και έννομη τάξη, κλπ) και η σύνδεσή της με ένα δεύτερο και ανταγωνιστικό πλαίσιο (πλήθος, τάξεις, επανάσταση, κλπ). Στόχος αυτού του δρόμου δεν είναι ούτε η αντικειμενική κατανόηση ούτε ο τελεσίδικος εξορκισμός της βίας αλλά η μετουσίωση των χρήσεών της, τον στόχων της και των θέσεων θυτών και θυμάτων που κάθε βία διαρθρώνει. Ο δρόμος αυτός είναι δύσβατος και δίχως εγγυήσεις ηθικής ανωτερότητας ή ορθότητας: είναι ο δρόμος του Μαρξ, του Σορέλ, του Λένιν, του Μπένγιαμιν, του Μάο.