Sunday, October 10, 2010

7/8/2010-Ανταγωνισμοί

"Η ιστορία όλων των μέχρι σήμερα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων"
Καρλ Μαρξ, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο


Αξίζει νομίζω τον κόπο μια παρατήρηση για την πιο πάνω διάσημη φράση, που παρέθεσα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση.

Απέναντί της σήμερα, έχω την αίσθηση ότι οι κυρίαρχες προδιαθέσεις είναι δύο: είτε συμφωνεί κανείς με κάτι που εκλαμβάνει ως προφανές (τόσο προφανές που η πρόταση φαίνεται σχεδόν άσκοπα αυταπόδεικτη, χωρίς καμμία ουσιαστική καινοτομία, παρεκτός "για την εποχή της"), είτε διαφωνεί με κάτι που εκλαμβάνει ως απαράδεκτο (ένα σενάριο της φαντασίας κάποιου εμμονικού που έβλεπε τάξεις και ανταγωνισμούς παντού).

Τόσο η μία όσο και η άλλη αντίδραση όμως αποτυγχάνουν να διαβάσουν τη φράση στο φως αυτού το οποίο ανατέμνει, δηλαδή της εμπειρικής αντίληψης της πραγματικότητας.

Τι υπαγορεύει αυτή η εμπειρική αντίληψη σε ό,τι αφορά τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς; Ποια είναι η "αυθόρμητη", διαισθητική αντίληψη που καθυπαγορεύει η εμπειρία του καπιταλισμού σε έναν εργαζόμενο;

Λέμε συχνά ότι η καπιταλιστική κοινωνία είναι κοινωνία ανταγωνισμού, δεν συμπληρώνουμε όμως πώς γίνεται αντιληπτή αυτή η πραγματικότητα. Ποιός είναι ο κατεξοχήν ανταγωνιστής που αντιλαμβάνεται ο κάθε εργαζόμενος σε μια καπιταλιστική κοινωνία;

Μα ο άλλος εργαζόμενος, για δύο λόγους: α) γιατί είναι πάντα δυνάμει ή πραγματικά ανταγωνιστής για περιορισμένες θέσεις εργασίας β) γιατί η δραστηριότητά του, που έχει ως στόχο την απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων στον χώρο εργασίας του, απειλεί την δική μου δραστηριότητα στον δικό μου χώρο εργασίας. Όταν απεργεί, δεν μπορώ να βρω τα τρόφιμα που θέλω ή να πάω στην δουλειά μου απρόσκοπτα. Όταν πετυχαίνει αύξηση απολαβών ή πρόνοιας, αντιλαμβάνομαι ότι την πετυχαίνει σε βάρος μου, γιατί το κόστος των Χ ή Ψ καθημερινών μου αναγκών ανεβαίνει. Όταν συνασπίζεται σε συντεχνία, νιώθω ότι αποκλείει από το επάγγελμα τα παιδιά μου.

Τον εργοδότη μου αντίθετα, μπορεί να τον απεχθάνομαι εμπειρικά, αντιλαμβάνομαι όμως τον εαυτό μου σε σχέση συνεργασίας μαζί του: α) γιατί όντως συνεργάζομαι μαζί του για κοινούς στόχους καθημερινά β) γιατί, πολύ πιο σημαντικά, διαθέτει για μένα αυτό που ο άλλος εργαζόμενος δεν μπορεί ποτέ να μου προσφέρει, δηλαδή μισθό. Τίποτε δεν είναι περισσότερο εμπειρικά προφανές για τον εργαζόμενο από την ιδέα ότι η σχετική του ευμάρεια, το να έχει τα χρήματα για να συντηρήσει τον εαυτό του ή την οικογένειά του, εξαρτάται από τον εργοδότη και όχι από τον άλλο εργαζόμενο, ο οποίος επιπλέον τον απειλεί καθημερινά είτε ως ανταγωνιστής για τον ίδιο μισθό είτε ως πηγή παρακωλύσεων με αρνητικές συνέπειες στον δικό του μισθό. Λογική συνέπεια: σε περίπτωση που "στριμωχθώ" οικονομικά, είναι πολύ πιο άμεση η απειλή που νιώθω από τον άλλο εργαζόμενο από την δυσαρέσκειά μου για το γεγονός ότι είμαι εξαρτημένος από έναν εργοδότη για τον μισθό μου. Όση και αν είναι η δυσαρέσκειά μου για το δεύτερο, γεγονός για μένα παραμένει ότι υπάρχει θετικός στόχος στην δεύτερη σχέση (ο μισθός), ενώ από την πρώτη δεν μπορώ να περιμένω τίποτε παρά μπελάδες και εμπόδια.

Από την εμπειρική λοιπόν σκοπιά, η πρόταση του Μαρξ αποτελεί σκάνδαλο. Ζητάει από εμάς να αντικαταστήσουμε ένα είδος ανταγωνισμού, προφανούς και βιωμένου σε καθημερινό επίπεδο (του ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργαζόμενους) από ένα άλλο, σαφώς πιο αόρατο, σαφώς περισσότερο αφηρημένο, ακόμα και φαινομενικά ενάντιο στην κοινή λογική που λέει ότι το χέρι που με ταϊζει είναι χέρι φίλα προσκείμενο: του ανταγωνισμού ανάμεσα σε αυτούς που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής και αντλούν εργασία και σε αυτούς που δεν τα ελέγχουν και την προσφέρουν για μισθούς.

"Ταξική συνείδηση" είναι το όνομα της υπέρβασης της προσκόλλησης μας στην προφάνεια του πρώτου ανταγωνισμού, ο μετασχηματισμός, μέσα από την θεωρητική ανακατασκευή των εμπειρικών δεδομένων, της αντίληψης της φύσης του κυρίαρχου ανταγωνισμού κόντρα στην "διαίσθηση" ή την εμπειρική προδιάθεση. Για αυτόν τον λόγο, η ταξική συνείδηση (και όχι απλώς η "συντεχνιακή", η στενή υπεράσπιση του δικού μου επαγγέλματος, κλπ) είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Τόσο δύσκολο, που απαιτεί να θυσιάσω το προφανές μου συμφέρον (μισθός) για το μη προφανές (χειραφέτηση απ' τον μισθό), και να συμπαραταχθώ με τον προφανή ανταγωνιστή μου (τον άλλο εργαζόμενο) κόντρα σ' αυτόν απ' τον οποίο γνωρίζω ότι εξαρτάται η διαβίωσή μου (εργοδότη).

Η φράση λοιπόν του Μαρξ δεν είναι διαπίστωση του προφανούς, ούτε προϊόν εμμονής με κάποιο προαιώνιο εχθρό: είναι πρόκληση σε μια νοητική κατ' αρχάς επανάσταση, στην αποκόλληση του νου από την επικράτεια της αισθητής εμπειρίας (αν θέλετε, του αισθητού) και την στροφή του στην δομική κατανόηση των σχέσεων που βρίσκονται κάτω ή πίσω από αυτή (αν θέλετε, του νοητού--ναι, υπάρχει περισσότερος Πλάτωνας από ό,τι νομίζουμε πίσω από αυτό που προπαιτεί η αντίληψη της ιστορίας των κοινωνιών ως "ιστορίας ταξικών αγώνων"). Η αλληλεγγύη στην οποία καλεί αυτούς που βρίσκονται από τη μία πλευρά δεν είναι προφανής και ευκολοδιάκριτη αλληλεγγύη, δεν είναι αυτοματική επιλογή. Προαπαιτεί μια διεργασία η οποία αλλάζει τις ίδιες τις διαχωριστικές γραμμές πάνω στις οποίες βασίζεται η εμπειρία μας στην καθημερινή ζωή. Στο κείμενο "Η οπτική της καθημερινότητας", μίλησα για την ανάγκη για την θεωρία να επιστρέψει στον πολύβουο, συγχυσμένο χώρο της πρακτικής εμπειρίας. Σήμερα ήθελα να πω δυο λόγια για την ανάγκη που έχει ο κόσμος που ζει σ' αυτόν τον χώρο να κατανοήσει τα διακυβεύματα της θεωρίας, τη σημασία της για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τα πιο οικεία και φαινομενικά απλά δεδομένα της καθημερινής του ζωής.