Wednesday, October 6, 2010

6/12/2009-Διαλεκτική του γέλιου

Ελληνικές κωμωδίες σταμάτησα να βλέπω ξαφνικά. Για ένα διάστημα, η απουσία μου από την Ελλάδα με είχε ωθήσει να εξιδανικεύσω, με ένα είδος ενσυνείδητου αντι-διανοουμενισμού, τις αφέλειες και τις χοντροκοπιές της ευφρόσυνης κινηματογραφικής δεκαετίας του 50: η κωμωδία ήταν τρόπος να "ξεχαστείς", με την πολύ συγκεκριμένη έννοια του να ξεχάσεις την όποια κριτική προδιάθεση σε έκανε να νιώθεις πολιτισμικά αποξενωμένος στον τόπο σου.

Μέχρι που ένα βράδυ, τεμπελιάζοντας άσκοπα μπροστά στην τηλεόραση, έπεσα στον "Άνθρωπο που γύρισε από τη ζέστη" (σκην. Κ. Καραγιάννης) με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα: γυρισμένη εν μέσω χούντας, το 1972, αποτελεί ένα μνημείο στην οιονεί φασιστική αθλιότητα, καταφέρνοντας να είναι ταυτόχρονα σεξιστική, πατριαρχική και ρατσιστική στα όρια του ξετσίπωτου αποικιοκρατισμού. Η ξεδιαντροπιά της ταινίας (δεν υπάρχει λόγος να εμβαθύνω στο ταυτόχρονα παιδαριώδες και αποτρόπαιο σενάριο του πατέρα που επιστρέφει από την "αραπιά" για να βάλει τάξη στο "ανυπάκουο" σπιτικό του) με σόκαρε: αντί για "διαφυγή" από την καθημερινότητα, αυτό που προσφερόταν ήταν η δια της βίας καταβύθιση στον βάλτο της μικροαστικής μικροπρέπειας. Καλούσουν να γελάσεις, συνεπώς, όχι με τα θύματα (τη σύζυγο και τα τέκνα του διαστροφικά ναρκισιστή πατέρα), ούτε (καν) με τον θύτη, αλλά με τη δική σου μαζοχιστική παράδοση στην κοινωνική ηλιθιότητα που σε πνίγει εν μέσω καγχασμού: το γέλιο ως μέσο εκδήλωσης ντροπής, τραυματικής αμηχανίας, ένα ανακλαστικό που αναπτύσσεις ψυχαναγκαστικά για αυτό που είναι αποτρόπαιο αλλά που δεν μπορείς να σταματήσεις ή να αλλάξεις. Η απόσταση ανάμεσα στα πρότυπα εθνικού κωμικού γούστου και το "Σπιρτόκουτο" του Οικονομίδη είναι σαφώς μικρότερη από ό,τι αρχικά φαίνεται.

Η εμπειρία έμελλε να επαναληφθεί αρκετές φορές, όσες δηλαδή αποπειράθηκα από τότε να ξαναδώ "σύγχρονες" και παλαιότερες ελληνικές κωμωδίες: το αστείο μου φαινόταν πλέον ως μονίμως κάτι άλλο από αστείο, ένα άλλο όνομα για τον αυτο-οικτιρμό μιας κοινωνίας που γνωρίζει, και ομολογεί, την έκπτωτή της κατάσταση. Σύμφωνα με τη θεολογία, υπάρχουν άγγελοι βλοσυροί και τρομακτικοί και άγγελοι χαμογελαστοί, χερουβίμ απαλλαγμένα από κάθε συναίσθηση της αμαρτίας και μπολιασμένα με την καθαρή μακαριότητα. Το δικό μας γέλιο με τον Ελληνάρα που κερατώνει τη γυναίκα του αλλά σοκάρεται από τα σκάνδαλα της τηλεόρασης, τη γυναίκα που ανέχεται τον εξευτελισμό στο σπίτι της αλλά ξεσπάει στη γειτόνισα ή στα παιδιά της, την ανέραστη θεούσα που είναι κρυφά νυμφομανής, τον αυταρχικό πάτερ φαμίλια που δεν έχει κανένα πραγματικό ηθικό βάρος, τον διεφθαρμένο πολιτικό που βγάζει ηθικοπλαστικά λογίδρια, είναι το γέλιο που ακούγεται στην κόλαση, το άδειο, μεταλλικό γέλιο αυτών που έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Είναι ένα γέλιο το οποίο πληρώνουμε με το νόμισμα της ντροπής: "αυτή είναι η κοινωνία μου, αυτός είμαι και γω." Για τον νεοέλληνα, δηλαδή για τον άνθρωπο που πολτοποιήθηκε κάτω από το σωρευτικό βάρος δεκαετιών συμπλεγματικού μικροαστισμού, το γέλιο είναι πάντοτε απαρνημένη ομολογία ενοχής. Για ποιο πράγμα; Για την έλλειψη πίστης στην ευτυχία. Για την διαβολική περιφρόνηση μιας αξιοπρέπειας που μοιάζει ανέφικτη.

Για χρόνια, οι διανοούμενοι της ημετέρας αρέσκονταν στο να φορτώνουν το κρίμα στο λαιμό του Καραγκιόζη, και μαζί του, στον επί μακρόν πολιτισμικό μας συγχρωτισμό με τον απεχθή ανατολισμό. Πρόκειται για ένα ακόμα εύπεπτο ιδεολογικό άλλοθι: κανείς δεν γελά με μεγαλύτερη λεπτότητα, ανθρωπιά και ευγένεια από τους σκηνοθέτες του ιρανικού κινηματογράφου· και η ισλαμική λογοτεχνία, μεσαιωνική και σύγχρονη, είναι γεμάτη υψιπετείς σκέψεις και μελαγχολικές τροπικότητες. Στο κέντρο της δυστυχίας την οποία σηματοδοτεί το νεοελληνικό γέλιο δεν βρίσκεται η καθ' ημάς ανατολή αλλά η κακή πίστη (σαρτρικά, mauvaise foi) ως προς την ιδεολογικά κανονιστική ταύτιση με τη δύση. Το γέλιο μας είναι γέλιο ανθρώπων που ο V.S. Naipaul θα ονόμαζε mimic men, ανθρώπων που νιώθουν ότι σε όλες τις εκφάνσεις της, δημόσιες και ιδιωτικές, η ζωή τους δεν είναι παρά μια προβλέψιμη φάρσα, μια αξιοπεριφρόνητη απάτη. Ανάμεσα στα πολιτικά καθήκοντα της νεότερης γενιάς είναι να διεκδικήσει την απόσυρση από την αποτρόπαια συλλογικότητα του "μεταξύ κατεργαρέων..." Να μάθει συνεπώς να γελάει διαφορετικά, αν όχι με την μακαριότητα αγγέλων, τουλάχιστον με την αθωότητα βαρβάρων.