Thursday, October 7, 2010

6/1/2010-Η εργατική τάξη δεν πάει στον παράδεισο, ή, Soul Kitchen

Σε αυτό το φιλμ αναμιγνύονται οι εκκεντρικές πεποιθήσεις και τα κοινωνικά ιδεώδη, με τη δύναμη των ιστοριών των ανθρώπων των λαϊκών τάξεων.
cine.gr
Είναι χαρακτηριστικό της αστικής ουτοπίας ότι δεν μπορεί ακόμα να φανταστεί μια εικόνα τέλειας ευτυχίας χωρίς αυτή του ανθρώπου που αποκλείεται από αυτή...Στην ουτοπία των παραμυθιών, επίσης, η μητριά που πρέπει να χορέψει με φλεγόμενα παπούτσια ή που καταχωνιάζεται σε ένα βαρέλι γεμάτο καρφιά αποτελεί αχώριστο κομμάτι του ευτυχούς γάμου. Η μοναξιά που τιμωρεί ο Schiller [στην "Ωδή στην Χαρά"] όμως δεν παράγεται παρά από την ίδια την κοινότητα των χαροκόπων.
Theodor W. Adorno, Μπετόβεν: Η φιλοσοφία της μουσικής
Το "Ολύμπιον" στην Αριστοτέλους ήταν κατάμεστο, η ατμόσφαιρα γιορταστική, οι συστάσεις εξαιρετικές, και η ανταπόκριση του κόσμου στη ζεστή, ανθρώπινη κωμωδία του Φατίχ Ακίν για τα όνειρα και τις απογοητεύσεις των κοινωνικά περιθωριοποιημένων σχεδόν λατρευτική (η συλλογική αντίδραση όταν ο κακός πολυεκατομμυριούχος πνίγεται από ένα κουμπί πουκαμίσου και δεν κατορθώνει να αρπάξει το εστιατόριο του πάλι πτωχού πλην τίμιου και εργατικού Ζίνο Καζαντζάκη ήταν σχεδόν εκστατική).

Η γενικότερη αντίληψη για την ταινία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρωπισμό με τον οποίο αγκαλιάζει τους περιθωριοποιημένους, τους ne'er do wells, και την προσπάθειά τους να επιβιώσουν μέσα από την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη. Τι λαμπερή ουτοπία! Δυο ελληνικής καταγωγής μετανάστες, ο ένας με ποινικό παρελθόν για κλοπές, ένας εκκεντρικός άπορος γέροντας, ένας ασυμβίβαστος μάγος της μαγειρικής, μπόλικοι γερμανοί νεολαίοι και ρόκερς, ζεστά, φλογερά χρώματα, μουσική, σάρκα, έρωτας, φαγητό, πλησμονή των αισθήσεων: μια σύγχρονη Schlarraffenland, η γη της Cockaygne, το Big Rock Candy Mountain στα γκρίζα εργατικά προάστια του Αμβούργου, η επισφαλής αλλά γεμάτη υπόσχεση της ευτυχίας για τους μη έχοντες. Και ο κόσμος στα καθίσματα χαμογελαστός, ρουφώντας άπληστα τούτη την υπόσχεση εκπλήρωσης και δικαίωσης, ίσως διαισθανόμενος ότι καθώς διανύουμε το όλο και πιο κακοτράχαλο έδαφος του μονοπατιού της οικονομικής κρίσης θα έχουμε περισσότερη ανάγκη από ενέσεις αισιοδοξίας όπως αυτή του Ακίν.

Κι όμως, κάτι έχει περάσει απαρατήρητο. Όλη αυτή η φαντασμαγορία προσφέρθηκε, έστω φαντασιακά, μόνο στη βάση μιας θυσίας για την οποία κανείς δεν αναρωτιέται και κανείς δεν θρηνεί. Στην αρχή της ταινίας, όταν ακόμα τα χρώματα είναι μονότονα και το φαγητό άθλιο και βαρετό, οι πελάτες του Ζίνο δεν είναι μαγευτικοί λούμπεν αλλά βαρετοί, ανέκφραστοι και σιωπηλοί γερμανοί εργάτες, πολλοί από αυτούς μονίμως περιβεβλημένοι με τα θλιβερά χρώματα των ρούχων της δουλειάς. Τρώνε ανθυγιεινά τηγανητά, μιλούν ελάχιστα, πληρώνουν και φεύγουν για να επιστρέψουν στη βάρδια. Ο αφηγηματικός κόσμος της ταινίας όσο η εργατική κουζίνα του Ζίνο είναι πραγματικά κουζίνα που απευθύνεται σε εργάτες είναι ανιαρός. Οι μέρες κυλάνε αργά, πανομοιότυπα: ξύπνημα, οδήγηση, μαγείρεμα, καθάρισμα πάγκων, συλλογή σκουπιδιών, επιστροφή στο σπίτι. Και μετά, αίφνης, ο exotic τσιγγάνος σεφ, και η πρώτη απόπειρα να μετατραπεί η κουζίνα σε οικονομικό μεν αλλά ποιοτικό, "γκουρμέ" εστιατόριο. Και η σκυθρωπή άρνηση των εργατών να δοκιμάσουν, να πειραματιστούν, να αποδεχθούν το καινούργιο. Και η ομαδική τους έξοδος. Και η εξαφάνισή τους στην αφηγηματική λήθη. Και μόνο τότε, η δημιουργία προϋποθέσεων για απογείωση της πλοκής, για ουτοπικά οράματα χαράς και πλησμονής. Η καταθλιπτική αποθήκη γίνεται ένα glamorous loft όπου συρρέει, τελικά, όλος ο "in" κόσμος του Αμβούργου. Και ο κόσμος χειροκροτά αυτό ακριβώς που λέγεται gentrification με την επαναστατική θέρμη που θα αντιστοιχούσε στον Οκτώβρη του Eisenstein.

Το ιδεολογικό μήνυμα, και είναι ένα μήνυμα που ελάχιστα έγινε αντιληπτό από τον συγκεχυμένο αριστερισμό της εποχής μας, είναι αρκετά ωμό: η βιομηχανική εργατική τάξη, τα απομεινάρια του φορντισμού στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, είναι συνώνυμη του κονμφορμισμού, της έλλειψης φαντασίας, της μονοτονίας και του γκρίζου χαρακτήρα του ίδιου του συστήματος που την εκμεταλλεύτηκε. Στην ουσία, αποτελεί εξίσου αναφομοίωτη οντότητα με το ίδιο το μεγάλο κεφάλαιο, τον κόσμο των σπεκουλαδόρων και των golden boys. Είναι το διαμετρικό αντίθετo του κεφαλαιοκράτη, που όμως καταδικάζεται εξίσου ανηλέητα, στο μέτρο που κουβαλάει στο σκυμμένο κορμί της πρόδηλα τα σημάδια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αν υπάρχει μια προοπτική λυτρωτικής απόδρασης από την φυλακή του παρόντος, αυτή απαιτεί την θυσία της ίδιας αυτής τάξης, την απέλασή της από ένα παράδεισο όπου πρωταγωνιστεί το πολύχρωμο, πολυεθνικό, λιμπιντινικά επενδεδυμένο και οιονεί λούμπεν στοιχείο, αυτοί που κατρακυλούν στα βάθη και για αυτό μπορούν να ονειρεύονται τα ύψη. Η ουτοπία του μεγάλου τραπεζιού, του μεγάλου οργίου, της πολύχρωμης επικύρωσης της σαγήνης της "μετα-φορντικής", πολυπολιτισμικής διεξόδου, απαιτεί την έξωση όσων θυμίζουν την ενοχή του "ταξικού, πολύ ταξικού" παρελθόντος (αλλά είναι αλήθεια παρελθόν η εικόνα του αποψιλωμένου από προσωπικότητα δούλου της μισθωτής εργασίας);

Δεν θέλουμε θλιμμένους στην γιορτή μας. Και η εργατική τάξη δεν πάει στον παράδεισο, γιατί παράδεισος, με τους όρους του "μεταμοντέρνου" αριστερισμού που βρίσκει έκφραση στην ταινία του Ακίν, σημαίνει: το όραμα αταξικότητας που βασίζεται στον εξοβελισμό από το πεδίο ορατότητας των κατεξοχήν μαρτύρων για την συνεχιζόμενη ύπαρξη της τάξης. Πολλά χρόνια πριν, ο Μαρξ είχε παρατηρήσει ότι στόχος του προλεταριάτου είναι η αυτοκατάργησή του. Αυτή την ουτοπική υπόσχεση φαντασιώνεται και ο Ακίν, αλλά πρόωρα, αφηρημένα, και συνεπώς διαστροφικά: ως καθαρή ιδεολογία.