Thursday, October 7, 2010

5/1/2010-Βρώμικες κατηγορίες: 7 παρατηρήσεις

Διάβασα χθες την κραυγή αγωνίας του arxedia media για την "κυριαρχία του ασαφούς" στο πεδίο της ταξικής συγκρότησης στην Ελλάδα. Την βρήκα ιδιαίτερα σημαντική από την σκοπιά των δικών μου ενδιαφερόντων. Τι λέει ο φίλος blogger; Ότι "το μεγάλο πρόβλημα στην εποχή του μετανεωτερισμού" είναι πως οι ταξικές κατηγορίες είναι "βρώμικες", μπασταρδεμένες, γεμάτες επιμειξίες που τις διαχωρίζουν από τα "εύκολα αναγνωρίσιμα" χαρακτηριστικά της ταξικής διαστρωμάτωσης στην εποχή του νεωτερισμού.

Είναι μια διαπίστωση που μοιάζει να στηρίζεται στην κοινή λογική και, επιπλέον, να εξηγεί την δυσανεξία του αριστερού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα. Με λίγα λόγια: δεν ξέρουμε που βρίσκεται το δικό μας προλεταριάτο, και έτσι, η απλή πολιτική θέληση για κοινωνική δικαιοσύνη σκοντάφτει στο ατέρμονα συγκεχυμένο πεδίο της πραγματικότητας.

Μερικές παρατηρήσεις επ' αυτής της οπωσδήποτε εύλογης και δικαιολογημένης από την εμπειρική σκοπιά αντίληψης:

1. Το ταξικό πεδίο δεν είναι τάγμα σε σχηματισμό παρέλασης. Είναι εκ φύσεως δυναμικό, ιστορικά μεταλασσόμενο και ασταθές. Υπάρχουν φυσικά κοινωνίες όπου η ταξική διαστρωμάτωση σταθεροποιήθηκε και αποκρυσταλλώθηκε πολύ περισσότερο από ότι σε άλλες. Είναι συνήθως κοινωνίες ιδιαίτερα ευάλωττες στην έντονη και άμεση καταστολή, την μετωπική σύγκρουση και την επαναστατική ανατροπή.

2. Η αποσαφήνιση και αποκρυστάλλωση των ταξικών διαστρωματώσεων δεν είναι ζήτημα απλώς "αντικειμενικής" πραγματικότητας αλλά και "υποκειμενικής" ταξικής συνείδησης. Το "προλεταριάτο", όπως γνωρίζουν οι αναγνώστες του Ιστορία και ταξική συνείδηση του Λουκάτς, δεν είναι εμπειρική κατηγορία, αλλά το προϊόν της μαρξικά διαμορφωμένης ταξικής συνείδησης. Στον βαθμό που η ταξική συνειδητοποίηση οξύνει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, δηλαδή, επιτελεί η ίδια το έργο της αποκρυστάλλωσης και σταθεροποίησης των ταξικών διαστρωματώσεων. Ακόμα πιο απλά: σε περιόδους έντασης της ταξικής συνειδητοποίησης που διαμορφώνεται μέσα από συλλογικούς ανταγωνισμούς, ο καθένας αναγκάζεται, θέλοντας και μη, να διαλέξει πλευρά.

3. Ο Λένιν έγραφε ότι στην Σοβιετική Ένωση της εποχής του το προλεταριάτο δεν ήταν παρά "μια σταγόνα στον λαϊκό ωκεανό". Επέμεινε στην ηγεμονική του σημασία για την κομμουνιστική επανάσταση, όχι όμως και στην πληθυσμιακή του κυριαρχία. Αντίθετα, επιχειρηματολόγησε ακούραστα ότι χωρίς την ενεργό συμμαχία με τον αγροτικό πληθυσμό και σημαντικά τμήματα της μικροαστικής τάξης ήταν αδύνατη η μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία. Η ιδέα είναι απλή: ο καπιταλισμός δεν δουλεύει επειδή έχει την ενεργό στήριξη μόνο των κεφαλαιοκρατών αλλά επειδή αντλεί την ενέργεια, την φαντασία, τις ελπίδες και τα όνειρα των μαζών για τους δικούς του σκοπούς. Κανένας κομμουνισμός δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς να πετύχει το ίδιο ακριβώς πράγμα. Φανταστείτε την απίστευτη δυσκολία αυτού του εγχειρήματος: αν αυτή τη στιγμή ένας μικροαστός σκέφτεται στη βάση του ανταγωνιστικού καπιταλισμού με τρόπο "αυθόρμητο", χωρίς άμεση εκ των άνωθεν πίεση, η βιωσιμότητα του περάσματος σε μια κομμουνιστική κοινωνία εξαρτάται από την επιτυχία της σοσιαλιστικής ιδεολογίας να πείσει τον ίδιο άνθρωπο να σκέφτεται εξίσου "αυθόρμητα" στη βάση της κοινοκτημοσύνης και της κοινωνικής συνεργασίας. Η ιδέα και μόνο προκαλεί ίλιγγο, αλλά αποκαλύπτει το μέγεθος της συνειδησιακής απόστασης που χώρισε τις κοινωνίες του υπαρκτού σοσιαλισμού από τον κομμουνισμό.

4. Στη χώρα μας, τα πολιτικά κόμματα της αριστεράς έχουν απεμπολήσει κάθε ευθύνη στην θεωρητικοποίηση των ταξικών συσχετισμών που δεν εξαντλείται στην χυδαία σχηματοποίηση. Σωστά και δίκαια πληρώνει το κόστος της διανοητικής οκνηρότητας και απύθμενης μετριότητας που την χαρακτηρίζει. Είμαστε όμως, υποτίθεται, "κοινωνία πολιτών." Τα διανοητικά εργαλεία, αν όχι οτιδήποτε άλλο, βρίσκονται στα χέρια μας. Μπορούμε να κάνουμε κάτι με αυτά εκτός από το να διαπιστώνουμε μοιρολατρικά την ένδεια της σκέψης που μας περιβάλλει;

5. Η αστική ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης όχι γιατί, όπως θα νόμιζε μια βλακωδώς ρηχή ανάγνωση της γνωστής μαρξικής ρήσης, είναι απλώς η ιδεολογία των κυριάρχων αλλά γιατί είναι η ιδεολογία που κυριαρχεί ως ταξική ιδεολογία. Με άλλα λόγια, η κυρίαρχη ιδεολογία είναι αυτή στην οποία προσφεύγουν όλες οι τάξεις, λιγότερο ή περισσότερο, για να κατανοήσουν τον εαυτό τους και την κοινωνική τους θέση. Ο απόφοιτος ΑΕΙ που είναι άνεργος ή υποαπασχολείται ή πληρώνεται ένα μισθό που δεν αρκεί ούτε για τα στοιχειώδη δεν σταματάει να σκέφτεται σαν αστός επειδή δεν είναι πλέον αντικειμενικά αστός. Ούτε όμως, και αυτή είναι η αντίστροφη αλήθεια, είναι "αθεράπευτα", "εγγενώς" αστός μόνο και μόνο επειδή σκέφτεται ως αστός. Σε ό,τι αφορά ορισμένες πληθυσμιακές κατηγορίες (π.χ των μεγαλοκεφαλαιούχων, των μεγαλογιατρών, των δικηγόρων, των επαγγελματιών της πολιτικής, κλπ), η αστική ιδεολογία εκφράζει πλήρως και αντικειμενικά το σύνολο των αντικειμενικών συμφερόντων τους. Αυτό όμως δεν ισχύει για όλους. Το ποιος ανήκει πού δεν αποτελεί κανένα μεταφυσικό μυστήριο. Επιλύεται άμεσα και ξεκάθαρα κάθε φορά που προκύπτουν συνθήκες όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού τέτοιες που να οδηγούν "προλεταριανοποιημένα" κομμάτια της αστικής τάξης να αναθεωρήσουν την αντίληψη που έχουν για τον συσχετισμό της ιδεολογίας τους με την πραγματικότητα που βιώνουν (παρεμπιπτόντως, έχουν ήδη αποκαλυφθεί σε εντυπωσιακό βαθμό οι βασικοί εκπρόσωποι του σκληρού πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας, κυρίως επ' αφορμή των γεγονότων του περασμένου Δεκέμβρη). Οι τωρινές συνθήκες είναι τέτοιες που αυτή ακριβώς η δυνατότητα --προσοχή, η δυνατότητα και όχι η βεβαιότητα-- διάσπασης των εσωτερικών συμμαχιών της αστικής τάξης μπορεί να βρει έδαφος να αναπτυχθεί.

6. Από τον Παναγιώτη Κονδύλη στον Φώτη Γεωργελέ, ο κοινωνιολογικός σχολιασμός για την αστική τάξη στην Ελλάδα έχει δώσει έμφαση στην κιβδηλότητά της, την δραστική της απόκκλιση από τα "ορθόδοξα" μοντέλα της δύσης, κλπ. Στον βαθμό που αυτού του είδους η συζήτηση μετατρέπεται σε στείρα πηγή "αριστερής μελαγχολίας" και παραίτησης, μας είναι άχρηστη και μάλλον επιζήμια. Σαφώς σημαντικότερη είναι η υλιστική ιστορική αντίληψη για το πώς, σε μια χώρα που στις αρχές του 20ου αιώνα, έχει να επιδείξει ασήμαντη πληθυσμιακά αστική τάξη, επιτεύχθηκε στις αρχές του 21ου η σχεδόν οικουμενική διασπορά της αστικής ταξικής συνείδησης. Στην πραγματικότητα --και είναι μια πραγματικότητα που ελάχιστα έχει αξιολογηθεί-- η Ελλάδα αποτελεί μοντέλο επιτυχημένης ανάπτυξης της αστικής τάξης, τόσο πιο εντυπωσιακής όσο λιγότερο συνδεδεμένης με την βιομηχανική και παραγωγική ανάπτυξη της χώρας (και είναι αστείο να μιλούμε για ξεπερασμένο φορντισμό και μετανεωτερισμό σε μια χώρα που είχε ασήμαντη ιστορική εμπειρία του πρώτου και έχει μια κυρίαρχα υποκειμενική και ιδεολογική εμπειρία του δεύτερου). Από αυτή την άποψη, η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου πέτυχε το πείραμα που απέτυχε παταγωδώς στο Ιράκ: η ανάπτυξη, με τρόπο λίγο-πολύ "οργανικό", δηλαδή μη κυρίαρχα βασισμένο στην βία και την καταστολή, μιας εγχώριας τάξης με αστική ιδεολογική συνείδηση. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια υπήρξε η βίαια επιβολή επί της κομμουνιστικής αριστεράς, για την οποία χρειάστηκε η συνεργασία Αγγλίας, Η.Π.Α και εγχώριου φιλελεύθερου και αντιδραστικού δυτικισμού. Μετά το 1949 όμως, επακολουθούν ορισμένοι βασικοί και έμπρακτοι θρίαμβοι των νικητών στο πεδίο της οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας σε αστική βάση: α) Το σχέδιο Μάρσαλ, κατ' αρχάς. β) Η συνέχιση της διαδικασίας μερικής ανακατανομής της εθνικής γης, η οποία, συναντώντας την αστυφιλία και την νομοθεσία για τις αντιπαροχές, δημιούργησε τις εισοδηματικές προϋποθέσεις καλυτέρευσης του βιωτικού επιπέδου όλο και περισσότερων Ελλήνων χωρίς να επιτείνει την μαζική παραγωγή και συνεπώς., χωρίς να ενισχύσει το μέγεθος της εργατικής τάξης. γ) Η μετανάστευση, που αφενός απάλλαξε τη χώρα από το βάρος συντήρησης του συνολικού πληθυσμού και αφετέρου ενίσχυσε την υποτονική εθνική οικονομία μέσω των βοηθημάτων που αποστελλόταν πίσω στην πατρίδα από τους μετανάστες. δ) Η ένταξη στην ΕΕ, και τα σημαντικά πακέτα χρηματοδότησης που τόνωσαν λιγότερο την παραγωγική οικονομία και περισσότερο την ιδεολογική προσκόλληση σε ένα αστικό κομματικό κατεστημένο που έραινε πελατειακά "δώρα", καθώς και την κοινωνικοποίηση στον καταναλωτισμό που απαιτούσε η διεθνής (και όχι βέβαια η εθνική) ηλεκτρική, ηλεκτρονική και αυτοκινιστική βιομηχανία στις χώρες του διεθνούς καπιταλισμού. ε) Η εισροή, μετά το 1990, φτηνού και εύκολα εκμεταλλεύσιμου εργατικού δυναμικού, κυρίως από τις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ, η οποία εξέθρεψε ακόμη περισσότερο τις τάξεις της "αγροτικής αριστοκρατίας" στην επαρχία και του αστικού, ενοικιαστικού τύπου παρασιτισμού στις πόλεις.

7. Η κατάρρευση --ή, λιγότερο δραματικά, η ύφεση και στασιμοποίηση-- των οικονομιών των δυτικών "προστατών" που συντήρησαν μια ουσιαστικά επιδοτούμενη αστική τάξη στην Ελλάδα δημιουργεί τις προϋποθέσεις βαθιάς κρίσης ταυτότητας στην τελευταία. Το πολιτικό καθήκον μας δεν είναι ο θρήνος για την ακαθαρσία των ταξικών κατηγοριών αλλά η άμεση ιδεολογική εργασία στα ρήγματα που ανοίγει αυτή η πραγματικότητα στην ιδεολογική συνοχή της αστικής τάξης. "Ετοιμοπαράδοτοι" σύμμαχοι δεν υπάρχουν. Η ούτως αποκαλούμενη "γενιά των 700 ευρώ", η συσσωρευμένη, γενικότερα, γενιά υπερ-προσοντούχων ανέργων, οι εργάτες των λίγων βιομηχανιών και των περισσότερων βιοτεχνιών, οι χαμηλόμισθοι του τομέα υπηρεσιών, τμήμα των πιο συνειδητοποιημένων, μονιμότερα εγκατεστημένων μεταναστών, οι φτωχότεροι αγρότες, οι απολυμένοι ή επισφαλείς συμβασιούχοι, τμήμα των συνταξιούχων με προϊστορία ταξικής συμπάθειας στο προλεταριάτο, και τμήμα των διανοουμένων που έχει αποσπαστεί από τα μεγαλοαστικά συμφέροντα λόγω της όλο και μικρότερης ανταλλακτικής αξίας της εργασίας τους, καλούνται να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μιας συμμαχίας ικανής να ξεπεράσει τα αδιέξοδα της μηχανικής, μικροαστικής συσπείρωσης πίσω από την διεκδίκηση "εξασφαλίσεων" και "προνομίων" από το κράτος (ΚΚΕ), του αφηρημένου, κρυφά νομικίστικου αριστερού ηθικισμού ("ανανεωτική αριστερά"), και της στείρας, κρυφο-θεολογικής αποποίησης κάθε θετικής πολιτικής που συντηρεί ο εγχώριος, αφόρητα ομφαλοσκόπος "αντιεξουσιασμός."