Wednesday, October 6, 2010

4/1/2010-7/1/2010-Marx vs Žižek, ή, περί φιλελευθερισμού και θρησκευτικής βίας

Στο παρελθόν, και στα πλαίσια μιας συζήτησης για τον φιλελευθερισμό και τον φονταμενταλισμό, είχα την ευκαιρία μιας πρώτης κριτικής αναψηλάφησης των θέσεων του Slavoj Žižek για το ζήτημα της θρησκευτικής βίας. Στο πρώτο τμήμα της κριτικής εκείνης συζήτησης είχα ισχυριστεί τα εξής:
[Στο έργο του Žižek] ο παρανομαστής του πάθους για οικουμενικότητα συνδέει τα “πολιτικά” και τα “θεολογικά” κείμενα, καθορίζοντας ως κοινό εχθρό τον ατομικισμό, τον αφηρημένο ιδεαλισμό των "δικαιωμάτων", αλλά και τον αυτάρεσκα "κοσμικό" χαρακτήρα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών.
Σε μια διαφορετική χρονική στιγμή, είχα παρουσιάσει εδώ σε μετάφραση το κείμενο του Žižek "Ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα". Στο κείμενό του εκείνο, ο Žižek παρέχει ένα από τα πολλά παραδείγματα της ευρύτερης στάσης την οποία περιέγραψα πιο πάνω, στάσης η οποία επικεντρώνεται στον διαχωρισμό, ουσιαστικά, της "αποπολιτικοποιημένης" (αλλά κρυφά πολιτικής) στάσης του δυτικού φιλελευθερισμού απέναντι στις θρησκευτικές διακηρύξεις πίστης και της "φονταμενταλιστικής" απαίτησης για δημόσια δήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων:
Για αυτό και στις κοσμικές φιλελεύθερες δημοκρατίες μας, αυτοί που διατηρούν ουσιώδη υπακοή σε μια θρησκεία βρίσκονται σε μειονεκτική θέση: η πίστη τους είναι “ανεκτή” ως προσωπική επιλογή, αλλά τη στιγμή που την παρουσιάζουν δημόσια ως αυτό που είναι για τους ίδιους —θέμα ουσιώδους ανήκειν— κατηγορούνται για “φονταμενταλισμό.”
Βλέπουμε εδώ αρκετά ξεκάθαρα το βασικό περίγραμμα των υποθέσεων Žižek για την φύση της σύγκρουσης μεταξύ αστικής-φιλελεύθερης και φονταμενταλιστικής ιδεολογίας: για την πρώτη, η θρησκεία, ως μέσο δήλωσης αφενός διαφοράς από τον άλλο και αφετέρου ανήκειν σε μία πεπερασμένη ομάδα, είναι καθαρά ιδιωτικής φύσης θέμα, δηλαδή τίθεται σε βάση εκ φύσεως αντίθετη από ό,τι η ίδια η θρησκευτική πίστη απαιτεί. Η φιλελεύθερη δύση, υποτίθεται, δέχεται την θρησκεία μόνο εφόσον την υποτάσσει στην περίφημη φόρμουλα την οποία ο Žižek έχει διατυπώσει σε μια σειρά έργων του, δηλαδή του "X χωρίς Χ" (καφές χωρίς καφεϊνη, τσιγάρο χωρίς νικοτίνη, μπύρα χωρίς αλκοόλ, γείτονας χωρίς απειλητική ξενότητα, σεξ χωρίς ριψοκίνδυνη επαφή, κλπ).

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι, αν και αναφέρεται εκτεταμένα στον Μαρξ του Εμφύλιου πολέμου στη Γαλλία και της 18ης Μπρυμαίρ, το "Ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα" αγνοεί εντελώς το "Για το εβραϊκό ζήτημα" (1843), το κατεξοχήν κείμενο στο οποίο ο Μαρξ πραγματεύεται το πρόβλημα της θρησκευτικής διαφοράς και των πολιτικών διακυβευμάτων που ενέχονται στην συζήτησή της ως τέτοια (και που ο Μαρξ αναδεικνύει με δεξιοτεχνικό τρόπο καθώς υποβάλλει σε αναλυτική επεξεργασία την λογικοφανή απόρριψη των εβραϊκών αιτημάτων για χειραφέτηση από τον Μπρούνο Μπάουερ). Είναι επίσης ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το υπόρρητο επιχείρημα Žižek στο "Ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα" και αλλού —ότι, δηλαδή, μία θρησκεία η οποία έχει περιοριστεί άνωθεν (από το κράτος) στην σφαίρα της ιδιωτικής προτίμησης ή επιλογής έχει ουσιαστικά μετατραπεί σε παρωδία του εαυτού της (όπως, ας πούμε, το σεξ χωρίς επαφή με τον άλλο) είναι ένα από τα βασικά επιχειρήματα του ίδιου του Μπάουερ:
Δεν υπάρχει πλέον θρησκεία όταν δεν υπάρχει προνομιούχα θρησκεία. Αφαιρέστε από τη θρησκεία τις ειδικές εξουσίες της και αμέσως παύει να υφίσταται. [...] Όπως ακριβώς ο κ. Martin du Nord θεώρησε την πρόταση να διαγραφεί νομικά η Κυριακή [αργία] σαν μια διακήρυξη ότι ο χριστιανισμός έπαψε να υπάρχει, το ίδιο λογικά και η δήλωση πως ο νόμος [της αργίας] του Σαββάτου δεν είναι υποχρεωτικός για τους Εβραίους θα 'ταν μια διακήρυξη της διάλυσης του Ιουδαϊσμού. (Μπρούνο Μπάουερ, "Το εβραϊκό ζήτημα" (1843) στο Καρλ Μαρξ, "Για το εβραϊκό ζήτημα", Κράτος και θρησκευτική συνείδηση: Hegel, Feuerbach, Marx, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Έρασμος, 1978 [2000], σ. 55-56).
Είναι εδώ ο Μπάουερ και όχι ο Μαρξ που φαντάζει σαν ένας avant la lettre λακανιστής, κάποιος που δράττει την ουσιαστική, ριζοσπαστική σημασία της φαινομενικά δευτερεύουσας λεπτομέρειας, την άμεση σχέση ανάμεσα στο φαινομενικά μερικό και την ουσιώδη ολότητα: το "δικαίωμα" σου να εκφράζεις "ελεύθερα" την θρησκευτική σου συνείδηση χωρίς όμως την ευλογία του κράτους (μπορείς να φορέσεις μπούργκα, όχι όμως σε δημόσια σχολεία) αδειάζει την ίδια την έννοια της θρησκείας από περιεχόμενο, και έτσι η κατάργηση του οποιουδήποτε τελετουργικού προνομίου (όπως η αργία του Σαββάτου ή της Κυριακής) από το κράτος είναι ουσιαστικά κατάργηση της θρησκείας ως τέτοιας, μετατροπή της σε αδιάφορη, "ευνουχισμένη" εκδήλωση προσωπικών πεποιθήσεων.

Αυτή βέβαια είναι και η βεβαιότητα όσων, στην Ελλάδα, πανηγυρίζουν την προοπτική κατάργησης των θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία: μια τέτοια κρατική παρέμβαση, θεωρούν, θα επέλυε ή τουλάχιστον θα βοηθούσε να επιλυθεί το πρόβλημα των θρησκευτικών διακρίσεων σε βάρος μειονοτήτων, εφόσον θα μετέτρεπε την θρησκεία από συστατικό του ίδιου του κράτους σε θέμα αδιάφορα προσωπικό. Η μοναδική διαφορά ανάμεσα σε ένα εκκοσμικευτικό φιλελευθερισμό τύπου Μπάουερ (ή σύγχρονων υπερασπιστών της κατάργησης από το κράτος κάθε συμβόλου που δίνει προνομιακό στάτους σε μία θρησκεία) και της προσέγγισης του Žižek είναι ότι ο δεύτερος στέκεται στην υποκρισία της υπόθεσης ότι η εκκοσμίκευση αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια ελεύθερης επιλογής από ό,τι ο θεοκρατικού τύπου φονταμενταλισμός (υποκρισία πάντως για την οποία ο ίδιος ο Μπάουερ δεν φέρει ευθύνη, μια και λέει ξεκάθαρα ότι η κατάργηση των θρησκευτικών προνομίων σημαίνει άμεσα κατάργηση της θρησκείας της ίδιας ως μέρους της δημόσιας ζωής μιας κοινωνίας). Στην ουσία, δηλαδή, ο αντιφιλελευθερισμός του Žižek σε ό,τι αφορά το ζήτημα του φονταμενταλισμού είναι απλά ιδιοσυγκρασιακός, εφόσον στερείται θεωρητικής βάσης ικανής να διαχωρίσει τις βασικές του υποθέσεις για τα διακυβεύματα της ίδιας της διάκρισης "δημόσιου/ιδιωτικού" από τις αντίστοιχες του φιλελεύθερου εκκοσμικευτικού λόγου.

Ποια είναι η απάντηση του Μαρξ στο επιχείρημα του Μπάουερ ότι αρκεί η κρατικά ενορχηστρωμένη ιδιωτικοποίηση της θρησκείας για να εξαλείψει τις πολιτικές διαστάσεις του θρησκευτικού ζητήματος; Αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε ένα σχετικά εκτεταμένο απόσπασμα:
...ο άνθρωπος ελευθερώνεται από έναν περιορισμό δια μέσου του κράτους, πολιτικά, ξεπερνώντας αυτόν τον περιορισμό κατά τρόπο αφηρημένο και περιορισμένο, κατά τρόπο μερικό, ερχόμενος σε αντίφαση με τον εαυτό του. Έπεται, ακόμα, ότι όταν ο άνθρωπος ελευθερώνεται πολιτικά ελευθερώνεται με έμμεσο τρόπο, χρησιμοποιώντας ένα ενδιάμεσο, έστω κι αν πρόκειται για ένα ενδιάμεσο αναγκαίο. Έπεται τέλος, πως ακόμα και τότε που ο άνθρωπος διακηρύσσει την αθεϊα του μέσω του κράτους, που διακηρύσσει δηλ. την αθεϊα του κράτους, εξακολουθεί να παραμένει υπό τον καταναγκασμό της θρησκείας γιατί δηλώνει την αθεϊα του μόνο έμμεσα, με την βοήθεια ενός ενδιάμεσου. Αλλ' αυτό ακριβώς είναι η θρησκεία: η έμμεση αναγνώριση του ανθρώπου μέσω ενός ενδιάμεσου. Το κράτος είναι το ενδιάμεσο μεταξύ του ανθρώπου και της ελευθερίας του. Όπως ο Χριστός είναι το ενδιάμεσο στο οποίο ο άνθρωπος αποδίδει όλη του τη θειότητα κι όλους του τους θρησκευτικούς περιορισμούς, έτσι και το κράτος είναι το ενδιάμεσο στο οποίο ο άνθρωπος μεταβιβάζει όλη του την ανθρωποσύνη κι όλη του την ανθρώπινη ανεξαρτησία ("Για το εβραϊκό ζήτημα", σ. 60).
Εισάγωντας τον αναλυτικό διαχωρισμό "πολιτικής" και "ανθρώπινης" χειραφέτησης, ο Μαρξ φτάνει στην απρόσμενη ανακάλυψη ότι οι όροι πολιτικής χειραφέτησης του κράτους από τη θρησκεία είναι ταυτόχρονα όροι μετατροπής του κράτους σε θρησκεία, με την αυστηρή έννοια ότι το κράτος που χειραφετεί από την θρησκευτική ιδιαιτερότητα δια του νόμου υποκαθιστά για τον πολίτη την ίδια την λειτουργία της θρησκείας: διαμεσολαβεί, δηλαδή, ανάμεσα στον άνθρωπο και τον εαυτό του, όπως ακριβώς κάνει (σύμφωνα, ήδη, με τον Feuerbach, αλλά και με έναν σύγχρονο όπως ο Bataille της Θεωρίας της Θρησκείας) και η μορφή του Θείου. Το αστικό, εκκοσμικευμένο κράτος είναι, με άλλα λόγια, βαθιά θρησκευτικό σε χαρακτήρα, και είναι τέτοιο στον βαθμό ακριβώς που υπόσχεται στον καθένα την προστασία του από το φάσμα της θρησκευτικής διαφοράς πεποιθήσεων, στον βαθμό δηλαδή που υπερασπίζεται το δικαίωμά του να είναι ο εαυτός του σκίζοντάς τον στα δύο: "στον δημόσιο και ιδιωτικό εαυτό του" (σ. 65), σε ενεργό μέλος της "αστικής κοινωνίας" και διαμεσολαβημένο υποκείμενο του "πολιτικού κράτους" (σ. 63). Και αλλιώς: το κοσμικό, απο-θρησκοποιημένο κράτος παραμένει θρησκευτικό όχι λόγω του περιεχομένου των πεποιθήσεων της οποίες διακηρύττει, αλλά εξαιτίας της ίδιας του της μορφής ως διαμεσολαβητή ανάμεσα σε υποκείμενα και μέσα στην διττή πλέον φύση του κάθε υποκειμένου, την εσωτερική διάσταση και αυτο-αποξένωση την οποία προϋποθέτει η πολιτική του (σε αντίστιξη με την ανθρώπινή του) ελευθερία. 'Ετσι,
Το πολιτικό κράτος έχει με την αστική κοινωνία την ίδια πνευματική σχέση που έχει ο ουρανός με τη γη. Το κράτος βρίσκεται στην ίδια αντίθεση προς την αστική κοινωνία και την υπερνικά με τον ίδιο τρόπο που η θρησκεία υπερνικά τους περιορισμούς του μη θρησκευτικού κόσμου, δηλ. είναι υποχρεωμένο [το κράτος] να την αναγνωρίζει [την αστική κοινωνία], να την αποκαθιστά και να αφήνεται στην κυριαρχία της. ("Για το εβραϊκό ζήτημα", σ. 62).
Ποιο είναι, ιστορικά, το πρώτο κράτος το οποίο υλοποιεί αυτή την υπόσχεση πολιτικής απελευθέρωσης του ανθρώπου από τη θρησκεία; Είναι, παρατηρεί ο Μαρξ και θα συμφωνήσουμε, οι Η.Π.Α, δηλαδή το κράτος που σήμερα εκπροσωπεί ταυτόχρονα και αντιφατικά την πλήρη υποταγή του κράτους στην καπιταλιστική δομή της αστικής κοινωνίας και την πλήρη υποταγή της αστικής κοινωνίας στον γεωπολιτικό ιμπεριαλισμό του κράτους. Οι Η.Π.Α —και πρόκειται απλώς για την άλλη όψη του ίδιου προβλήματος, μας έδειξε ήδη ο Μαρξ— είναι ταυτόχρονα το κράτος που υλοποιεί την βίαια καταπολέμηση του παγκόσμιου θρησκευτικού φονταμενταλισμού και αυτό του οποίου η πολιτική κοινωνία διακρίνεται από βαθύ και ενεργητικό θρησκευτικό φονταμενταλισμό (χριστιανικού τύπου).

Η συνήθης, αντιθεωρητική (ή προθεωρητική) αντιμετώπιση του εκτυφλωτικού —αλλά μαρξικά, απλώς φαινομενικού— αυτού παραδόξου δεν έχει πρόσβαση παρά στην ρηχή, ηθικολογική αποκήρυξη της "υποκρισίας" των Αμερικανών (και το ερώτημα είναι αν ο λακανισμός του Žižek του επιτρέπει να κάνει ένα ουσιώδες βήμα πέρα από μια τέτοια είδους κριτική, πέρα από μια επιφανειακά μόνο σοφιστικέ αποκήρυξη αυτών που "ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν" —ή For they know not what they do, για να θυμηθούμε ένα από τα κλασικά βιβλία του Σλοβένου).

Ας επιστρέψουμε όμως στον Μαρξ, για τον οποίο η επιμονή του Μπάουερ στην επάρκεια της φορμαλιστικής εκκοσμίκευσης του κράτους ανατρέπεται ακριβώς από τον αναστοχασμό για τις συνέπειες του σχίσματος κράτους-πολιτικής κοινωνίας στις Η.Π.Α:
"Στις Ην. Πολιτείες δεν υπάρχει ούτε μια κρατική θρησκεία, ούτε μια επίσημα δεδηλωμένη θρησκεία της πλειοψηφίας, ούτε η υπεροχή μιας πίστης πάνω σε μιαν άλλη. Το κράτος είναι ξένο προς όλες τις πίστεις" (Gustave de Beaumont, Marie, ou l' eslavage aux Etats Unis, Παρίσι, 1835, σ. 214). ...Και όμως η Β. Αμερική είναι η χώρα της θρησκευτικότητας κατ' εξοχήν καθώς μας διαβεβαιώνουν ο Μπωμόν, ο Τοκκεβίλ και ο Άγγλος Χάμιλτον...Εάν βρίσκουμε πως στη χώρα της ολοκληρωτικής πολιτικής χειραφέτησης όχι μόνο υπάρχει θρησκεία αλλά υπάρχει μάλιστα με μια ανανεωμένη και ζωηρή μορφή, αυτό αποδεικνύει πως η ύπαρξη της θρησκείας δεν αντιφάσκει στην [φορμαλιστική] τελειότητα του κράτους. Αλλά αφού η ύπαρξη της θρησκείας είναι ύπαρξη μιας ατέλειας [από τη σκοπιά της κοσμικότητας], [αυτή η ατέλεια] πρέπει να αναζητηθεί στο ίδιο το κράτος. Δεν βλέπουμε πια τη θρησκεία ως τη βάση της κοσμικής στενότητας αλλ' απλώς ως ένα φαινόμενο αυτής της στενότητας. Για τούτο κι εξηγούμε τη θρησκευτική καταπίεση των ελεύθερων πολιτών με την κοσμική τους καταπίεση....Δεν μετατρέπουμε τα κοσμικά ζητήματα σε θεολογικά. Μετατρέπουμε τα θεολογικά ζητήματα σε κοσμικά....Το ζήτημα "ποια η σχέση της πολιτικής απελευθέρωσης με τη θρησκεία" γίνεται για μας: ποια η σχέση της πολιτικής απελευθέρωσης με την ανθρώπινη απελευθέρωση; ("Για το εβραϊκό ζήτημα", σ. 58).
Έτσι, η περιβόητη διάσταση ανάμεσα σε μια ιμπεριαλιστικά στρατευμένη κοσμικότητα και μια εγχώρια ανοχή στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό διάφορων χριστιανικών ομάδων είναι αυστηρή συνέπεια της απόλυτης, καθαρής απόσπασης του κράτους από την πολιτική κοινωνία, δηλαδή αυτού που με εξελικτικιστικούς όρους προβάλλει ως "τελειότητα" του αστικού κράτους. Έχει τεράστια σημασία η αντιπρόταση στην συνηθισμένη και χυδαία εικόνα των Αμερικανών ως έθνους υποκριτών, της μαρξικής ερμηνείας των Αμερικανών ως τελειοποιητών της ουσίας του αστικού κράτους, του αληθινού δηλαδή μέλλοντος, ουσιαστικά, κάθε κοινωνίας που περιορίζει την χειραφέτηση των ανθρώπων σε πολιτική (δηλαδή φορμαλιστικά δικαιϊκή) χειραφέτηση. Είτε προσβλέπουν στις δυνατότητες για ιμπεριαλιστική πολιτική είτε όχι, όλοι όσοι περιορίζουν την συζήτηση για την θρησκεία σε συζήτηση για την ελευθερία στις ατομικές πεποιθήσεις σκέφτονται ήδη ως Αμερικανοί, και αυτό, μας λέει ο Μαρξ, δεν είναι όσο κακό μπορεί να ακούγεται από την σκοπιά του εγχώριου, κρυφά ή φανερά "ανατολικο-ορθόδοξου", αντιαμερικανισμού:
Η πολιτική χειραφέτηση είναι βεβαίως μια πρόοδος. Μπορεί να μην είναι η υπέρτατη μορφή της γενικής ανθρώπινης χειραφέτησης [δηλαδή της χειραφέτησης που αποτελεί το πραγματικό αντικείμενο του μαρξικού κομμουνισμού] είναι όμως η υπέρτατη μορφή της ανθρώπινης χειραφέτησης μέσα στα όρια του κρατούντος συστήματος....Ο άνθρωπος χειραφετείται πολιτικά από τη θρησκεία εκτοπίζοντάς την από την περιοχή του δημόσιου δικαίου στην περιοχή του ιδιωτικού. ("Για το εβραϊκό ζήτημα", σ. 64).
Ποιο είναι λοιπόν για τον Μαρξ το πρόβλημα με μια τέτοιου είδους "τελειοποίηση" του κράτους; Γιατί να μην αρκεστεί στο να παρατηρήσει ότι, εν τη απουσία της ανθρώπινης χειραφέτησης που συνιστά την κομμουνιστική υπόσχεση, δεν είναι και τόσο άσχημο το να είμαστε το δεύτερο καλύτερο πράγμα από αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε ως κομμουνιστές, δηλαδή απόγονοι του αμερικανικού φιλελευθερισμού ενός Τζέφερσον ή ενός Πέιν; Γιατί, στο κάτω-κάτω τις υπόθεσης, δεν πρέπει όλοι όσοι ελπίζουν στην εκκοσμίκευση του ελληνικού κράτους να ταχθούν ανοιχτά υπέρ των Αμερικανών στον πόλεμό τους κατά των ισλαμιστών στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Ιράν, και όπου αλλού τέλως πάντων ανακαλυφθούν στο μέλλον οι εθχροί της εκκοσμίκευσης και της χειραφέτησης από τη θρησκεία (ή δεν είναι αυτή η λογική κατάληξη κάθε αφηρημένα, φορμαλιστικά "δημοκρατικής" κριτικής στον απεχθή φονταμενταλισμό που μαστίζει τον ισλαμικό κόσμο στις ημέρες μας);

Το πρόβλημα γίνεται ήδη φανερό ήδη στην μαρξική παρατήρηση ότι η κρατική εκκοσμίκευση επ' ουδενί δεν εξαλείφει την θρησκεία, δημιουργώντας μάλλον μια διπλή διαδικασία εκ νέου θρησκειοποίησης: από τη μία, μέσω της αναγωγής του ίδιου του θεσμού του πολιτικού κράτους σε Θείο, εκ των άνωθεν όργανο επιδιαιτησίας των ανταγωνιστικών ατομικών επιδιώξεων (βλέπε και τις παρατηρήσεις του Λένιν για τον θεολογικό χαρακτήρα της πολιτικής θεωρίας του κράτους), και, ταυτόχρονα, μέσω του ανεξέλεγκτου ανοίγματος, μέσα στην πολιτική κοινωνία, του πεδίου για την ανάπτυξη της θρησκοληψίας ως αδιάφορης πλέον για το κράτος ατομικής παρέκκλισης, βίτσιου, ή φετίχ. Με βάση βέβαια την προσέγγιση Žižek, μια τέτοια τάση δεν διαφέρει ουσιαστικά από τον ευρύτερο καταναλωτισμό της αστικής φιλελεύθερης κοινωνίας. Ο φονταμενταλισμός του μη δυτικού "άλλου" εμπνέει φόβο γιατί αρνείται να περιορίσει την θρησκεία στη σφαίρα του ατομικού καπρίτσιου όπου έχει περιπέσει στη δύση (υπόθεση που καθιστά αρκετά δυσνόητο τον δυτικό φονταμενταλισμό). Για τον Μαρξ όμως, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά:
[η θρησκεία] μεταβάλλεται σε πνεύμα της αστικής κοινωνίας, της σφαίρας του εγωισμού και του bellum omnium contra omnes. Δεν είναι πια η ουσία της κοινότητας αλλά η ουσία της διαφοράς. Γίνεται ότι ήταν αρχικά: η έκφραση του χωρισμού του ανθρώπου από την κοινότητα, από τον εαυτό του και από τους άλλους. Δεν είναι πια παρά η αφηρημένη ομολογία μιας ατομικής παραδοξότητας, μιας ιδιωτικής ιδιοτροπίας, ενός καπρίτσιου. ("Για το εβραϊκό ζήτημα", σ. 64).
Το εδάφιο χρίζει ιδιαίτερα προσεκτικής ανάγνωσης. Φαινομενικά, είναι απόλυτα συμβατή η τελική του φράση με την προσέγγιση την οποία έχει καταστήσει ιδιαίτερα δημοφιλή ο Σλοβένος: εγκλωβισμένη στην αστική κοινωνία, η θρησκεία γίνεται ένα ακόμη καταναλωτικό εμπόρευμα στην ελεύθερη αγορά πεποιθήσεων, και το θέμα, σε ό,τι αφορά τις εκκοσμικευμένες κοινωνίες, δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από το αν κάποιος προτιμά αυτό ή εκείνο το απορρυπαντικό, αυτό ή εκείνο το τηλεοπτικό κανάλι. Μια τέτοια ανάγνωση όμως θα αγνοούσε επιδεικτικά την απρόσμενη περιγραφή της πολιτικής κοινωνίας δια της φράσης με την οποία περιγράφεται παραδοσιακά η ανεξέλεγκτη βία της "φυσικής κοινωνίας": εφόσον εγκλωβιστεί στην πολιτική κοινωνία και αποσπαστεί από το κράτος, η θρησκεία παύει να εξαρτάται και από το μονοπώλιο της έννομης βίας που ενσαρκώνει το δεύτερο και επιστρέφει στον "πόλεμο όλων εναντίον όλων". Με άλλα λόγια: επ' ουδενί δεν σημαίνει η εκκοσμίκευση του κράτους την απαλοιφή της σχέσης της θρησκείας με τη βία. Δεν είναι απλά ότι η εκκοσμίκευση δεν ξεφορτώνεται την θρησκεία αλλά μεταλάσσει απλώς τον τρόπο με τον οποίο αυτή αρθρώνεται κοινωνικά. Είναι ότι κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με τη βία η οποία εμπεριέχεται σε αυτό που η θρησκεία "ήταν αρχικά": χωρισμός του ανθρώπου από την κοινότητα, και άρα και χωρισμός του ανθρώπου από τον άνθρωπο, από τον εαυτό του και από τον άλλο συνάμα.

Η ατελείωτη φλυαρία των Μ.Μ.Ε για τον βίαιο φονταμενταλισμό έχει αγνοήσει εντελώς το ερώτημα των συνθηκών εκδήλωσής του από την σκοπιά ακριβώς του χωρισμού κράτους και πολιτικής κοινωνίας που βρίσκεται στο κέντρο της μαρξικής προσέγγισης στο πρόβλημα. Είναι όμως πια ώρα να ρωτήσουμε, ανοιχτά και θαρραλέα: είναι το πρόβλημα του βίαιου θρησκευτικού φονταμενταλισμού πρόβλημα ανοιχτά και επίσημα φονταμενταλιστικών κρατών ή μήπως πρόβλημα της μετάθεσης από το κράτος του θέματος "θρησκεία" στα ατομικά βίτσια και "καπρίτσια" των μελών της πολιτικής κοινωνίας; Είναι ή όχι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός σαφώς λιγότερο έντονος υπό καθεστώς θεοκρατίας από ό,τι είναι στα τυπικώς κοσμικά κράτη στα οποία κομμάτια της εξ ορισμού ανταγωνιστικής σφαίρας της πολιτικής κοινωνίας αγωνίζονται να επιβάλλουν τις προσωπικές τους εμμονές σε άλλους; Είναι ή όχι ακριβώς η βία της "φυσικής κατάστασης", η βία του bellum omnium contra omnes, που πληρώνει, όπως άλλωστε είχε προβλέψει ο Hobbes, το κενό του κράτους, που ακολουθεί την απόσυρση του κράτους από το θρησκευτικό ζήτημα χωρίς να έχει επιτευχθεί κάτι περισσότερο από την φορμαλιστική, νομικιστική χειραφέτηση των ατόμων από την τυραννία της θρησκευτικής πεποίθησης; Πού εκδηλώνεται με μεγαλύτερη και ωμότερη βία ο φονταμενταλισμός από ότι σε κοινωνίες όπου η θρησκεία λειτουργεί σαν μέσο προνομιακής μετάφρασης των κοινωνικών ανταγωνισμών που διατρέχουν εκ των προτέρων την πολιτική κοινωνία —των ανταγωνισμών με κέντρο το φύλο, για παράδειγμα, ή αυτών που πηγάζουν από την αντίθεση πόλης-επαρχίας, αυτών που αφορούν στην άνιση ανάπτυξη αγροτικών και αστικών πληθυσμών; Αν δεν υπάρχει δυνατότητα να είμαστε υπέρμαχοι του κοσμικού κράτους χωρίς να είμαστε Αμερικανοί, υπάρχει μήπως δυνατότητα να είμαστε Αμερικανοί χωρίς να είμαστε οι εγγυητές της διαιώνισης του φονταμενταλισμού ως προνομιούχου έκφρασης του ανεπίλυτου των κοινωνικών ανταγωνισμών, του χωρισμού ανθρώπου από άνθρωπο, της κοινωνίας που έχει εγκαταλείψει την ανθρώπινη χειραφέτηση, την κομμουνιστική υπόσχεση, στη λήθη και την ανυποληψία; Η απάντηση, και στις δύο περιπτώσεις, είναι ένα απλό "όχι".

Για να επιστρέψουμε όμως στο επιχείρημα του Μαρξ: η διάχυση της φονταμενταλιστικής βίας δεν αποτελεί μόνο συνέπεια της περιστολής της θρησκείας στη σφαίρα των κοινωνικών ανταγωνισμών, την μεταμόρφωσή της δηλαδή σε μέσο μετάφρασης των ανεπίλυτων κοινωνικών αντιφάσεων που δομούν την πολιτική κοινωνία, αλλά και αντεστραμμένη εικόνα της βίας που προϋποθέτει η ίδια η θεολογικού χαρακτήρα "εξύψωση" του κράτους πάνω από τους μερικούς ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις συμφερόντων. Με απλά λόγια, απέναντι στον φονταμενταλισμό που μεταφράζει τους ανεπίλυτους ανταγωνισμούς της πολιτικής κοινωνίας μέσα από το όχημα της θρησκευτικής πεποίθησης δεν στέκεται η γενναιόδωρη ανεκτικότητα του επουράνιου κρατικού μεσολαβητή, αλλά αντίθετα, ο φονταμενταλισμός του κράτους:
...σε περιόδους που το πολιτικό κράτος ως πολιτικό κράτος γεννιέται βίαια μεσ' από την αστική κοινωνία, σε περιόδους που η ανθρώπινη αυτοχειραφέτηση προσπαθεί να πραγματώσει τον εαυτό της με την μορφή της πολιτικής αυτοαπελευθέρωσης, το κράτος μπορεί και οφείλει να προβεί στην κατάργηση, στην καταστροφή της θρησκείας, αλλά μόνο με τον τρόπο που προβαίνει και στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας (με ακραία μέτρα, με δημεύσεις, με προοδευτική φορολογία) και στην κατάργηση της ζωής (με τη λαιμητόμο). Σ' αυτές τις περιόδους που το κράτος είναι γεμάτο αυτοπεποίθηση, η πολιτική ζωή [δηλ. το κράτος] επιδιώκει να συνθλίψει τις προϋποθέσεις της, την αστική κοινωνία και τα στοιχεία που τη συνθέτουν, και να ανυψωθεί ως η πραγματική, αρμονική ζωή του ανθρώπινου γένους. Αλλ' αυτό δεν το κατορθώνει παρά αν έλθει σε βίαιη αντίθεση με τους όρους της ίδιας της ύπαρξής της κηρύσσοντας τη διαρκή επανάσταση και γι' αυτό το πολιτικό δράμα λήγει αναπόφευκτα με την αποκατάσταση της θρησκείας, της ατομικής ιδιοκτησίας και όλων των στοιχείων της αστικής κοινωνίας, όπως ακριβώς ο πόλεμος λήγει με ειρήνη. ("Για το εβραϊκό ζήτημα", σ. 65).
Βλέπουμε εδώ, μεταξύ άλλων, όχι απλώς μια εξαιρετική κριτική ανάλυση των αντιφάσεων της "τρομοκρατίας" των αστικών επαναστάσεων αλλά και μια προφητική ανάλυση του σταλινισμού και των λόγων που είναι τόσο καταδικασμένος στην αποτυχία όσο και η προφανώς αντίθετη "λύση" της αστικής ιδιωτικοποίησης της θρησκευτικής πεποίθησης. Όπως μας θυμίζει ο Etienne Balibar στο Για την δικτατορία του προλεταριάτου, η κήρυξη του τέλους της δικτατορίας του προλεταριάτου ανήκει, φαινομενικά παραδόξως, στον Στάλιν, ο οποίος ανακοινώνει το 1932 ότι οι ταξικοί διαχωρισμοί έχουν πάψει να υφίστανται στην ΕΣΣΔ και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι πλέον απαραίτητη η συλλογική καταστολή του ταξικού εχθρού. Με αυτή βέβαια την ανακοίνωση επικυρώνεται επίσημα η πραγματική δικτατορία της γραφειοκρατικής μειοψηφίας, η οποία νομιμοποιεί τον εαυτό της ως ουδέτερη, μηχανική έκφραση μιας ήδη θεμελιωμένης κοινωνικής αρμονίας και συναίνεσης. Στον βαθμό που αυτή η αρμονία αποτελεί ιδεολογικό μύθευμα, η επιβεβαίωσή της απαιτεί την όλο και πιο στυγνή βία ενάντια σε οποιονδήποτε υπενθυμίζει το ψεύδος: η συντριβή των "εχθρών της επανάστασης" αποτελεί πλέον μπανάλ, τετριμμένη καθημερινότητα που ουδόλως πρέπει να ανησυχεί τον πληθυσμό εφόσον οι εχθροί αυτοί δεν αποτελούν, σύμφωνα με την σταλινική διακήρυξη, οργανωμένη, ανταγωνιστική προς το προλεταριάτο τάξη.

Στην ουσία, ο σταλινικός κρατισμός αποτελεί την πραγματική διαστροφή του κομμουνισμού, την οπισθοδρόμησή του στο αστικό (τύπου γαλλικής επανάστασης) φετίχ του κράτους ως ουράνιου εγγυητή αρμονίας και συναίνεσης, και άρα και στην κρατικιστική, και όχι κομμουνιστική, κριτική της θρησκείας ως μέσου έκφρασης της διαφοράς μεταξύ των ανθρώπων: πρόκειται για μια κριτική αναπόφευκτα αιματοβαμένη, μια κριτική που μπορεί να αρθρωθεί μόνο με όρους βίαιης καταστολής. Έχουμε έτσι, στον αντίποδα του φιλελεύθερου αστικού κράτους που "ξεφορτώνεται" την θρησκεία υποκρινόμενο ότι τούτη θα πάψει να αποτελεί πρόβλημα από τη στιγμή που θα αποτελεί απλώς ζήτημα προσωπικής και ιδιωτικής πεποίθησης, το "επαναστατικο-τρομοκρατικό" κράτος, το οποίο επιχειρεί να την ξεφορτωθεί δια της βίαιης αφάνισης (και αυτό σημαίνει ότι το σταλινικό καθεστώς θα καταφέρει να είναι εξίσου αντιχριστιανικό και αντισημιτικό, δηλαδή ότι θα προσδώσει οικουμενικές διαστάσεις στην αιματηρή καταστολή της θρησκευτικής διαφοράς).

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η ίδια αυτή η κρατικιστική βία θα δημιουργήσει τελικά και εξίσου αναπόφευκτα τις προϋποθέσεις άρσης του εγχειρήματός της. Το κράτος "δεν κατορθώνει" να διαγράψει τους εξακολουθητικά υφιστάμενους ανταγωνισμούς της πολιτικής κοινωνίας παρά ερχόμενο σε "βίαιη αντίθεση με τους όρους της ίδιας της ύπαρξής" του, και η συλλογική κόπωση που δημιουργεί η όλο και πιο αυθαίρετη βίαιη καταστολή οδηγεί τελικά στην μαζικά στηριζόμενη αντεπανάσταση, στην "αποκατάσταση" τόσο της θρησκείας όσο και της ατομικής ιδιοκτησίας. Η Αγία Πετρούπολη επιστρέφει από τις στάχτες του Στάλινγκραντ, ο αντιδραστικά καθολικός Βαλέσα προϋπαντίζεται ως λαϊκός σωτήρας, οι Ρώσοι ανακαλύπτουν το αστικό καταναλωτικό πάθος τους για Starbucks, DKNY, και Calvin Klein, και οι άστεγοι ξαναπλημμυρίζουν τους παγωμένους δρόμους της Μόσχας.