Sunday, October 10, 2010

3/8/2010-Το φάντασμα της κοινωνίας

Υπάρχει μια συγκεκριμένη κοινωνική σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους, που λαμβάνει, στα μάτια τους, την φανταστική μορφή μιας σχέσης ανάμεσα σε πράγματα. [...] Αυτό το αποκαλώ φετιχισμό που προσκολλάται στα παράγωγα της εργασίας, μόλις παραχθούν ως εμπορεύματα, και ο οποίος συνεπώς είναι αδιαχώριστος από την παραγωγή εμπορευμάτων.
Karl Marx, Κεφάλαιο, τομ. 1
Ξέρετε, δεν υπάρχει κάποιο πράγμα που λέγεται κοινωνία. Υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά άτομα και υπάρχουν οικογένειες.
Margaret Thatcher, συνέντευξη, 23 Σεπτέμβρη 1987
Με τον τρόπο αυτό είναι εφικτό να δούμε τι εννοούν οι Laclau και Mouffe (Ηγεμονία και σοσιαλιστική στρατηγική, 1985) όταν λένε "δεν υπάρχει κοινωνία." Σίγουρα, δεν υποστηρίζουν την θατσερική φράση ότι "δεν υπάρχει κάποιο πράγμα που λέγεται κοινωνία, απλά τα άτομα και οι οικογένειες". Μάλλον, προσπαθούν να επισημάνουν ότι "το κοινωνικό" είναι "πάντα ένα ασυνεπές πεδίο που δομείται γύρω από μια καταστατική αδυνατότητα", έναν θεμελιώδη ανταγωνισμό. [...] Παρ' όλα αυτά, επειδή η κοινωνία διατρέχεται πάντοτε από μια ανταγωνιστική σχάση που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στην συμβολική τάξη, "το διακύβευμα της ιδεολογικής φαντασίωσης είναι να παράξει ένα όραμα της κοινωνίας που όντως υπάρχει, μιας κοινωνίας που δεν χωρίζεται από μια ανταγωνιστική διαίρεση, μιας κοινωνίας όπου η σχέση μεταξύ μερών είναι οργανική, συμπληρωματική" (Zizek, Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, σ. 126).
Paul du Gay, Κατάναλωση και ταυτότητα στην εργασία
[...] η εξιδανικευτική χροιά τής λέξης κοινωνία εν γένει (σε άρθρα σαν κι αυτό - και γενικά νομίζω θα συμφωνείτε, αμφότεροι ή τριτότεροι, ότι τέτοιου είδους άρθρα κυριαρχούνε σήμερα) μού φαίνεται οτι θέλει να κρύψει όλα εκείνα (τα άλλα, πολύ ενοχλητικά, πολύ επικίνδυνα) στοιχεία τής ανθρώπινης ιστορίας ή κατάστασης που σέρνονται ύπουλα στο πεδίο τού "προσωπικού"[...] δεν διορθώνεται θέλω να πω τίποτα ριζικά, αν η (σημερινή) "κοινωνία" "πάρει τά πράγματα στα χέρια της": ποια κοινωνία;
Χάρη, σχόλιο στο κείμενο του Erik Olin Wright, Radical Desire


Στις 11 Ιούλη, αναδημοσίευσα εδώ ένα σύντομο κείμενο του Δημήτρη Καζάκη με τίτλο "Τι είναι αυτό που χρειάζεται επειγόντως σήμερα;" Στο άρθρο αυτό, ο Καζάκης ασκεί δριμεία κριτική σε όσους (και νομίζω ότι αναφέρεται σε αρκετούς από αυτούς που ενεπλάκησαν στις όλο και πιο εξειδικευμένες διαμάχες των δύο μπλοκ των λεγόμενων "αριστερών οικονομολόγων") θεωρούν πως "το κυρίαρχο ζήτημα είναι πρώτα να κάνει διάλογο η Αριστερά, να τα βρει με τον εαυτό της και κατόπιν να αναλάβει τα ηνία του λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν τον απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από το πότε και το πώς θα τεθεί επικεφαλής η Αριστερά." Είναι μια εύλογη κριτική, στον βαθμό που ο κριτικός αυτός διάλογος για την παύση πληρωμών, την έξοδο από την ευρωζώνη, κλπ, μοιάζει να εκτυλίσσεται ερήμην της ευρείας κοινωνικής συμμετοχής, ως ένα είδος ομφαλοσκοπικά ακαδημαϊκού ντιμπέιτ με ισχνά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία.

Εκεί ακριβώς όμως τίθεται ένα δεύτερο ζήτημα, το οποίο επιστρέφει στην κριτική Καζάκη μια δευτερογενή κριτική: ο εύλογος αντίλογος στα όσα επικριτικά καταθέτει ο Καζάκης είναι ότι δεν δημιουργεί η αριστερά την κοινωνία αλλά η κοινωνία την αριστερά· και ως τούτου, ότι είναι επιχειρηματολογικά έκνομο να μπαίνει η κοινωνία στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και να φορτώνεται όλες της τις ανεπάρκειες ή αποτυχίες η "αριστερά", ωσάν αυτή η δεύτερη να κατέβηκε από τον ουρανό, και να μην αντανακλά αυτά που η ίδια η κοινωνία όρισε --άρρητα ή ρητά-- ως επιθυμητές πολιτικές δεξιότητες, προτεραιότητες, μεθόδους, στρατηγικές, κλπ.

Όμως μια τρίτη κριτική θα έλεγε ότι τόσο η κριτική Καζάκη όσο και ο προαναφερθείς (υποθετικός) αντίλογος σ' αυτή στηρίζονται στην λήψη ως δεδομένης της φύσης της ίδιας της "κοινωνίας", ωσάν η τελευταία να ήταν κάποιου είδους αυταπόδεικτης οντότητας, για την οποία μπορούμε να μιλούμε με ακράδαντη εμπειρική σιγουριά. Σε άρθρο του στις 25 Ιούλη άλλωστε, ο παλιός γνωστός μας καθηγητής Στάθης Καλύβας έκανε λόγο για "μια κοινωνία που λειτουργεί κατ’ εξοχήν εφηβικά", ισχυριζόμενος ότι το πρόβλημα είναι ότι "όπως ένας έφηβος που εξαρτάται οικονομικά από τους γονείς του, έτσι και πολλοί άνθρωποι που ζουν αποκλειστικά από το κράτος θεωρούν αυτονόητο κληρονομικό τους δικαίωμα τη μόνιμη οικονομική ενίσχυσή τους από αυτό, αρνούμενοι συγχρόνως να συμβάλουν στα κοινά «οικογενειακά» βάρη." Τίποτε δεν φαίνεται λιγότερο μυστηριώδες εδώ από την φύση και τον χαρακτήρα κάποιου πράγματος που λέγεται "κοινωνία", πράγματος για το οποίο μπορεί κάποιος να εκφέρει γνώμη χωρίς να συμβουλευτεί κανενός είδους στατιστικά ή έρευνες, και το οποίο δεν είναι παρά αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού ατομικών χαρακτηριστικών.

Η χρήση όμως της λέξης "πράγμα" στην προηγούμενη παράγραφο (όπως και στην διάσημη ρήση της Μάργκαρετ Θάτσερ "there is no such thing as society") θα έπρεπε να μας θυμήσει την εξίσου διάσημη ρήση του Καρλ Μαρξ με την οποία ξεκίνησα: H Θάτσερ είχε απόλυτο, αν και αθέλητο δίκαιο αν η φράση της ξαναδιαβαστεί με διαφορετικό επιτονισμό: there is no such thing as society, για τον απλούστατο λόγο ότι η κοινωνία δεν είναι πράγμα, δεν είναι δηλαδή ένα αντικείμενο το οποίο παρατηρούμε έξωθεν, από μια θέση αποστασιοποιημένου υποκειμένου. Στην πραγματικότητα, οι κρίσεις μας για την "κοινωνία", οι αναπαραστάσεις μας για αυτήν, οι τρόποι με τους οποίους προσποιούμαστε ότι είναι εφικτό να την περιγράψουμε, είναι μέρη της λειτουργίας της ίδιας της κοινωνίας, του τρόπου με τον οποίο η "κοινωνία" συγκροτεί τον εαυτό της ως τέτοια. "Δεν υπάρχει κάποιο πράγμα που λέγεται κοινωνία", λοιπόν, γιατί η κοινωνία δεν είναι πράγμα αλλά πλέγμα σχέσεων· και γιατί οι σχέσεις αυτές --σχέσεις ανισότητας και ανταγωνισμού όσο και σχέσεις συνεργασίας, σύμπραξης και αλληλεγγύης-- δεν έχουν πρόσβαση στην συνείδηση των μελών της κοινωνίας παρά ως ανταγωνιστικές αναπαραστάσεις και αφηγήσεις για την "κοινωνία" στην οποία ζουν. Δεν χρειάζεται καν να ανατρέξει κανείς στην ανθρωπολογική εργασία του Claude Lévi-Strauss για να κατανοήσει ότι η "κοινωνία" δεν είναι παρά το εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα αναπαραστάσεων των σχέσεων που δομούν τη ζωή των μελών της, ότι δηλαδή η "κοινωνία" εγκαθιδρύει τον εαυτό της αναδρομικά, προσποιούμενη ότι προϋπάρχει "αντικειμενικά" των συμβολικών αναπαραστάσεων δια μέσω των οποίων οι άνθρωποι υλοποιούν τη συλλογικότητά τους. Και δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς σε κάτι τόσο πρόσφατο όσο η δομική ανθρωπολογία γιατί αυτό ακριβώς είναι το εμφανές διακύβευμα ήδη της αρχαίας τραγωδίας, στην οποία ο Δήμος ατενίζει τον εαυτό του, το κενό γύρω από το οποίο συγκροτείται και στο οποίο κινδυνεύει διαρκώς να ολισθήσει, αποζητώντας την τελετουργική αποκάθαρση από τις εντάσεις και τους ανταγωνισμούς που τον απειλούν έσωθεν με διάλυση (αξίζει να περάσει κανείς αρκετό χρόνο με την σχετική εργασία των αρχαιοελληνιστών γιγάντων που ακούνε στα ονόματα Jean-Pierre Vernant, Pierre Vidal-Naquet, Marcel Detienne και Nicole Loraux).

Κάπου εδώ όμως ξεπηδά ένα νέο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να είμαστε, στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, περισσότερο αφελείς από ό,τι ήταν ο Αισχύλος, ο Ευρυπίδης ή ο Σοφοκλής; Πώς γίνεται, μετά τους αρχαίους δραματουργούς, μετά τις φιλοσοφικές διαμάχες του Χομπς, του Ρουσώ, ή του Λοκ για την φύση της κοινωνίας, μετά την ανατρεπτική παρέμβαση του Μαρξ που είδε στην "κοινωνία" το όνομα της ανεπίσημης, άρρητης ανισότητας που κρύβει η φορμαλιστική ισότητα της δημοκρατικής πολιτικής, μετά την δομική ανθρωπολογία του Λεβί Στρως, να μιλάμε ακόμα για την κοινωνία ωσάν να πρόκειται για μια ακόμα απλή εμπειρική δεδομενικότητα, κάτι που δεν διαφέρει ουσιαστικά από ένα σπίτι, ένα δέντρο ή ένα αυτοκίνητο;

Αξίζει τον κόπο, πριν απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα, να εξετάσουμε τον χαρακτήρα του λόγου για την "κοινωνία" στις μέρες μας: ο λόγος αυτός δεν είναι μονήρης· στην πραγματικότητα συνίσταται στην αέναη --και διανοητικά ευνουχιστική-- ταλάντωση ανάμεσα σε δύο αντιφατικά άκρα: από τη μία πλευρά, για να επιστρέψουμε για λίγο στη Θάτσερ, ο αυτοχρισθείς "παρατηρητής" της κοινωνίας, είτε μιλάει στο καφενείο, είτε γράφει άρθρα στον καθημερινό τύπο από την έδρα του στο Yale, αντικρίζει μόνο άτομα ή οικογένειες. Η "κοινωνία" διαλύεται στην εμπειρική πολλαπλότητα του οδηγού λεωφορείου, του ξενοδόχου ή του ταμεία, του Γιώργου, της Μαρίας, του Κώστα ή της Ειρήνης. Το αποτέλεσμα είναι η αντίληψη ότι η "κοινωνία" δεν είναι παρά το μηχανικό άθροισμα αυτών των εμπειρικών πολλαπλοτήτων, και ότι ως εκ τούτου αρκεί να παρατηρήσει κανείς την συμπεριφορά των ατόμων και των οικογενειών για να εξάγει συμπεράσματα για την "κοινωνία". Με άλλα λόγια, ο καθοριστικός ρόλος των σχέσεων δια των οποίων τα άτομα αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τον ρόλο τους, και τον ρόλο των άλλων, εξαφανίζεται. Η "κοινωνία" γίνεται καπνός, φενάκη, φάντασμα στον βαθμό ακριβώς που παραδιδόμαστε άκριτα στην ψευδή απτότητα του "συγκεκριμένου", αγνοώντας τον πολλές φορές σιωπηλά και αδήλωτα σχεσιακό χαρακτήρα του πώς συμπεριφέρονται ή ενεργούν τα άτομα.

Από την άλλη πλευρά, και στο αντίθετο άκρο, η τάση είναι η αφαίρεση-ως-ολοποίηση, χωρίς διαμεσολαβήσεις: η "κοινωνία" είναι μια αινιγματική θολότητα που διαθέτει όμως βούληση και που κάνει επιλογές υπερβατικά, χωρίς να είναι εφικτό να αναλυθούν οι μηχανισμοί με τους οποίους συγκροτεί τον εαυτό της. Στον χυδαίο εμπειρισμό της πρώτης τάσης, εδώ αντιπαρατίθεται μια θεολογία της κοινωνίας, για την οποία η "κοινωνία" είναι μια μυστηριώδης θεότητα απ' τα απρόβλεπτα καπρίτσια της οποίας εξαρτώνται τα πάντα: τα αποτελέσματα των εκλογών, η προκοπή ή η καταβύθιση της οικονομίας, η πρόοδος ή η παρακμή της παιδείας, κλπ. Αν για την πρώτη τάση η κοινωνία διαλύεται στα εξ ων συνετέθη και εξαφανίζεται στην εμπειρική πολλαπλότητα, για την δεύτερη η κοινωνία εξαφανίζεται δια της οδού της θεϊκής ανάληψης εις ουρανούς. Φαντασματικοποιείται στο βαθμό που μετατρέπεται σε μια αδιάτρητη, αδιαφοροποίητη ολότητα που παραμένει απόλυτα ετερογενής ως προς την εμπειρία. Αυτή, νομίζω, είναι η παγίδα για ένα κομμάτι της αριστεράς που επιμένει να αποδίδει υπερβατικό στάτους στον "λαό" ή την "κοινωνία" για να αντισταθμίσει την αντίρροπη τάση διασκέδασης του κοινωνικού στην ασημαντότητα των ατομικών προδιαθέσεων ή έξεων.

Πώς φτάσαμε λοιπόν ως εδώ; Πώς έγινε τόσο ο (νεο)φιλελευθερισμός όσο και ένα κομμάτι της αριστερής απάντησης σ' αυτόν να έχουν παραδοθεί σε συμμετρικές εκδοχές της πραγμοποίησης της "κοινωνίας"; Και, πιο σημαντικά, υπάρχει διέξοδος μέσα από την Σκύλλα του εμπειρικού κατακερματισμού και την Χάρυβδη της θεολογικής αφαίρεσης;

Νομίζω ότι η βασική αιτία δεν είναι άλλη από αυτόν που ο Μαρξ περιέγραψε ως "σύμπλεγμα ρευστού" (cash nexus): "Η αστική τάξη, οποτεδήποτε κυριάρχησε, έδωσε τέλος σε κάθε φεουδαρχική, πατριαρχική, ειδυλλιακή σχέση. Έσχισε αλύπητα στα δύο τα διάφορα φεουδαρχικά δεσμά που έδεναν τον άνθρωπο με τους 'φυσικούς ανωτέρους' του, και δεν άφησε να παραμείνει καμμία αλλή σχέση (nexus) ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο από το γυμνό συμφέρον, από την ασυγκίνητη 'πληρωμή σε ρευστό'" (Κομμουνιστικό Μανιφέστο).

Η κεντρική ιδέα εδώ είναι αρκετά πολύπλοκη και αμφίσημη για αρκετούς λόγους, ένας από τους οποίους αφορά την απελευθερωτική δυναμική που εντοπίζεται στον καταστροφικό μηδενισμό ενός καπιταλισμού που εξαλείφει "κάθε φεουδαρχική, πατριαρχική, ειδυλλιακή σχέση". Αλλά ένα από τα πράγματα που λέει ο Μαρξ αφορά την αντικατάσταση μιας πολλαπλότητας δεσμών, ιεραρχικών και άνισων σε χαρακτήρα, από έναν και μοναδικό δεσμό, ο οποίος αναλαμβάνει τον ρόλο της αποκλειστικής "κόλλας" με την οποία εφεξής θα συγκροτείται το συναρμολόγημα της κοινωνίας. Είναι προφανές ότι η αντικατάσταση αυτή "δουλεύει", ότι δηλαδή αποδείχθηκε βιώσιμη και λειτουργική. Αλλά βέβαια είναι τέτοια μόνο για όσο διάστημα οι οικονομικοί μηχανισμοί παραμένουν σε πρωτοκαθεδρία, μόνο εφόσον οι αυτοματισμοί της οικονομίας αναπαράγουν απρόσκοπτα και ανεμπόδιστα τις κοινωνικές σχέσεις, δίνοντας την αίσθηση της "φυσικότητας" στις ανισότητες τις οποίες συντηρούν και στις οποίες βασίζονται. Εφόσον η κρίση αποτελεί ένα "μπλοκάρισμα" του μηχανισμού αυτού (που όμως δεν ισούται τη μη λειτουργία του --αντιθέτως, για να αναφερθούμε στους Deleuze-Guattari, η μηχανή του κεφαλαίου δουλεύει χαλώντας), δημιουργεί τις προϋποθέσεις αμφισβήτησης της επάρκειας της "κόλλας" αυτής, η οποία όμως τώρα είναι και η μοναδική που προσφέρεται. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι αρχές συγκρότησης της "κοινωνίας" μοιάζουν ξαφνικά μετέωρες, αυθαίρετες, μυστηριωδώς αφηρημένες. Και συνεπώς, η "κοινωνία" είτε διαλύεται, στον χώρο της συνείδησης, σε ανερμάτιστες πολλαπλότητες χωρίς συνεκτικό κέντρο (κοινωνία είναι ο Κώστας, ο Γιάννης, η Ελένη, η Μυρτώ), είτε αποσκιρτά από τον χώρο της εμπειρίας εντελώς, εμφανιζόμενη ως μυστηριώδες τοτέμ. Αυτό που ο Μαρξ, και κατόπιν ο Λουκάτς, παρουσιάζουν ως συνέπειες του φετίχ του εμπορεύματος, δηλαδή η πραγμοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων και οι φαινομενικά μόνο αντίρροπες συνέπειες της εμπειρικής πολυδιάσπασης και της μεταφυσικής εξύψωσης, είναι ο βασικός μηχανισμός στον οποίο βασίζεται ο τωρινός δημόσιος λόγος για την "κοινωνία".

Γιατί να μην μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτό το δίπολο δια της θέλησης; Το πρόβλημα είναι ότι ο μηχανισμός του "συμπλέγματος ρευστού" είναι ένας αυτοματισμός που δεν έχει ανάγκη --σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους μηχανισμούς κοινωνικής συγκρότησης-- από αναπαραστάσεις της συλλογικότητας: ούτε ιερές τελετουργίες, ούτε τραγικό δράμα, ούτε συλλογικές αφηγήσεις απαρχών της φυλής, ούτε "μεγάλα αφηγήματα" για την συλλογική ιστορία. Η εγγενής τάση του καπιταλισμού είναι η εξαφάνιση των διαμεσολαβήσεων μέσω των οποίων η κοινωνία συγκροτεί τον εαυτό της στοχαζόμενη τον εαυτό της, η εξάλειψη κάθε αναπαράστασης που δεν αφορά άμεσα είτε την διακίνηση της οικονομικής αξίας (όπως οι μετοχές ως αναπαραστάσεις μεταβαλλόμενης αξίας) είτε την τόνωση της κατανάλωσης (όπως οι διαφημίσεις). Η κρίση των αυτοματισμών του κεφαλαίου αναπόφευκτα αποκαλύπτει την γύμνια των κανονικοποιημένων αυτο-αναπαράστασεων της αστικής κοινωνίας, την αδυναμία της να συγκροτήσει μια εικόνα του εαυτού της συγκρίσιμη σε συνοχή, ένταση και βάθος με αυτή των προ-καπιταλιστικών ή μη πλήρως καπιταλιστικών κοινωνιών (δεν ήταν αυτός ο μεγάλος καημός του Bataille, και πριν από αυτόν, του Nietzsche: η κατασκευή μιας νέας μυθολογίας που θα αντικαταστήσει τα κουρέλια των προκαπιταλιστικών μύθων και θα δώσει ζωή στο απονεκρωμένο, μηχανικό κορμί της αστικής κοινωνίας;)

Οι ιδεολογικά πριμοδοτημένες ψευδο-αναπαραστάσεις της κοινωνικής συλλογικότητας ("κοινωνία των πολιτών", "Ευρώπη των λαών", κλπ) καταρρέουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα όταν οι οικονομικοί αυτοματισμοί που τους έδιναν το δικαίωμα να κυκλοφορούν στο δημόσιο λόγο σταματούν ή αλλάζουν κατεύθυνση: αποκαλύπτονται ως φράσεις κενές περιεχομένου, όπως κενές περιεχομένου φαντάζουν στην ίδια την "κοινωνία" όλες οι τελετουργικά επαναλαμβανόμενες φράσεις που προσπαθούν να επιτελέσουν τον ρόλο της αναπαράστασής της: "λαϊκή θέληση", "κοινωνική ευθύνη", "εθνική ενότητα", κλπ. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η διάσημη φράση του Μαρξ από την 18η Μπρυμαίρ πρέπει να ανασκευαστεί: "δεν μπορούν να αναπαραστήσουν τον εαυτό τους, για αυτό και έχουν πάψει να πιστεύουν ότι αναπαρίστανται από οποιονδήποτε."

Υπάρχει διέξοδος; Το ερώτημα είναι σε μεγάλο βαθμό επιπόλαιο. Διότι η κρίση της αναπαράστασης που έχει καταστήσει την κοινωνία φάντασμα για τον εαυτό της είναι μακροχρόνια και διαρκής· δεν προέκυψε ούτε το 2008, ούτε το 1975. Κρατάει από την αρχή της κατάρρευσης του συμβολικού σύμπαντος του φεουδαρχικού κόσμου και έχει επιταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό ήδη από το τέλος της "ηρωϊκής" περιόδου της αστικής τάξης στον πρώϊμο 19ο αιώνα. Η "μεταπολιτική", υπ' αυτήν την έννοια, ήταν παρούσα εξ αρχής ως τάση από την στιγμή που τελείωσαν οι επαναστάσεις που έφεραν την αστική τάξη στην πολιτική εξουσία. Η προσπάθεια σήμερα να βρεθούν αφηγήματα που να έχουν επαρκές αντίκρισμα στην κοινωνία, που να την κάνουν δηλαδή να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως δράστη της δικής της ζωής, είναι προσπάθεια στα τυφλά, προσπάθεια που πορεύεται μέσω μιας διαδικασίας "hit and miss." Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς όμως.

Στην διαδικασία αυτή, την διαδικασία επανασυγκρότησης κοινωνικών αφηγημάτων πέρα από τα όρια που επιβάλλει το "σύμπλεγμα ρευστού", δεν υπάρχουν εκ των προτέρων "σωστά" ή "λάθος" αφηγήματα, ούτε αυθεντίες που γνωρίζουν εκ των προτέρων την αντικειμενική φύση της κοινωνίας (μιας και αυτή δεν υπάρχει καν ως τέτοια, αλλά διαμορφώνεται διαρκώς μέσα από μεταβαλλόμενα πλέγματα αντίληψης για τις ανθρώπινες σχέσεις). Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι καμμία αναπαράσταση δεν μπορεί να διατρήσει το καθεστώς κοινωνικής αφασίας χωρίς να εμπεριέχει στοιχεία ευρέως διαθέσιμης υποκειμενικοποίησης, χωρίς δηλαδή να δώσει στους ανθρώπους τις βάσεις να σκεφτούν τον εαυτό τους, τη δράση τους, τις σχέσεις τους με τους άλλους ως κάτι άλλο από αυτό που νομίζουν ότι ήδη είναι.

Παραδόξως, η "κοινωνία" είναι τόσο αυτό το οποίο καλούμαστε να χτίσουμε από τα συντρίμμια της, όσο και το όνομα αυτού που παρεμποδίζει αυτή τη φιλοδοξία, το όνομα της αδρανοποίησης της υποκειμενικότητας και άρα και της αποσύνθεσης του χώρου στον οποίο γίνεται εφικτή η σύλληψη μιας αλήθειας για τη φύση του ανθρώπου ως πολιτικού ζώου, ως οντότητας που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τον εαυτό της παρά σε σχέση με άλλους. Η τάση της κοινωνίας να αδρανοποιεί την πολιτική εκείνη δυναμική που την συγκροτεί ως τέτοια και συνεπώς να μετατρέπεται σε φάντασμα του εαυτού της δεν είναι καινοφανής. Βρίσκεται απλώς στο ψηλότερο σημείο ωρίμανσής της ιστορικά. Και δυστυχώς, στον αναγκαίο πόλεμο ενάντια στην "κοινωνία" ως ονόματος της απονεκρωτικής πραγμοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων, μπορεί να επιστρατευτεί μονάχα η κοινωνία η ίδια. Αλλά μήπως αυτό δεν είναι το νόημα κάθε "χειραφέτησης": όχι η ελευθερία να είμαι ο εαυτός μου αλλά ο σπαραγμός που με στρέφει ενάντια στον εαυτό μου, που με ξεριζώνει από αυτό που ήμουν;