Thursday, October 7, 2010

28/5/2010-Κομμουνισμός, δογματισμός και καινοτομία

Θα ήθελα να γράψω κάποιες κατά το δυνατόν απλές και εύληπτες κουβέντες για την υπόθεση του κομμουνισμού από τη σκοπιά μου, για τα πράγματα που είναι στο μυαλό μου αλλά εκφράζονται συχνά με θολό ή κρυπτικό ή υπόρρητο ίσως τρόπο.

Και θα ήθελα να ξεκινήσω με μια συζήτηση για ένα θέμα γύρω από το οποίο μπορούμε να πούμε ότι δομήθηκε η πρόσληψη της κομμουνιστικής ιδέας από το 1946-47 ως το 1990, με ένα ενδιάμεσο σημείο έντονων διαμαχών και ανακατατάξεων κατά την περίοδο 1966-68.

Το θέμα αυτό είναι η σύζευξη του κομμουνισμού με τον δογματισμό, μία σύζευξη που πρέπει να πούμε ότι δεν αποτελούσε κυρίαρχο κομμάτι της υποδοχής του κομμουνισμού στην αστική κοινωνία ούτε κατά την περίοδο της Πρώτης Διεθνούς (1864-1871), ούτε κατά αυτή της Δεύτερης (1889-1916), ούτε καν κατά αυτή της Τρίτης (1919-1943). Ο κομμουνισμός του Μαρξ, ως γνωστόν, ήταν απλώς ένα ρεύμα ανάμεσα σε άλλα, από τον Σενσιμονισμό στον Φουριερισμό και τον Ουενισμό, σε ποικιλίες αναρχισμού (Προυντόν, Μπακούνιν, Μπλανκί), αριστερού εγελιανισμού (Μπάουερ, Στίρνερ, Φόυερμπαχ), συνδικαλισμού (κυρίως αγγλικού), με συγκριτικά μικρή πολιτική δύναμη στην εποχή του. Στην Δεύτερη Διεθνή, από την άλλη, ο βασικός άξονας αντιπαλότητας είναι η διαμάχη γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και ρωσικού λενινισμού, αλλά υπάρχουν επίσης οι αναρχικοί (Κροπότκιν, κίνημα Ναρόντνικ), οι γάλλοι σοσιαλιστές (όπως ο Jaurès), κλπ. Ίσως κανείς να ισχυριστεί ότι για τον Λένιν, ο Μαρξ μεταμορφώνεται σε πηγή δόγματος, αλλά αφενός θα πρέπει να παραδεχτεί ότι το έργο του πρώτου είναι επιφορτισμένο με πολύ μεγαλύτερο βάρος στην θεωρητικοποίηση της πολιτικής οργάνωσης, στρατηγικής και τακτικής από αυτό του δεύτερου, θέτοντας πολύ διαφορετικής τάξης προβλήματα, και αφετέρου, θα πρέπει επίσης να παρατηρήσει ότι δεν είναι ο "δογματισμός" το κυρίαρχο στοιχείο της κριτικής που ασκεί η σοσιαλδημοκρατία στον Λένιν, αλλά μάλλον ο ανεξέλεγκτος βολονταρισμός, η έλλειψη επιστημονικής κατανόησης των σταδίων του σοσιαλισμού, κλπ. Δεν είναι καθόλου εύκολο, με άλλα λόγια, να κατανοήσει κανείς τις κεντρικής σημασίας διαφορές Κάουτσκι-Λένιν με όρους "ανοιχτής" και "δογματικής" αντιστοίχως σκέψης. Ακόμα όμως και κατά την Τρίτη Διεθνή, όταν και ο Σταλινισμός εγκαθίσταται στην ΕΣΣΔ, η δυτική πρόσληψή του δεν έχει ακόμη πριμοδοτήσει τον "δογματισμό" ως βασικό σημαίνον, μιας και τα σταλινικά εγκλήματα παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα, και η επαφή δυτικών με σοβιετικούς διανοούμενους αμελητέα.

Παραδόξως λοιπόν, είναι μόνο μετά το τέλος του πολέμου που το ιδεολόγημα του "δογματισμού" θα έρθει στην επιφάνεια ως λίγο-πολύ συνώνυμο του "κομμουνισμού", και όχι μόνο σε συνάφεια με τις ακρότητες της σταλινικής κρατικής τρομοκρατίας ή με τις θεωρητικές αγκυλώσεις του "διαλεκτικού υλισμού", αλλά και ως συνολική καταδίκη της κομμουνιστικής παράδοσης σκέψης. Η σύνδεση αυτή κομμουνισμού και δογματισμού παραμένει όχι μόνο ατράνταχτη αλλά επιτείνεται από τα ρεύματα που συνδέονται με το Μάη του 1968, περιλαμβανομένου, παραδόξως από την σημερινή οπτική, του μαοϊσμού· και επιβιώνει αλώβητη όχι απλώς μέχρι και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και σε όλη την περίοδο 1990-2008.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου απορίας άξιο ότι σήμερα, η συνεύρεση της λέξης "κομμουνισμός" με τη λέξη "καινοτομία" προκαλεί αυτόματα μειδιάματα, ως φύσει αντιφατική. Ο κομμουνισμός, αυτό συνεχίζει να λέει η κοινή λογική, είναι το αντίθετο της καινοτομίας, όχι απλώς θέσει, δηλαδή εξαιτίας συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών σε συγκεκριμένες κοινωνίες, αλλά φύσει, εξαιτίας της ίδιας της σύστασής του ως τρόπου σκέψης και πράξης. Ιδιαίτερα η θέση του Έγκελς ότι ο διαλεκτικός υλισμός αφορά όχι μόνο την επικράτεια της ιστορίας αλλά και αυτή της φύσης (Διαλεκτική της φύσης, 1883), όντας έτσι μια πλήρως ανεπτυγμένη και ενδελεχής επιστήμη, θεωρείται η αρχή της υβριστικής στροφής δια της οποίας μια πολιτική ιδεολογία εξέλαβε τον εαυτό της ως αντικειμενική αλήθεια για την συνολική τάξη του κόσμου, οδηγώντας σε κάθε είδους δονκιχωτικές και αιματηρές ακρότητες στον αιώνα που ακολούθησε. Αυτό που για τον Έγκελς αποτελούσε μια ξεκάθαρα πειραματική καινοτομία, μια απόπειρα να σπρώξει στα όριά της την σκέψη του συντρόφου του, Μαρξ, θεωρήθηκε αργότερα ως πρώιμο σημάδι του μαρξικού δογματισμού, της υπερφίαλης και υβριστικής φιλοδοξίας για την κατασκευή ενός υπερσυστήματος του οποίου οι "νόμοι" θα ήταν αδιατάρακτοι, χαραγμένοι στην πέτρα.

Υπάρχει σήμερα οποιαδήποτε δυνατότητα να επανεξεταστεί το ζήτημα της σχέσης κομμουνισμού και δογματισμού; Θα έλεγα ότι το πρώτο βήμα θα ήταν η παραδοχή ότι ο κομμουνισμός δεν μπορεί παρά να είναι δογματικός, εφόσον καθορίζει τον εαυτό του με βάση κάποιες αδιαπραγμάτευτες αρχές ή επιταγές: κατάλυση της εξουσίας της τάξης των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής πάνω στην τάξη αυτών που ενοικιάζουν την ικανότητά τους για εργασία, κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής, απόλυτη (και όχι απλά φορμαλιστική ή νομικιστική) ισότητα, ελευθερία από τον οικονομικό καταναγκασμό της επιβίωσης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτές οι αρχές αποτελούν τον κορμό μιας κομμουνιστικής ηθικής. Και θα ήταν ενδιαφέρον να προσπαθήσει να εντοπίσει τις αντίστοιχες αδιαπραγμάτευτες επιταγές, τις ηθικές, ας τις πούμε έτσι, αρχές, του καπιταλισμού.

Ο καπιταλισμός όμως δεν έχει καμμία ηθική αρχή, καμμία κατηγορηματική επιταγή. Αν έχει κάποια, αυτή είναι η φράση του Γκουϊζό "πλουτίστε!" ή αμερικανιστί, "make money!" Ο καπιταλισμός βασίζεται όχι σε κάποιο σύστημα κατηγορηματικών επιταγών, αλλά α) σε μια πλειάδα από νόμους και νομοθετικές ρυθμίσεις, συνδετικός πυρήνας των οποίων είναι ο σεβασμός στην ιδιοκτησία (από τα πνευματικά δικαιώματα και το δικαίωμα στην ακροαματική διαδικασία, μέχρι το δικαίωμα της ζωής ή της ελευθερίας, η βασική δομή είναι η δομή της ιδιοκτησίας: είμαι ιδιοκτήτης των γραπτών μου, του σώματός μου, της ζωής μου, της οικίας μου, της εκπροσώπησης του εαυτού μου στο δικαστήριο) και β) στους αυτοματισμούς ενός συστήματος πέραν από την ηθική, πέραν από το καλό και το κακό, του συστήματος καπιταλιστικής παραγωγής, της αγοράς ανταλλαγής αξιών, και του κινήτρου του κέρδους. Ο μεγάλος σύμμαχος του νιτσεϊκού ηθικού σχετικισμού, της ιδέας ενός κόσμου πέρα από το απρόσωπα, οικουμενικά καλό και κακό, δεν ήταν ο Μαρξ ή οι επιγονοί του, αλλά ο Σμιθ και οι δικοί του.

Καθιστά αυτή η ασυμμετρία τον καπιταλισμό λιγότερο δογματικό; Ναι, αν ταυτίσει κανείς την έννοια του δόγματος με αυτή ενός πυρήνα κατηγορηματικών αρχών. Όχι, αν δει στην διαλεκτική νομικιστικού ελέγχου και αμοραλιστικής αυτοματικότητας τον δογματικό μηχανισμό που προσιδιάζει στο κεφάλαιο. Είναι το να καταδικάζεσαι σε εξορία στη Σιβηρία επειδή έχεις μια αιρετική ερμηνεία της φύσης του διαλεκτικού υλισμού περισσότερο ή λιγότερο δογματικό από το να καταδικάζεσαι σε φυλάκιση για χρέη επειδή χάνεις στο παιχνίδι του οικονομικού ανταγωνισμού; Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Κάποιοι θα προσέφευγαν στο να αποδώσουν μεγαλύτερη δογματικότητα στον κομμουνισμό επειδή στην πρώτη περίπτωση η καταδίκη αφορά την ελευθερία της σκέψης. Όμως τι ελευθερία σκέψης έχει ένας άνθρωπος καταδικασμένος να μην σκέφτεται άλλο από την οικονομική του επιβίωση; Οι αρχαίοι Έλληνες, γνωρίζουμε, ονόμαζαν μια τέτοια κατάσταση "βαναυσία" και τους ανθρώπους που ήταν εγκλωβισμένοι σ' αυτή "βάναυσους." Ελευθερία σκέψης σήμαινε ελευθερία της σκέψης από την επιβίωση μέσω της εργασίας --αυτό ήταν το ιδρυτικό συμβόλαιο της φιλοσοφίας, και ένας από τους λόγους που σήμερα έχει γίνει εν μέρει ανεξήγητη και εν μέρει απεχθής.

Η διαφορά λοιπόν μεταξύ κομμουνιστικού και καπιταλιστικού δογματισμού δεν αφορά την ύπαρξη δογματικά απαράβατων δεδομένων ή την ένταση των συνεπειών τους πάνω σε ανθρώπους. Αφορά μάλλον την αντίληψη ότι στην περίπτωση του καπιταλισμού, ο δογματισμός συνίσταται ουσιαστικά στην αυθαιρεσία της τύχης: έτσι, ένας ορθόδοξος δογματισμός, όπως υποτίθεται ότι ήταν ο ιστορικός κομμουνισμός της περιόδου 1930-1990, αποκλείει και καταδικάζει προβλέψιμα αυτόν που διαφωνεί, ενώ ο ετερόδοξος δογματισμός του κεφαλαίου καταδικάζει σε τυχαία βάση, χωρίς να μπορεί κανείς να γνωρίζει την τελική τύχη του εκ των προτέρων (το μεγάλο θέμα των αξεπέραστων μυθιστορημάτων του Μπαλζάκ).

Όμως α) μια στοιχειώδης γνώση της αποκορύφωσης του μαρξικού δογματισμού υπό τον Στάλιν αποδεικνύει ότι το ίδιο απρόβλεπτο ήταν, σε καθημερινή βάση, το αν θα βρισκόσουν με την μεριά της ορθής δόξας ή με αυτή της βδελυρής και κολάσιμης αιρετικότητας (βλ. το σχετικό κεφάλαιο Ζίζεκ στο Υπερασπίζοντας χαμένους αγώνες, όπου, με το γνωστό μαύρο χιούμορ του, διηγείται την ιστορία του συνθέτη Προκόφιεφ, που παρουσιάστηκε έντρομος και βέβαιος ότι φεύγει για τη Σιβηρία στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του για να ανακαλύψει ότι είχε φύγει για την Σιβηρία την προηγούμενη ο αστυνομικός στον οποίο έπρεπε να παρουσιαστεί, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αφεθεί ελεύθερος χωρίς καμμία περαιτέρω παρενόχληση)· β) αξίζει υπογράμμισης η κραυγαλέα αντίφαση που υποφώσκει στο γεγονός ότι ο ιστορικός κομμουνισμός από τη μία παρουσιάζεται ως αταλάντευτα δογματικός και από την άλλη ως ατελείωτα ετεροδοξικός και σχισματικός: δεν ήταν ο Λένιν ήδη ένας αιρετικός αναγνώστης του Μαρξ από τη σκοπιά του Κάουτσκι; Δεν ήταν ο Στάλιν ένας ιδιόμορφος αναγνώστης του Λένιν από τη σκοπιά του Τρότσκι; Δεν ήταν ο Τρότσκι ένας ακραίος αριστεριστής από τη σκοπιά του Στάλιν; Δεν είναι ο Μάο αιρετικός από τη σκοπιά των σοβιετικών; Δεν είναι ο Αλτουσέρ ένας αιρετικός από τη σκοπιά του E.P. Thompson; Η λίστα συνεχίζεται επ' άπειρον, και περιλαμβάνει τον ίδιο τον Μαρξ, εφόσον δεχτούμε τα πολλαπλά κενά και χάσματα που ανοίγουν ανάμεσα στον Μαρξ αριστερό-εγελιανό και τον "ώριμο" Μαρξ, τον Μαρξ-ιστορικό, τον Μαρξ-οικονομολόγο, τον Μαρξ-θεωρητικό της πολιτικής, και τον Μαρξ-φιλόσοφο: Ο Μαρξ ως αιρετικός απέναντι στον εαυτό του. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το δόγμα ως, κυριολεκτικά, μηχανή παραγωγής αιρέσεων δίχως ορθοδοξία. Θα τολμούσα να πω ότι ο Μαρξισμός είναι ένας δογματισμός χωρίς εγγυήσεις δογματικής συναίνεσης (σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα εδραιωθούν οι αδιαμφισβήτητοι πυλώνες του), ένας δογματισμός που έχει συνεπώς πολύ μεγαλύτερη ροπή στην σφοδρή εσωτερική διαφωνία από τον φιλελευθερισμό: αναγνώστης του ιστολογίου παρατήρησε χαριτολογώντας εχθές ότι η ομάδα των τεσάρων συγγραφέων και συνδιαχειριστών αναμένεται να κυκλοφορήσει μακροσκελή κείμενα-μανιφέστα διαφωνιών άμα τη διαλύσει της· τόσο έχει παγιωθεί στην ευρύτερη συνείδηση η ιδέα ότι δεν υπάρχει κανένα επαρκώς συνεκτικό δογματικό αγκυροβόλημα στον μαρξισμό, και δικαίως, όταν λαμβάνεται υπόψιν η εμπειρική ιστορία του· γ) η οικονομική τύχη του καθενός υπό καπιταλιστικές συνθήκες δεν είναι απόλυτα αυθαίρετη αλλά εξαρτάται από αρκετούς συστημικούς παράγοντες (εκπαίδευση, οικογενειακό υπόβαθρο, διασυνδέσεις, εθνικότητα, φύλο, χρώμα, σεξουαλικότητα, σωματική ακεραιότητα, κλπ). Αν και όλοι είναι εκτεθειμένοι στα νάζια της τύχης, κάποιοι έχουν μεγαλύτερο (ή πολύ μεγαλύτερο) μερίδιο στην καλή τύχη από τους άλλους. Αλλιώς θα ήταν μια πολύ αξιοπερίεργη σύμπτωση ότι ο υιός Μπους έγινε και αυτός πρόεδρος των ΗΠΑ, ή ότι οι απόφοιτοι του Γέιλ και του Πρίνστον έχουν μια ιδιόμορφη τάση να καταλαμβάνουν υψηλόβαθμες επιχειρηματικές και κυβερνητικές θέσεις.

Δεν νομίζω λοιπόν ότι μπορούμε να φθάσουμε πολύ μακριά στη βάση μιας συλλογιστικής για την οποία ο κομμουνισμός είναι "δογματικός" σε αντίστιξη με το αντίπαλο σύστημα. Αυτό το οποίο διαφοροποιεί τα δύο συστήματα είναι ότι το πρώτο είναι, θεωρητικά τουλάχιστον, ενσυνείδητα δογματικό, προτάσσει δηλαδή ως αξίες που πρέπει να είναι συλλογικά σεβαστές τα δόγματά του, ενώ το δεύτερο καταφέρνει να εξαφανίζει τον δογματικό χαρακτήρα του πίσω από το προπέτασμα της τύχης, δηλαδή του αυτοματισμού ενός πετάγματος των ζαριών. Κατά συνέπεια, ο καπιταλισμός είναι ικανός να παράγει ένα πολύ μεγαλύτερο επιφαινόμενο ελευθερίας, χωρίς σε κανένα σημείο να καταστήσει την ελευθερία αυτή απειλητική για το απαράλλαχτο των δογματικών του αρχών, δηλαδή του πλέγματος νομικισμού και αυτοματισμού που περιέγραψα πιο πάνω.

Μια δεύτερη, εξίσου σημαντική διαφορά όμως, αφορά στην σχέση του δογματισμού που προσιδιάζει σε κάθε ένα από τα δύο μοντέλα οργάνωσης, και της καινοτομίας. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να προσπεράσουμε άμεσα κάθε σκέψη που θεωρεί τον δογματισμό και την καινοτομία φύσει ασύμβατες έννοιες. Ας το κάνουμε με ένα απλό παράδειγμα: κάθε γλώσσα διαθέτει ένα σύνολο από απαράβατους κανόνες που αφορούν στους εφικτούς συνδυασμούς των επιμέρους στοιχείων της· έχει γραμματική και συντακτικό. Κανένας ομιλητής δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός από άλλους εφόσον θεωρεί ότι έχει την ελευθερία να παραβιάζει αυτούς τους κανόνες. Μέσα όμως από αυτό το καθ' όλα αυστηρό και περιοριστικό πλαίσιο, πηγάζει κάθε δυνατότητα γλωσσικής καινοτομίας: όλη η λογοτεχνία, όλο το γραπτό υλικό του λόγου σε κάθε πεδίο. Προφανώς, αυτό το οποίο προσλαμβάνει αυτός που διαβάζει Σέξπιρ δεν είναι η σιδηρόφραχτη πειθαρχία του Άγγλου στους κανόνες της σύνταξης ή της γραμματικής της γλώσσας του αλλά η εξαίσια καινοτομία των μεταφορών και εικόνων του· εξίσου προφανώς, αυτό δεν καθιστά τον Σέξπιρ ελεύθερο από τους ίδιους κανόνες που ίσχυαν για τον τελευταίο ομιλητή της αγγλικής γλώσσας στην εποχή του.

Παρόμοια πράγματα θα μπορούσαμε να πούμε για την αντίστιξη των σιδηρών κανόνων της αρμονίας και του ατέρμονου των συνθέσεων στη μουσική, ή την αντίστιξη ανάμεσα στην αυστηρή αξιωματικότητα των βασικών αρχών των μαθηματικών και του απέραντου και απρόβλεπτου του αριθμητικού σύμπαντος το οποίο ανοίγουν.

Ο δογματισμός συνεπώς δεν είναι φύσει το αντίθετο της καινοτομίας. Αντίθετα, αυτό που ισχύει τόσο στη γλώσσα όσο και στην επιστήμη είναι ότι η αυστηρή προσκόλληση σε αξιωματικές παραδοχές ή κανόνες είναι το εχέγγυο κάθε δυνατότητας καινοτομίας, η βάση πάνω στην οποία γίνεται εφικτή η καινοτομία. Με άλλους όρους, το βασίλειο της ελευθερίας είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια του σεβασμού της αναγκαιότητας, ή, για να θυμηθούμε τον Μαρξ, "Στην πραγματικότητα, το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει μόνο εκεί όπου η εργασία που καθορίζει η αναγκαιότητα και οι πεζές συνθήκες σταματά....πέρα από τούτο [το βασίλειο της αναγκαιότητας] αρχίζει η ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας ως σκοπού του εαυτού της, το πραγματικό βασίλειο της ελευθερίας, το οποίο όμως μπορεί να ανθίσει μόνο έχοντας τον χώρο της αναγκαιότητας ως βάση του" (Κεφάλαιο, τομ. 3, κεφ. 48, "Ο τύπος της τριάδας").

Τώρα, είναι γνωστό και χιλιοειπωμένο ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μια διαρκώς ανανεώσιμη πηγή καινοτομίας. Η βασική μαρξική θέση όμως είναι ότι η καινοτομία αυτή έχει δομικά όρια. Σε τελική ανάλυση, το σύνολο της μαρξιστικής σκέψης εξαρτάται από την αλήθεια αυτής της πρότασης. Εάν η δυνατότητα του καπιταλισμού για καινοτομία είναι όντως ατέρμονη, τότε ο καπιταλισμός είναι όντως το τέλος της ιστορίας, γιατί απλούστατα δεν μπορεί να ξεπεραστεί κάτι το οποίο ξεπερνά διαρκώς τον εαυτό του. Οι οικονομικές κρίσεις, ως γνωστόν, φέρνουν στην επιφάνεια αυτά τα συνήθως ξεχασμένα ή απωθημένα δομικά όρια, τα οποία παίρνουν την μορφή φαινομενικά αξεπέραστων αντιφάσεων. Δεν είναι επί του παρόντος --και δεν είναι αρμοδιότητά μας-- να απαντήσουμε εάν η τωρινή κρίση θα αποδειχθεί τελική, δικαιώνοντας την μαρξική θέση, ή αν ο καπιταλισμός θα καταφέρει για μία ακόμα φορά να ανανεώσει τις καινοτομικές του δυνατότητες και να εξέλθει απ' αυτήν.

Αυτό το οποίο θα ήθελα να θίξω εδώ, γιατί αυτό είναι πολύ λιγότερο ανεπτυγμένο, είναι η σχέση του κομμουνισμού με την καινοτομία. Η κομμουνιστική καινοτομία δεν είναι τεχνολογικής φύσης (αν και η ΕΣΣΔ προσπάθησε να πείσει για αυτό). Δεν αφορά τους αυτοματισμούς και την παραγωγικότητα· ούτε καν τις τέχνες, όσο και αν η σοβιετική ποίηση, η ζωγραφική, ή ο κινηματογράφος της πρώτης περιόδου έχει να επιδείξει αναμφισβήτητες καινοτομίες (προς τιμή τους, ο πίνακας του Malevich που επιλέχθηκε για αυτήν την ανάρτηση). Η προσπάθεια δε να πειστεί η ανθρωπότητα ότι ο κομμουνισμός αντιπροσωπεύει το σημείο αιχμής σε ό,τι αφορά την επιστημονική καινοτομία απετέλεσε κομμάτι της ψυχροπολεμικής προπαγάνδας και στερείται οποιασδήποτε στοχαστικής αξίας, ακόμα και όταν ανακλά πραγματικότητες (την σοβιετική υπεροπλία στα θεωρητικά μαθηματικά κατά τη δεκαετία του 50, για παράδειγμα). Η καινοτομία της οποίας φορέας είναι ο κομμουνισμός ως εγχείρημα και υπόσχεση είναι η καινοτομία της εφαρμογής του αδύνατου, η καινοτομία του να βλέπεις αυτό το οποίο φαντάζει εξίσου προαιώνια επιθυμητό και ανέφικτο να λαμβάνει χώρα: η λαϊκή εξουσία· η κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής· η ισότητα όλων με όλους· η απελεύθερωση από τον ζυγό της αγωνίας για επιβίωση.

Εκεί βέβαια έγκειται και η αχίλλειος πτέρνα του ιστορικού κομμουνισμού: στο ότι οι καινοτομίες αυτές, που φυσικά δεν είναι παρά η έλευση στο είναι των κατηγορηματικών προταγμάτων που συνιστούν το κομμουνιστικό δόγμα, δεν ρίζωσαν ποτέ: έμειναν ανεκπλήρωτες, ημιτελείς, διασπαθίστηκαν, χάθηκαν, διαστρεβλώθηκαν, εκλογικεύτηκαν, καταστάληκαν. Και είναι ακριβώς αυτή τους η μοίρα που έσπρωξε τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού να προτάξουν μια ψευδεπίγραφη, φετιχιστική εκδοχή της καινοτομίας: πυραύλους, την εξερεύνηση του διαστήματος, τανκ, πρότυπες κουζίνες στα περίφημα kitchen debates Nixon-Krustchev. Τα φετίχ αυτά ήταν πάντα σηματοδότες και ταυτόχρονα μέσα απόκρυψης της έλλειψης πραγματικής καινοτομίας, ή μάλλον της έκθλιψής της μετά την πρώτη περίοδο, χονδρικά αυτήν από το 1917 έως το 1920-21. Και υπ' αυτή την έννοια, η συμμετρία της δομής του ψυχρού πολέμου έλεγε την αλήθεια: δεν υπήρχε καμμία ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην καπιταλιστική και την σοσιαλιστική καινοτομία, γιατί και οι δύο συνίσταντο στην συνηθισμένη εκδοχή της καινοτομίας ως νέας τεχνολογικής ή τεχνικής εφαρμογής: κουζίνες, αυτοκίνητα, ψυγεία, ερπύστριες. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός πρόδωσε, ανάμεσα σε άλλα, την αυθεντική καινοτομία, που δεν είναι η εφεύρεση του ολωσδιόλου νέου ως τελετουργικά επαναλαμβανόμενου μοτίβου (τίποτε πιο βαρετό από την επανάληψη της καινοτομίας, τίποτε πιο παλιό από τα νέα του χτες: η ανία είναι εφεύρεση της νεωτερικότητας, της εποχής της ξέφρενης τεχνικής και τεχνολογικής καινοτομίας).

Η πραγματική καινοτομία, η καινοτομία για την οποία μιλά ή την οποία υπόσχεται ο κομμουνισμός ως εγχείρημα (και όχι ως λίγο-πολύ κατεστημένη κρατική εξουσία), δεν αφορά γκάτζετ. Αφορά το άνοιγμα του χρόνου στην υπόσχεση που η προϊστορία δεν εκπλήρωσε ποτέ, την στροφή προς την υλοποίηση του αδύνατου, αυτού που η ίδια η "φύση" ή το "ανθρώπινο πεπρωμένο" φαίνεται να αποκλείει. Το άνοιγμα αυτό δεν πρέπει να εννοηθεί ως κάποιου είδους ταχυδακτυλουργική κίνηση που εκτελείται στιγμιαία και εξαφανίζεται σε ένα σύννεφο καπνού εν μέσω χειροκροτημάτων. Η υλοποίηση του αδύνατου είναι η ίδια ατέρμονη, διαρκεί για πάντα. Είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, μια αποτυχία της εκπλήρωσης του τέλους που επιμένει χωρίς τέλος, και για αυτό, μεταμορφώνεται σε έναν ιδιότυπο νέο νόμο: τον νόμο του βασιλείου της ελευθερίας από κάθε εργαλειοποιημένο στόχο ή σκοπό. Πρόκειται για ένα νόμο που πηγάζει όχι πια από την βαρβαρότητα και την αθλιότητα της προϊστορίας (μιας προϊστορίας που περιλαμβάνει όχι μόνο την σφεντόνα αλλά και την ατομική βόμβα, όπως έλεγε ο Αντόρνο) αλλά απ' τον ορίζοντα ενός πραγματικού μέλλοντος, που διαρκεί όσο και ο χρόνος μας επί της γης. "Η ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας ως σκοπού του εαυτού της": αυτή είναι η κομμουνιστική καινοτομία, στηριγμένη στην ρηξικέλευθη αιωνιότητα των πυλώνων του κομμουνιστικού δογματισμού (ισότητα, κοινοκτημοσύνη, λαϊκή εξουσία, ελευθερία από τον ζυγό της αλλοτριωμένης εργασίας), στους συντακτικούς εκείνους κανόνες που συγκροτούν το γράψιμο της κομμουνιστικής πρότασης. Είναι μια ατελείωτη πρόταση, μεγάλη όσο ο κόσμος. Ο κομμουνισμός είναι μόνο η αρχή της.