Thursday, October 7, 2010

28/4/2010-"Εμείς είμαστε αυτοί που περιμέναμε"

Υπάρχει μόνο μια σωστή απάντηση σ' αυτούς του αριστερούς διανοούμενους που περιμένουν απελπισμένα την έλευση του νέου επαναστατικού δράστη που θα μπορεί να ξεκινήσει την πολυαναμενόμενη ριζοσπαστική κοινωνική μεταμόρφωση. Παίρνει την μορφή του παλιού ρητού των Χόπι, με μια εξαίσια εγελιανή στροφή από την ουσία στο υποκείμενο: "Εμείς είμαστε αυτοί που περιμέναμε" [...] Αλλά η παγίδα που πρέπει να αποφευχθεί εδώ είναι αυτή της διαστροφικής αυτο-εργαλειοποίησης [...] Σε αντίθεση με τον κλασικό μαρξισμό όπου "η ιστορία είναι μαζί μας" (το προλεταριάτο εκπληρώνει τον προαποφασισμένο ρόλο της οικουμενικής χειραφέτησης), στην τωρινή συγκυρία, ο μεγάλος Άλλος είναι εναντίον μας: αν αφεθεί στον εαυτό της, η εσωτερική δυναμική της ιστορικής μας ανάπτυξης οδηγεί στην καταστροφή, στην αποκάλυψη· το μόνο που μπορεί να σταματήσει μια τέτοια καταστροφή είναι ο καθαρός βολονταρισμός, δηλαδή, η ελεύθερή μας απόφαση να δράσουμε ενάντια στην ιστορική αναγκαιότητα.
Slavoj Zizek, Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα

Αν και ακούγονται παρηγορητικά, τα παραπάνω λόγια του Zizek παραμένουν προβληματικά από τουλάχιστον δύο απόψεις: πρώτον, ο "καθαρός βολονταρισμός", η εμμονή στην αυτοτέλεια της πράξης (passage à l' acte), δεν είναι καθόλου καινούργια ιδέα, μιας και αποτελεί τον πυρήνα της ιδεολογίας της επαναστατικής τρομοκρατίας. Και τούτη φαίνεται μια πολύ ανεπαρκής βάση για να σκεφτεί κανείς για τις συνθήκες του παρόντος. Δεύτερον, πρόκειται για ένα σχήμα που φλερτάρει επικίνδυνα με την αναπαραγωγή ενός πλέον αφόρητα σολιψιστικού ναρκισισμού σύμφωνα με τον οποίο "οι αριστεροί διανοούμενοι" είναι αυτό που περίμεναν τόσο καιρό "οι αριστεροί διανοούμενοι", ή, λίγο πιο κακεντρεχώς, ο νέος, λενινιστής λακανιστής Zizek είναι η εκπλήρωση αυτού που περίμενε ο παλιός, δημοκρατικός λακανιστής Zizek.

Κι όμως, δεν νομίζω ότι αυτές οι δύο βασικές αντιρρήσεις επαρκούν για να απορριφθεί ολότελα η πολιτική λογική αυτού του ελκυστικού σλόγκαν. Πιστεύω, με άλλα λόγια, ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι να διασωθεί ένας πυρήνας αλήθειας από αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται απλώς "παρηγοριά στον άρρωστο".

Ο ένας τρόπος του να ξανασκεφτεί κανείς την αξία της φράσης είναι κάποιος που προτείνει ο ίδιος ο Zizek, σε παλαιότερό του βιβλίο, και που περιέργως ξεχνάει εδώ: Σε μια συζήτησή του για το πέρασμα από την φαντασίωση στην πραγματικότητα, ο Σλοβένος αναφέρεται σε κάτι που κάθε γονιός έχει νιώσει κάποιες στιγμές στη ζωή του: νιώθεις ότι το παιδί σου σε βλέπει ως μια μορφή αυθεντίας και αταλάντευτης ασφάλειας που γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν είσαι στην πραγματικότητα. Νιώθεις πολύ ανεπαρκής όταν σκέφτεσαι πόσο περισσότερο ποντάρει επάνω σου από ό,τι εσύ στον εαυτό σου. Η αίσθηση όμως αυτή έλλειψης των απαραίτητων προσόντων να ανταποκριθείς σε ό,τι αντιλαμβάνεσαι ως φαντασίωση του άλλου, υπό κανονικές συνθήκες διαπραγμάτευσης μαζί της, σε σπρώχνει να αναλάβεις τις πραγματικές ευθύνες που χρειάζεται να αναλάβεις ως γονιός, υπό την παραπλανητική βεβαιότητα ότι απλώς προσπαθείς να μην καταλάβει το παιδί σου ότι δεν είσαι αυτό που νομίζει ότι είσαι. Και έτσι, με μια ενάρετη εξαπάτηση του εαυτού σου, γίνεσαι, και αυτό είναι το υλιστικό θαύμα της υπόθεσης, αυτό που πρέπει να είσαι, αυτό που είσαι κρυφά βέβαιος ότι δεν είσαι, και το μόνο πράγμα που μπορείς να ελπίζεις να γίνεις: ένας συγκριτικά καλός γονιός. Στην περίπτωση αυτή --δεν είναι βέβαια η μόνη, υπάρχουν πολλές ανάλογες-- η "ρεαλιστική/κυνική" ανάγνωση του εαυτού μας ("δεν είμαι αυτό που ο άλλος νομίζει ότι είμαι") σφάλλει. Και σφάλλει στο επίπεδο που περιστέλλει το τι είμαστε στην διάσταση μιας δεδομένης, προκαθορισμένης "ουσίας", αγνοώντας την τεράστια σημασία της διαυποκειμενικής διαδικασίας μέσα απ' την οποία αυτό που είμαστε συγκροτείται: είμαστε, σε κάθε χρονική στιγμή, αυτό που (θα) έχουμε γίνει στην προσπάθειά μας να ανταποκριθούμε προς μια προσδοκία την οποία βρίσκουμε αδύνατο να εκπληρώσουμε.Ή, με έναν άλλο τρόπο διατύπωσης, αυτός που θεωρεί ότι προσπαθεί απλά να περισώσει την "επιφανειακή" εικόνα του απέναντι στις προσδοκίες του άλλου, ουσιαστικά βρίσκει ένα τρόπο να μείνει πιστός σε μια ουσιαστική δυνητικότητα στον εαυτό του.Με πολιτικούς όρους, μπορεί κάποιος να μεταφράσει τα παραπάνω στην εξής εκπληκτικής ακρίβειας φόρμουλα, την οποία διάβασα σε σχόλιο σε άλλο ιστολόγιο, και την οποία παραφράζω από μνήμης, αδυνατώντας δυστυχώς τώρα να την εντοπίσω και να την λινκάρω: "μικρός, θεωρούσα ότι οι επαναστάτες είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι, περίεργοι, διαφορετικοί απ' τους άλλους. Και τώρα είμαι κάποιος που οι άλλοι χαρακτηρίζουν ως επαναστάτη, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς συνέβει αυτό, γιατί στο δικό μου μυαλό δεν άλλαξε κάτι μέσα μου." Με άλλα λόγια: η ίδια η αντίληψη του πόσο απίθανα δύσκολο είναι να είναι κανείς πραγματικός επαναστάτης, η ίδια η συναίσθηση της τρομακτικής ανεπάρκειάς μας απέναντι σε ένα τέτοιο ρόλο είναι στην πραγματικότητα το πρώτο βήμα προς την αυτοπειθάρχηση που απαιτεί η εκπλήρωσή του (όπως είναι για τον καλό γονιό η συναίσθηση του πόσο σχεδόν αδύνατο είναι να γίνεις καλός γονιός, για τον καλό τεχνίτη το πόσο σχεδόν αδύνατο είναι να γίνεις καλός τεχνίτης, ή για τον πραγματικό στοχαστή το πόσο σχεδόν αδύνατο είναι να γίνεις πραγματικός στοχαστής).

Ο δεύτερος τρόπος δεν βασίζεται στην ψυχαναλυτική προσέγγιση στο ερώτημα του πώς γίνεται να είσαι αυτός που περίμενες ("το φτωχό παιδί, μακάρι να είχε έναν καλύτερο πατέρα/μια καλύτερη μητέρα από μένα") αλλά στην διαλεκτική αντίληψη της ειρωνείας της ιστορίας. Και εδώ θα είμαστε λακωνικοί και όχι λακανικοί: για χρόνια, οι λίγοι πιστοί της επαναστατικής αριστεράς έψαχναν απελπισμένα στον ορίζοντα για το νέο προλεταριάτο, το υποκατάστατο του επαναστατικού υποκειμένου που εν μέρει μετατοπίστηκε στις "αναπτυσσόμενες" χώρες, εν μέρει απορροφήθηκε από την αστική και μικροαστική τάξη στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Και ήρθε η εποχή που ο ίδιος ο καπιταλισμός, με ένα βίαιο πέταγμα ολόκληρων κοινωνιών πίσω στη μοίρα της γυμνής ύπαρξης του ανθρώπου που δεν έχει τίποτε να πουλήσει εκτός της εργασίας του, απαντά με αδήριτη ωμότητα: "εσείς είστε αυτοί που περιμένατε (εσείς, οι ριζοσπάστες αριστεροί ανάμεσά σας), και είστε αυτοί που περιμένατε για τον απλό λόγο ότι δεν είστε πια αυτοί που νομίζατε ως τώρα ότι είστε --δηλαδή κρυφοαστοί. Δεν είστε κρυφοαστοί όχι γιατί απέδωσε καρπούς η απελπισμένη σας προσπάθεια να μην αφομοιωθείτε στην αστική ιδεολογία (αυτή οδηγεί μόνο στην ενοχή και την διπλή συνείδηση), αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι η οικονομία των αναπτυγμένων σας χωρών δεν έχει πλέον θέση για σας άλλη από αυτή για την οποία έγραφε ο Ένγκελς και ο Μαρξ: αυτή της κρατικά απροστάτευτης, υπαρξιακά απρόσωπης δυνατότητας να νοικιάσετε το σώμα σας για μισθούς που θα καθορίζονται χωρίς καμμία αναφορά σε οποιοδήποτε δήθεν εγγενές σας "δικαίωμα". Θέλετε λοιπόν να δείτε επιτέλους το πρόσωπο του νέου προλεταριάτου, του νέου αποκλεισμένου απ' το μέτρημα κοινωνικών ρόλων και ταυτοτήτων; Ορίστε ένας καθρέφτης."

Ανάμεσα στους δύο αυτούς μηχανισμούς --μέσω της δύναμης του υποκειμένου να γίνει αυτό που θεωρεί ότι μόνο κάποιος "μεγάλος Άλλος" είναι, ή μέσω της αντικειμενικής συντριβής αυτού που ήμασταν, της μεταμόρφωσής του οικτρά αδύναμου εαυτού μας στον απόκληρο άλλο που περιμέναμε μισοφοβισμένα, μισοάπιστα ως μεσσία-- διανοίγεται η προοπτική --ελπιδοφόρα και συνάμα τρομακτική, ελεύθερη και ταυτόχρονα καταναγκαστική-- να είμαστε πράγματι αυτοί που περιμέναμε.