Monday, October 25, 2010

25/10/2010-Περί διαλόγου V (Το τραύμα του πραγματικού)

Ας αρχίσουμε με την αινιγματική αφιέρωση του Zizek στον Badiou. H αφιέρωση αυτή παίρνει τη μορφή ενός κραυγαλέου, κωμικού παράδοξου, μιας σκηνής που μοιάζει να προέρχεται από κάποια χαμένη κωμωδία των αδελφών Μαρξ (αγαπημένο σημείο αναφοράς του Zizek). Ο Zizek περιγράφει μια συμπεριφορά που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τον καθένα ως άκρως αγενής, επιδεικτικά αδιάφορη τόσο για τον διάλογο με τον άλλο όσο και για τον άλλο ως πρόσωπο: καθώς ο ίδιος ο Zizek δίνει την ομιλία του, ο Badiou όχι μόνο δεν απενεργοποιεί το κινητό που ο ίδιος ο Zizek του είχε παραχωρήσει (ως χειρονομία μιας φιλίας στην οποία αντιτείνεται η αχαριστία, φαντάζεται κανείς), όχι μόνο απαντά στην κλήση που δέχεται αντί να απενεργοποιήσει το κινητό έστω εκ των υστέρων, όχι μόνο, συνεπώς, δεν ακούει τον Zizek αλλά τον άγνωστο συνομιλητή του, αλλά ζητά με απαράμιλλο θράσος από τον ίδιο τον Zizek να μιλά πιο χαμηλόφωνα για να μπορεί να ακούει καλύτερα. Με άλλα λόγια, αντί να αντιμετωπίσει την κλήση του κινητού ως “θόρυβο”, “παράσιτο” που τον παρεμποδίζει από τον διάλογο με τις ιδέες του Zizek, αντιμετωπίζει την ομιλία του Zizek ως θόρυβο που τον παρεμποδίζει από τον διάλογο με τον άγνωστο συνομιλητή του στο τηλέφωνο. Η κατακλείδα, ως εκ τούτου, ακούγεται εντελώς ανάρμοστη σε σχέση με τις περιστάσεις που μόλις περιγράφηκαν, ωσάν να πρόκειται για κομμάτι κάποιου άλλου κειμένου που κατά λάθος επικολλήθηκε εδώ: “Αν αυτό δεν ήταν πράξη αληθινής φιλίας, τότε δεν ξέρω τι είναι η φιλία.” Το ίδιο ισχύει για την πρακτική συνεπαγωγή αυτού του εντελώς ακατανόητου συμπεράσματος: “Οπότε το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στον Αλαίν Μπαντιού.”

Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; Και πρώτα από όλα τι σημαίνει αυτή η σύντομη φράση: “αν αυτό δεν ήταν πράξη αληθινής φιλίας, τότε δεν ξέρω τι είναι η φιλία”; Οι δυνητικές ερμηνείες είναι περισσότερες από μία:

α) “αυτό” στο οποίο αναφέρεται ο Zizek ως πράξη αληθινής φιλίας, δεν είναι οι πράξεις του Badiou απέναντι στον ίδιο τον Zizek αλλά η πράξη του απέναντι στον άγνωστο συνομιλητή, για τον οποίο ο Badiou έχει, συνάγεται, τόσο υπερβολική και απροϋπόθετη αγάπη που χωρίς δεύτερη σκέψη ρισκάρει να εκτεθεί ανεπανόρθωτα στον ίδιο τον Zizek και σε όλους αυτούς που παρακολουθούν την διάλεξη ως αξιοκατάκριτος και ανάγωγος. Το βιβλίο αφιερώνεται στον Badiou γιατί η πράξη του αποδεικνύει τον πραγματικό χαρακτήρα του απροϋπόθετου της φιλίας ως τέτοιας, την πραγματική διάθεση του φίλου να ρισκάρει τα πάντα για χάρη της φιλίας.

β) “αυτό” στο οποίο αναφέρεται ο Zizek ως πράξη αληθινής φιλίας είναι οι πράξεις του Badiou απέναντι στον ίδιο τον Zizek. Είναι πράξεις αληθινής φιλίας στον βαθμό που προδίδουν τέτοια εμπιστοσύνη απέναντι στον άλλο, τέτοια βεβαιότητα για το ακλόνητο της φιλίας μεταξύ τους, ώστε να μην έχει την παραμικρή σημασία πλέον για τον ένα να αποδείξει την φιλία του στον άλλο με τρόπους τυπικούς και κοινωνικά διαδεδομένους. Κάθε συμβατική μορφή ευγένειας καταργείται ως απλώς επιφανειακή χωρίς να υπάρχει η παραμικρή αγωνία για την παρεξήγηση προθέσεων από τον άλλο, γιατί αναγνωρίζεται από τον καθένα η απόλυτη ενικότητα της φιλίας, η αδιαφορία της για τις συμβάσεις και τις προσδοκίες της ευρύτερης κοινωνίας.

γ) “αυτό” στο οποίο αναφέρεται ο Zizek παραμένουν οι πράξεις του Badiou, αυτή τη φορά όμως ως ένα είδος έμμεσου και μιμητικού φόρου τιμής στο ίδιο το αναρχικό και συχνά αυτοσαρκαστικό χιούμορ του Zizek. Κάνοντας όσα κάνει, ο μεγαλύτερος σε ηλικία και φιλοσοφικά πιο εδραιωμένος Badiou αφήνεται να “γίνει περισσότερο Zizek απ’ τον Zizek”, υιοθετεί επιτελεστικά την παραδοξολογική στάση του Σλοβένου, μετατρέπει την ομιλία σε σκηνή από την Σούπα από πάπια ή την Μια νύχτα στην όπερα των αδελφών Μαρξ (το όνομα ως επιστροφή του ονόματος· πρώτα ως τραγωδία, έπειτα ως φάρσα), και έτσι επιτρέπει στον Zizek να πάρει τον εαυτό του και αυτό που κάνει λιγότερο από σοβαρά, να απαλλαγεί από το άγχος μιας περσόνα που ο ίδιος ο Zizek επιθυμεί να υποσκάψει και να δυναμιτίσει. Η αφιέρωση του βιβλίου παρατείνει ένα είδος inside joke, ένα αστείο προορισμένο μόνο για δύο, μια συνομωτική και σκανδαλιάρικη επικοινωνία που έχει νόημα μόνο για τον συγκεκριμένο συγγραφέα και τον συγκεκριμένο αναγνώστη, και που επισφραγίζει, και πάλι, την αμυντικογενώς απροσπέλαστη σε τρίτους ενικότητα της σχέσης τους.

Όσο για το επιτελεστικό επίπεδο της αφιέρωσης, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διαφορετικού είδους πολυσημία· στην ερώτηση: τι στόχο έχει μια τέτοια αφιέρωση; οι δυνητικές απαντήσεις είναι οι εξής (και θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι όχι μόνο δεν αναιρούν η μία την άλλη αλλά ουσιαστικά συνυπάρχουν ως ορίζοντες ερμηνείας):

α) Η αφιέρωση εκθέτει δημόσια τον Badiou ως ανάγωγο και αχάριστο προς τους φίλους του.
β) Η αφιέρωση επαινεί τον Badiou ως μοναδικά ευαίσθητο στην ενικότητα και το απροϋπόθετο της φιλίας.
γ) Η αφιέρωση αποτελεί ένα είδος δημόσια διατυπωμένου αινίγματος για το αδιάφανο και απροσπέλαστο της σχέσης μεταξύ δύο, κομμάτι ενός τεθλασμένου προσωπικού διαλόγου που παρακάμπτει πλήρως τις νόρμες επικοινωνιακής διαφάνειας που κάποιος όπως ο Habermas θα έβαζε στο κέντρο κάθε ορθά διενεργημένου διαλόγου.

Περνάμε τώρα στο κείμενο του Badiou, που είναι θαμμένο σε μια υποσημείωση του Λογικές των κόσμων, και του οποίου η στάση δεν θα μπορούσε να περιγραφεί ούτε ως λιγότερο αινιγματική από αυτή της αφιέρωσης του Zizek ούτε ως ασύνδετη με αρκετές από τις παραμέτρους της.

Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του κειμένου του Badiou για τον Zizek; Τίποτε άλλο από μια σειρά παραδοξολογικών αντιφάσεων ανάμεσα σε προτάσεις και ανάμεσα σε προθέσεις.

Πρώτο επίπεδο αντιφάσεων: ο έπαινος του φαινομενικά αξιοκατάκριτου (δηλαδή η αναπαραγωγή αυτού ακριβώς που υιοθετεί ως στάση η αφιέρωση του Zizek στον Badiou): Ο Zizek είναι αποσυνδεδεμένος από οποιαδήποτε ψυχαναλυτική σχολή (φαινομενικά κακό), αλλά αυτό του δίνει ελευθερία (φαινομενικά καλό), την οποία βέβαια καταχράται (φαινομενικά κακό). Αλλιώς: τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από επαναληπτικότητα (θεμελιώδες αμάρτημα για ακαδημαϊκό), αγαπά τις χειρότερες ταινίες (αλλά με μεταδοτικό πάθος), είναι πορνογράφος (αλλά ευφυώς), ο λόγος του φλερτάρει μ’ αυτόν της δημοσιογραφίας (αλλά εννοιακά), παραδίδεται στις υστερίες (αλλά όχι χωρίς υπολογιστικό αυτοέλεγχο), είναι κακόγουστος (αλλά ενσυνείδητα).

Δεύτερο επίπεδο αντιφάσεων: η εχθρική αδερφοσύνη όπως αυτή ξεδιπλώνεται επιτελεστικά στη σύγκρουση μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Εδώ, ο συνδετικός κρίκος μεταξύ δύο, η βάση του κρυφού διαλόγου τους, γίνεται ο κοινός συντονισμός όχι με τον σταλινισμό αυτόν καθαυτόν αλλά με το μαύρο χιούμορ που αναπτύχθηκε εν τω μέσω του, ένα μαύρο χιούμορ του οποίου ο Σλοβένος και όχι ο Γάλλος θεωρείται ο επιφανής φορέας και εκπρόσωπος: “Υπάρχουν επίσης μέσα του πολύτιμα απομεινάρια σταλινικής κουλτούρας. Και εγώ είμαι εξοικειωμένος με αυτό το μήκος κύματος, οπότε πρόθυμα αρθρώνουμε τη σχέση μας σ' αυτό το πλαίσιο. Μαζί, φτιάχνουμε ένα πολιτμπιρό από δύο, το οποίο αποφασίζει ποιος από τους δύο θα πυροβολήσει τον άλλο πρώτος, αφού πρώτα του έχει βασανιστικά αποσπάσει μια εκ βαθέων αυτοκριτική.”

α) Σε ό, τι αφορά λοιπόν το περιεχόμενο, έχουμε: ένα πολιτμπιρό από δύο, μια συνομωτική σύμπραξη βασισμένη σε μια κοινή κατανόηση της σταλινικής (αντι)κουλτούρας που φτάνει τόσο βαθιά ώστε να συνδέει τα μέλη της στην βάση της χιουμοριστικής αποδοχής της προοπτικής της αμοιβαίας τους καχυποψίας και της αμοιβαίας τους εξόντωσης, όπως γινόταν μεταξύ πρώην συντρόφων τις παλιές, καλές (;!) ημέρες της σταλινικής τρομοκρατίας. Συνομωτική εμπιστοσύνη, συνομωτική καχυποψία· αδερφότητα, έχθρα· αμοιβαία στήριξη, αμοιβαία υπόσκαψη· γέλιο, τρόμος: τα ζεύγη αυτά αντιθέτων παραμένουν αξεδιάλυτα στο επίπεδο του περιεχομένου του φόρου τιμής του Badiou προς τον Zizek.

β) Σε ό,τι αφορά την μορφή: ποιος αναγνώστης του Zizek δεν θα αναγνώριζε στη φράση που παρέθεσα (“μαζί, φτιάχνουμε ένα πολιτμπιρό από δύο, το οποίο αποφασίζει ποιος από τους δύο θα πυροβολήσει τον άλλο πρώτος, αφού πρώτα του έχει βασανιστικά αποσπάσει μια εκ βαθέων αυτοκριτική”) το χαρακτηριστικό μαύρο ανατολικοευρωπαϊκό χιούμορ του Σλοβένου; Τι κάνει ο Badiou στο επίπεδο της μορφής, του ύφους του λόγου αυτής της εκρηκτικά αντιφατικής πρότασης, παρά να καταθέτει επιτελεστικά φόρο τιμής στον τρόπο γραφής ενός φίλου, παρά να αφήνεται, σε μια υποσημείωση για τον Zizek, να γίνει ο ίδιος Zizek, να αντιπαραθέσει στο “μιλάω για τον άλλο” (η συμβατική μορφή της κριτικής αναφοράς σε ακαδημαϊκά κείμενα) ένα “γίνομαι ο άλλος”;

Και ποια φιλία θα μπορούσε να είναι βαθύτερη από μια φιλία που εκδηλώνεται ως μίμηση του ακόλουθου (disciple) από τον δάσκαλο (master), από μια φιλία που αν μιλά για τον εαυτό της ως συνομωτική σύμπραξη συντροφικότητας μεταξύ δυνητικών αδελφοκτόνων το κάνει ωστόσο με μια δεύτερου (υφολογικού) επιπέδου συνομωτική σύμπραξη; Θα έγραφε ποτέ ο ηλικιωμένος και ασκητικά αυστηρός Badiou μια φράση τόσο ξεκάθαρα αταίριαστη για το ύφος του όπως το ξεκαρδιστικά ματαιόδοξο “το μέλλον βρίσκεται στα χέρια μας” (στα χέρια, δεν ξέρω αν είναι ανάγκη να το υπενθυμίσω, ενός πολιτμπιρό από δύο που ασχολείται με το ποιο από τα δύο και μοναδικά του μέλη θα εκτελέσει ή θα βασανίσει το άλλο!!!) εάν δεν έγραφε, ήδη, ως “lord of misrule”, καρναβαλικό πνεύμα, αυθέντης του παράδοξου, αινιγματικός ανατολικοευρωπαίος, αυτοσαρκαστικός βαλκάνιος, Σλαβόϊ Ζίζεκ;

Τυπικά, όλη αυτή η διαδικασία, το γράψιμο μιας υποσημείωσης και μίας αφιέρωσης χωρίς ρητή απεύθυνση στον άλλο, χωρίς ρητή αναγνώριση του γεγονότος ότι ο άλλος είναι ήδη το προνομιούχο ακροατήριο μιας λέξης που γράφεται μοναχικά αλλά συνάμα συνομωτικά και συντροφικά, μιας χειρονομίας φιλίας που ξεδιπλώνει συνάμα όλο το φάσμα εντάσεων και υπεκφυγών που στοιχειώνει τη φιλοσοφική σχέση, δεν αποτελεί κάτι που αναγνωρίζουμε ως διάλογο. Όχι με την συμβασιακή, φορμαλιστική έννοια που έχει αποκτήσει η λέξη στην αστική κοινωνία. Δυστυχώς, βέβαια, για την ίδια την αστική κοινωνία. Γιατί η τελευταία δεν έχει καν τα μέσα να αναγνωρίσει αυτού του είδους διαλόγων ως τέτοιους, πόσο μάλλον να κατανοήσει τι διαμείβεται σ’ αυτούς. Και έτσι οι απόγονοι του Σωκράτη εξακολουθούν να μιλούν μεταξύ τους με τον πλάγιο και ελλειπτικό τρόπο που τους ταιριάζει, έξω από φόρα και συμπόσια, χωρίς καν να ακούγονται οι συνομιλίες τους, χωρίς καν να γίνεται αντιληπτή η πρόκληση του πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι τον διάλογο σε μια κοινωνία όπου “διάλογος” σημαίνει: παραθυράκια στην τηλεόραση, “debates”, επιστολές στον συντάκτη της εφημερίδας, γραφειοκρατική διαχείριση συνδικαλιστικών αιτημάτων, σχόλια σε ιστολόγια.

Στο επόμενο και τελευταίο τμήμα, θα μιλήσουμε για το δεύτερο κατεσταλμένο της αστικής κατασκευής του διαλόγου, δηλαδή την πολιτική.