Saturday, October 9, 2010

24/6/2010-Περί τρόμου

Σπάνια πέφτω τόσο αξιοθρήνητα έξω στην αξιολόγησή μου για το αντίκτυπο μιας είδησης όσο σήμερα, όταν μετέφρασα κείμενο, από "καθεστωτικά" μάλιστα μέσα ενημέρωσης, που παρουσιάζει αναλυτικά την εντυπωσιακή άνοδο του πλουτισμού των ήδη πλουσίων εν μέσω κρίσης και εν μέσω τεθλιμμένων ανακοινώσεων για "επιβεβλημένες θυσίες" για το καλό όλων από τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα. "Διάβολε", είπα μέσα μου, "αυτό θα θέλει να το διαβάσει ο κόσμος με τόσα που ακούει κάθε μέρα για το αναγκαίο της αυτοκριτικής του και της αυτοθυσίας του."

Δύο νοματαίοι σχολίασαν όλοι και όλοι --κι ο ένας ήταν συνιστολόγος.

Αρχικά σκέφτηκα ότι έχει μουντιάλ και έχει μπει το καλοκαίρι, αλλά αυτό δεν με έπεισε εντελώς. Χθες, ούτως ή άλλως, η εθνική αποκλείστηκε από τη συνέχεια. Ένα μικρό παράθυρο προσοχής για το τι συμβαίνει γύρω μας όσο να ναι άνοιξε.

Κατόπιν σκέφτηκα ότι ο κόσμος έχει πλέον αγκαλιάσει την ίδια του την συντριβή με τον κυνισμό που έμαθε να αντιμετωπίζει τα πάντα: "πφ!" μπορεί να λέει ο καθένας, "σιγά τα νέα. Ήδη ξέραμε ότι μας κοροϊδεύει ασύστολα μια ασήμαντη μειοψηφία που πλουτίζει κυριολεκτικά στην καμπούρα μας. Το θέμα είναι ότι αφού δεν έχουμε ως τώρα κάνει τίποτε για αυτό, είναι προφανές ότι δεν γίνεται τίποτε."

Κακά τα ψέμματα, ιδωμένος ατομικά, με τα μάτια δηλαδή που κοιτάζει τον εαυτό του, ο μέσος Ευρωπαίος δεν θεωρεί ότι μπορεί να κάνει κάτι, πέρα από το να δηλώνει τον όλο και πιο ανοιχτά μαζοχιστικό κυνισμό του: "ξέρω ότι με κοροϊδεύουν και με εκμεταλλεύονται, δεν είμαι χαζός. Αλλά δυστυχώς δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς τρόπος να τους σταματήσω."

Γιατί νιώθει έτσι; Νιώθει έτσι γιατί έχει χάσει την πίστη στο ότι υπάρχει κάποιος μεγάλος Άλλος που θα κάνει τη δουλειά για αυτόν, που θα δράσει εκ μέρους του. Ποιος είναι αυτός ο μεγάλος Άλλος, αυτός του οποίου ο θάνατος γίνεται τώρα θέαμα μαρτυρίας με μια μίξη θλίψης, σαρκασμού και (αυτο-)περιφρόνησης για ό,τι κάποτε πίστευε σ' αυτόν; Ποιός είναι "ο Θεός που απέτυχε" να υπερασπιστεί τους πιστούς του στην κρίσιμη ώρα; Μα φυσικά η Αριστερά. Σ' αυτό συμφωνούν όλοι, και πρώτοι από όλους οι αριστεροί.

Το ερώτημα βέβαια είναι γιατί απέτυχε ο "θεός" της Αριστεράς. Γιατί κανείς δεν την παίρνει πια σοβαρά ως "μεγάλο Άλλο", τον μεσσία που θα λυτρώσει το λαό, τον απονομέα δικαιοσύνης, τον τιμωρό των αδίκων; Γιατί, με άλλα λόγια, δεν επενδύει κανείς σοβαρά φαντασιακά επάνω της; Γιατί μόνο με μια τέτοια φαντασιακή επένδυση είναι εφικτή και η αυτο-επικύρωση της αλλιώς ανύπαρκτης δύναμης του ατόμου, της δικής του εξόδου από την προσωπική παράλυση και παράδοση.

Υπάρχουν πάρα πολλές απαντήσεις σ' αυτό το ερώτημα, αλλά σήμερα θέλω να εστιαστώ σε μία. Ας την θέσω με την μορφή ερώτησης:

Ποιος φοβάται σήμερα την Αριστερά;

Σίγουρα όχι αυτοί που λένε ότι για την κρίση φταίνε αυτοί που εξαναγκάζονται (από κυβερνήσεις που οι ίδιοι εξέλεξαν) να πληρώσουν το κόστος της με την υγεία, την παιδεία και την απασχόλησή τους. Σίγουρα όχι αυτοί που προτείνουν να εκχωρηθούν κομμάτια των χρεωμένων χωρών μέχρι να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Σίγουρα όχι αυτοί που διαπομπεύουν ως κύριο υπεύθυνο πολιτικές δυνάμεις που δεν κυβέρνησαν, και που δεν κυβέρνησαν γιατί θεωρήθηκαν εκ των προτέρων ανίκανες να διαχειριστούν την οικονομία με τρόπο "υπεύθυνο", δηλαδή με τον τρόπο που την διαχειρίστηκαν οι κυβερνήσεις που προήδρευσαν της πτώχευσης και που σήμερα συντονίζουν τον κατατεμαχισμό του εθνικού και κοινωνικού κράτους.

Βασικά, την Αριστερά δεν την φοβάται κανείς. Και ακριβώς επειδή δεν την φοβάται, δεν φοβάται και την ικανότητα σκόρπιων, εγκλωβισμένων ατόμων να βρουν την συγκολλητική εκείνη ουσία που θα τους επιτρέψει να εκμεταλλευτούν στοιχειωδώς το μοναδικό όπλο που έχουν ως εκμεταλλευόμενοι, το μοναδικό όπλο που είχαν ποτέ οι εκμεταλλευόμενοι: την ασταμάτητη δύναμη της απόλυτης αριθμητικής πλειοψηφίας όταν αυτή αναγνωρίζει και συγκροτεί τον εαυτό της ως τέτοια.

Και έρχεται το δεύτερο ερώτημα: Γιατί δεν φοβάται κανείς την Αριστερά; Για πολλούς λόγους, βέβαια, αλλά επίσης για αυτόν: γιατί σύσσωμη η ευρωπαϊκή Αριστερά, από την εποχή των αποκαλύψεων των εγκλημάτων του σταλινισμού και μετά, θεώρησε ότι βασικός της στόχος πρέπει να είναι να μην δημιουργεί τον φόβο. Να το πούμε πιο απλά: γιατί η ίδια η Αριστερά πάλεψε με χίλιους δυο τρόπους να πετύχει να μην την φοβάται κανείς. Η κρατική τρομοκρατία του ολοκληρωτισμού καταδικάστηκε στο πυρ το εξώτερο. Το ίδιο και η ακροαριστερή τρομοκρατία του αντάρτικου πόλεων. Το ίδιο και κάθε ιδέα που θεωρήθηκε ότι θρέφει ή νομιμοποιεί τη μία ή την άλλη. Το ίδιο και οι δυναμικές συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις. Το ίδιο και η ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Το ίδιο και ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Το ίδιο και η απόρριψη του κοινοβουλευτικού ιδεώδους. Το ίδιο και η άρνηση των κανονιστικών πλαισίων του αστικού δικαίου.

Τι έμεινε; Έμεινε μια αριστερά "όμορφων ψυχών", που θα λεγε ο Χέγκελ, μια αριστερά συμπαθών, καλλιεργημένων και ευαίσθητων ανθρώπων με τους οποίους κάθε πολυεκατομμυριούχος θα ήθελε να παντρέψει την κόρη του και --σπανιότερα ίσως-- το γιό του. Έμεινε μια αριστερά η οποία περίμενε --και έχει κάθε διάθεση να συνεχίσει να περιμένει-- να της δώσει κάποιος τα κλειδιά του κράτους στο χέρι, έτσι ρε αδερφέ, για να μπορέσει και αυτή να αποδείξει σε όλους τους καχύποπτους συντηρητικούς πόσο πραγματικά ακίνδυνη είναι, πόσο συμβατή είναι τελικά με τον κόσμο τους, πόσο δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να κάνει ζημιές σε κανένα, πόσο το μόνο που θέλει, το μόνο που μπορεί να φανταστεί, είναι να χορογραφήσει ένα κόσμο κατά τι πιο συμπαθή, καλλιεργημένο και ευαίσθητο, δηλαδή ένα κόσμο κατ' εικόνα και ομοίωσιν του ιδανικού ειδώλου της στον καθρέφτη.

Έμεινε μια αριστερά "Φώτης Κουβέλης" --και ποιος θα μπορούσε να προσάψει κάτι κακό σε έναν άνθρωπο τόσο αξιοπρεπή, τόσο τζέντλμαν, τόσο πράο και τόσο καλλιεργημένο; Φυσικά κανείς. Δεν έχει τίποτε μεμπτό ως άνθρωπος ο Φώτης Κουβέλης.

Εκτός, ας πούμε, αν σε λένε Χομπς και θεωρείς ότι ο τρόμος είναι βασικό και συστατικό στοιχείο της κολλητικής εκείνης ουσίας που φτιάχνει την πολιτική τάξη. Ή Λα Μποεσί, και πιστεύεις το ίδιο, αλλά γιατί επιδιώκεις την ανατροπή της πολιτικής τάξης. Ή Μακιαβέλλι, και θεωρείς ότι η πολιτική δεν αφορά σε τίποτε τη σφαίρα της ατομικής ηθικής αλλά την μετουσίωσή της, συχνά δια της βίας, σε πολιτική ηθική. Ή Λένιν, και θεωρείς τη βία της αποφασιστικής σύγκρουσης χίλιες φορές προτιμότερη από τον διαρκή ακήρυκτο εμφύλιο σε εξαθλιωμένους κολίγους. Ή Σμιτ και θεωρείς ότι χωρίς τον συγκροτητικό πόλο του εχθρού δεν υπάρχει δυνατότητα για πολιτική. Ή τέλος πάντων, αν είσαι κάποιος που να έχει κάποια σχέση με τον χώρο που λέγεται πολιτική σκέψη που να ξεπερνά την φαεινή ιδέα ότι οι κοινωνίες κινούνται σε μια γραμμική κατεύθυνση προόδου της οποίας ηγείται το ασώματο Πνεύμα του εθελοντικού και συναινετικού πεφωτισμού όλων.

Από αυτή λοιπόν την Αριστερά, την Αριστερά που έγινε αποδεκτή στον ίδιο της τον εαυτό στη βάση της πλήρους της αποκόλλησης από κάθε ενδεχόμενο του να προκαλέσει φόβο, είναι φυσικό να μην περιμένει κανείς ότι θα φοβίσει αυτούς τους ολίγους πλην όμως λαλίστατους που καθημερινά τρίβουν στην μούρη της πλειοψηφίας την αδυναμία της να αντιδράσει, εγκαλώντας την ότι δεν έχει αντι-προτάσεις, λες και σταματάς αυτόν που σου κλέβει το σπίτι με "προτάσεις" για το τι άλλο θα μπορούσε να κάνει με τον χρόνο του, ή λες και οι συντριπτικές ανισότητες στην κατανομή του πλούτου και στην κατανομή των οικονομικών ευθυνών για την πτώχευση του κράτους ήταν ποτέ αποτέλεσμα συζήτησης στρογγυλής τραπέζης ή ενδελεχών διαβουλεύσεων και όχι απλής αρπαγής δια της βίας --βίας πρωτογενούς, αλλά και της δευτερογενούς εκείνης βίας που μόνο το χρήμα κάνει εφικτή: την βία του να εξαναγκάζεις τον άλλο στη δουλεία, την υποτέλεια, την υποταγή χωρίς καν να τον ακουμπάς, χωρίς να τον απειλείς με τίποτε απολύτως εκτός από τις συνέπειες της "φύσης των πραγμάτων", της "τάξης του κόσμου", της "ελεύθερης αγοράς." Σήμερα, η ζωή της πλειοψηφίας ρημάζεται μπροστά στα μάτια της από φορείς που, όταν δεν είναι απασχολημένοι με το να βουτούν τα έπιπλα και τα κουζινικά, ρωτάνε περιπαικτικά "μα, γιατί διαμαρτύρεστε; Έχετε κάποια άλλη ολοκληρωμένη πρόταση να καταθέσετε;"

Η Αριστερά που ενέπνεε φόβο και τρόμο είχε μια άλλη πρόταση, και ήταν μια πρόταση τόσο πειστική στη βία που υπέσχετο που για να την κρατήσουν μακριά απ' την πόρτα τους, τα δυτικά κράτη ανέχτηκαν τα εργατικά συνδικάτα, υιοθέτησαν αδιαμαρτύρητα τον κεϋνσανισμό και επένδυσαν στο κράτος πρόνοιας. Το καταστροφικό πρόβλημα ήταν ότι αυτή η Αριστερά δεν περιορίστηκε καθόλου στο να εμπνέει τον φόβο και τον τρόμο στους αντιπάλους της. Τον ενέπνευσε ακόμη περισσότερο στους ίδιους της τους υποστηρικτές, στον ίδιο εκείνο λαό εκ μέρους του οποίου ανέλαβε να εμπνεύσει τον φόβο. Και έτσι όχι μόνο αιματοκύλισε αυτούς που θα έπρεπε να προστατεύσει, αλλά κάνοντάς το, τους άφησε να εγκαταλείψουν στο τέλος τον εαυτό τους σε όσους τους περίμεναν από την άλλη πλευρά του φράχτη με εξίσου άγριες --διαφορετικού είδους αγριότητας, βέβαια-- διαθέσεις.

Όμως είναι πολύ διαφορετικό πράγμα να προβληματίζεσαι για το πώς θα καταφέρεις να ελέγξεις την πολιτική κατεύθυνση του τρόμου από το να παραιτείσαι από κάθε πολιτική διεκδίκησή του ως συναισθήματος, αφήνοντας ουσιαστικά το μονοπώλιό του σε αυτούς που γνωρίζουν πώς να τρομοκρατούν χωρίς να τρομοκρατούν δια των όπλων (εκτός αν χρειαστεί, και συχνά-πυκνά χρειάζεται και αυτό).

Είναι πολύ διαφορετικό πράγμα να καταγγέλεις τη στροφή του κομμουνιστικού τρόμου πάνω στην ίδια τη λαϊκή βάση από το να αποκηρύσσεις τον κομμουνισμό ως απαράδεκτα, βδελυρά τρομοκρατικό, σαν να όφειλε να είναι ζήτημα κοινής συναίνεσης η ανατροπή της ισχύος και του πλούτου από τους ανίσχυρους και φτωχούς.

Είναι, τέλος, πολύ διαφορετικό πράγμα να αντικαθιστάς την κριτική στην τρομοκρατία κάθε εξουσίας, από το να εξισώνεις την προληπτική έλλειψη ισχύος, συμπεριλαμβανομένης της ισχύος που είναι απαραίτητη για την αυτοπροστασία, με το ηθικό πεπρωμένο της Αριστεράς.

Σε μια Αριστερά που συνεχίζει να λέει "αφεθείτε να βιαστείτε, γιατί η εναλλακτική λύση είναι, μας το έμαθε το τραυματικό παρελθόν, να μεταμορφωθείτε εσείς σε βιαστές, και αυτό δεν θα είναι για καλό σας" είναι πολιτική πράξη το να κωφεύεις. Για μια Αριστερά που θέλει να έχει λόγο, και λόγο ο οποίος να ακούγεται όπως ακούγεται ο λόγος κάθε δυνάμει κυρίαρχου, είναι απαραίτητη μια επανεξέταση της σχέσης της με τον τρόμο. Το να φτάσεις να σε φοβάται πραγματικά μια ουσιαστικά ισχνότατη μειοψηφία δεν είναι απλώς ένα αναπόφευκτο τίμημα της απόφασης του να κάνεις πολιτική αντί για διαλέξεις περί υψηλόφρονων ιδανικών στα σύγχρονα ομόλογα των ομίλων φιλανθρώπων κυριών του 19ου αιώνα· είναι ο μόνος τρόπος να βοηθήσεις την εγκατελειμμένη, σκόρπια πλειοψηφία που έχει βυθιστεί στον τρόμο να σταματήσει να φοβάται και να κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να πετύχει το στοιχειώδες: να υπερασπιστεί την επιβίωση και την αξιοπρέπειά της.