Monday, October 11, 2010

23/9/2010-Περί διαλόγου Ι (Το τραύμα του πραγματικού)

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο "διάλογος" αποτελεί ένα σημαίνον με ιδιαίτερη, κυρίαρχη θα έλεγε κανείς θέση στο φαντασιακό της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα. Ο "διάλογος" είναι, υποτίθεται, τόσο η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η πολιτική διαδικασία, όσο και το μέσο νόμιμης επίλυσης των διαφορών, έτσι ώστε τα πάντα, από το Κυπριακό και το Παλαιστινιακό μέχρι την "σύγκρουση των πολιτισμών", το ασφαλιστικό ή το ζήτημα των συντάξεων να παραπέμπονται χωρίς εξαίρεση στην υποτίθεται πανίσχυρη μέριμνα του "διαλόγου."

Την ίδια στιγμή, βέβαια, η αστική κοινωνία αναδεικνύει τον εκφυλισμό αυτό του σημαίνοντος, αυτού του φαντασιακού πόλου ταύτισης με την "δημοκρατική" υποκειμενικότητα. Μιας και οι σύγχρονες κοινωνίες είναι δομημένες πάνω σε μια κατάτμηση του βίου σε δημόσιο και ιδιωτικό που δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υφίσταται διαρκείς παραβιάσεις χωρίς επίσης να ειπωθεί ότι ενισχύεται από κάθε είδους λογοθετικές πρακτικές (discours), τα συμπτώματα αυτού του εκφυλισμού εκδηλώνονται παράλληλα και στους δύο χώρους.

α) Στον δημόσιο βίο: Κάθε πολίτης αστικής δημοκρατίας αντιμετωπίζει ένα είδους φαινομενολογικού παραδόξου· είναι αδύνατο να ισχυριστεί ελαφρά τη καρδία ότι ο λόγος του, η συνδρομή του στον υποτιθέμενο "κοινωνικό διάλογο" φιμώνεται ή καταστέλλεται. Αντιθέτως, ο ρόλος του και η σημασία του εξάρονται παντοδαπώς και παντιόθεν. Από την άλλη, είναι εξίσου αδύνατο για αυτόν τον πολίτη να θεωρήσει ότι η όποια του "διαλογική συμβολή" λαμβάνεται υπόψη ή ότι έχει οποιοδήποτε απτό και πραγματικό αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά την άσκηση πολιτικής. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένα παράδοξο. Ο διάλογος στην σύγχρονη αστική κοινωνία χαρακτηρίζεται από, και υπακούει σε, δύο αντιφατικές μεταξύ τους συνθήκες.

i) Χαλαρότητα στον ορισμό των προϋποθέσεων λόγου για το τι συνιστά "διάλογο". "Διάλογος" βαφτίζεται το κάθε τι, αδιακρίτως, από τις παράλληλες κραυγές στα παράθυρα της τηλεόρασης μέχρι τις πίσω από κλειστές πόρτες συμφωνίες κυβέρνησης και συνδικάτων. Το σημαίνον "διάλογος" αφήνεται συνεπώς στην μοίρα του εμπειρικού κατακερματισμού και της εννοιακής ασάφειας.

ii) Αυστηρότητα στον καθορισμό των θεσμικών διόδων σημαίνοντος διαλόγου. Ο "διάλογος" ο οποίος έχει λειτουργικό ρόλο στις αστικές δημοκρατίες χαρακτηρίζεται από πολύ αυστηρό καθορισμό των θεσμικών διαστάσεών του. Αν το σημαίνον παραπέμπει σε μια ασαφή, πολλαπλή, ετερογενή πραγματικότητα, ωστόσο ο "διάλογος" που μετρά, ο διάλογος που παράγει πολιτικά αποτελέσματα, είναι πάντα διάλογος μέσα σε αυστηρά χωροθετημένα θεσμικά πλαίσια. Ο διάλογος που αποκτά απτή πολιτική υπόσταση είναι διάλογος που συνοδεύεται από την θεσμική διάσταση της "αντιπροσώπευσης": διάλογος μεταξύ κομμάτων στη βουλή, διάλογος μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων, κλπ. Ο υπόλοιπος διάλογος, αυτός ο οποίος δεν συνοδεύεται από το στάτους αντιπροσωπευτικότητας, επιστρέφεται, ουσιαστικά, στα σκουπίδια της ασήμαντης ιδιωτείας, με τις δυσλειτουργίες και εμμονές της, τον αυτισμό της, τον θορυβώδη της φανατισμό.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα της σύμμιξης αυτών των δύο αντιφατικών αρχών; Μπορούμε να το παρακολουθήσουμε εμπειρικά: ο "διάλογος" για την πολιτική ενορχηστρώνεται από τα ΜΜΕ, διοχετεύεται σε παραποτάμιες συζητήσεις και διενέξεις, επιστρέφει στα ΜΜΕ, παγιώνεται και αποτυπώνεται μέσω στατιστικών σε "κοινή γνώμη", και ακολούθως διοχετεύεται και στα πολιτικά κόμματα. Οι υποτιθέμενες πολιτικές συνέπειές του εξαντλούνται στην προτίμηση για το ένα ή το άλλο κόμμα όπως αυτή αποτυπώνεται στο εκλογικό αποτέλεσμα. Και ο κύκλος ξανα-αρχίζει. Αυτή είναι στην πράξη η δημόσια λειτουργία του διαλόγου στην σύγχρονη αστική δημοκρατία, και αυτό είναι το μέτρο στο οποίο διαμορφώνει τον υποτιθέμενα "ζωντανό πυρήνα" του δημοκρατικού πολιτεύματος.

β) Στον ιδιωτικό βίο: H λειτουργία του διαλόγου καθορίζεται από ένα δευτερογενές παράδοξο. Αφενός, η τεχνολογική επέκταση μέσων διαλόγου στην ηλεκτρονική εποχή διευρύνει διαρκώς τις δυνατότητες για διάλογο. Αφετέρου, αυξάνεται όλο και περισσότερο η αίσθηση ότι αντί για διάλογο αυτό που λαμβάνει χώρα είναι μια σειρά εκφυλισμένων και προβληματικών του εκδοχών, η συμπτωματολογία της αποτυχίας του. Ας δούμε συνοπτικά τις πανθομολογούμενες δυσλειτουργίες του ιδιωτικού διαλέγεσθαι σήμερα:

i. Παράλληλοι μονόλογοι. Δύο αεροστεγώς κλειστές υποκειμενικότητες συναντώνται και απομακρύνονται χωρίς ποτέ να αναπτύξουν την δυνατότητα να ακούσουν η μία την άλλη. Ο διάλογος περιορίζεται σε παράλληλη ομιλία.
ii. Εμμονική επιτελεστικότητα. Το μόνο που λαμβάνει χώρα στο διάλογο είναι μια αμοιβαία πρόβα επιτελεστικών ρόλων, οι οποίοι με τη σειρά τους εκφράζουν και δίνουν διόδους σε ατομικά απωθημένα και εμμονές: το θύμα και ο θύτης, ο γενναιόδωρος και ο αχάριστος, ο αυθεντικός και ο ψευδεπίγραφος, κλπ.
iii. Αυτοπροβολή. Ο "διάλογος" είναι απλώς μέσο αυτοδιαφήμισης των προσόντων, προϊόντων ή δυνατότητων του καθενός ή και δυσφήμισης των αντίστοιχων του άλλου. Στην Χομπεσιανή "φυσική κατάσταση", όπως ανέδειξε ο Foucault του "Για την υπεράσπιση της κοινωνίας", δεν έχουμε τόσο πόλεμο μεταξύ ίσων όσο προσπάθεια του καθενός να καταστήσει την δύναμή του προληπτικά και αποτρεπτικά φανερή στον άλλο. Ο "διάλογος" από αυτή την άποψη έχει το ρόλο μιας αμοιβαίας προσπάθειας εκφοβισμού του ανταγωνιστή-αντιπάλου που η δημοκρατία καθιστά τυπικά ίσο με μας και άρα εξ ορισμού απειλητικό για την δική μας πρόσβαση σε δύναμη, επιρροή, χρήμα, κλπ. Έτσι, ο διάλογος επιτελεί τη λειτουργία προώθησης του εαυτού και απώθησης του ανταγωνιστή με διάφορους, λίγο-πολύ τετριμμένους τρόπους: "Ξέρω περισσότερα από σένα", "είμαι εξυπνότερος από σένα", κλπ.
iv. Φλυαρία. Ο "διάλογος" εξαντλείται σε ακατάσχετη ομιλία χωρίς κέντρο βάρους και κατεύθυνση. Δεν περιλαβάνει κανόνες ιεράρχησης, επικέντρωσης, ή συγκρότησης και δεν οδηγεί πουθενά. Τελειώνει χωρίς κανένα αποτέλεσμα, όταν τα δύο μέρη έχουν εξαντληθεί ευχάριστα φλυαρώντας.
v. Μπραν ντε φερ. Αν σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε για κλασικά νεωτερικές και αστικές εκδοχές δυσλειτουργίας, εδώ έχουμε να κάνουμε με απομεινάρι του αρχαϊκού διαλόγου ως μορφής πολέμου, όπως, για παράδειγμα, στα Ομηρικά έπη ή στις αρχαιοελληνικές τραγωδίες. Το βασικό χαρακτηριστικό άρθρωσης του διαλόγου ως μπραν ντε φερ είναι αυτό το οποίο ο René Girard ονόμασε "μιμητική βία": Τα δύο μέρη εξομοιώνονται στη διαδικασία της προσπάθειας αμοιβαίας εξάλειψης ή συντριβής. Στον Οιδίποδα τύραννο, Οιδίπους και Τειρεσίας κατηγορούν ο ένας τον άλλο για το κακό που βρήκε τη Θήβα, στη σύγχρονη κοινωνία η φόρμουλα έχει πιο τετριμμένο χαρακτήρα: "-Εσύ φταις. -Όχι, εσύ φταις" ή "-Είσαι ψεύτης. -Όχι, εσύ είσαι ψεύτης", κοκ.

Συνοπτικά λοιπόν, η σημερινή συγκυρία συνοδεύεται από το ταυτόχρονο της εξύψωσης του "διαλόγου" σε κάποιου είδους μαγική και ακατανίκητη θεραπεία πάσας νόσου και μαλακίας και της ένοχης συνείδησης της απόλυτης αδυναμίας του, τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια σφαίρα, να διαμορφώσει ή να επιλύσει οτιδήποτε. Η σύγχρονη αστική κοινωνία λατρεύει μανιακά στο τέμενος ενός Θεού που στην ουσία κανείς δεν πιστεύει. Γιατί; Επειδή πιστεύει υπόρρητα ότι είναι εγκλωβισμένη στην λατρεία αυτού του Θεού: "Εντάξει, ο διάλογος εμπειρικά είναι για κλάμματα, είναι όμως και το μόνο που έχουμε, ο μόνος τρόπος διαφύλαξης του δημοκρατικού ήθους. Κάθε κριτική στην ιδεολογική του παντοδυναμία απειλεί την ίδια την δημοκρατία, και ως εκ τούτου, είναι το ένα πράγμα για το οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε διάλογο."

Αυτή πάνω-κάτω είναι η γραμμή εκλογίκευσης της θεολογίας του διαλόγου σήμερα. Και αυτή, θα ισχυριστώ, είναι η γραμμή που αρχίζει σιγά-σιγά να χάνει έδαφος, να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στην προσπάθειά της να μείνει αλώβητη από την υποκειμενική διασάλευση που συνοδεύει την οικονομική κρίση.

Στο επόμενο τμήμα, θα μιλήσουμε για την ιστορική διαμόρφωση μοντέλων "διαλόγου" πριν την αστική κοινωνία και θα αναρωτηθούμε: ποιες είναι οι δομικές προϋποθέσεις του σύγχρονου διαλόγου σε αντίστιξη με παλαιότερες μορφές της διαλογικής υποκειμενικότητας; Και τι αφήνει εκτός του πεδίου του αντιλήψιμου ο σύγχρονος διάλογος, η σύγχρονη υποστασιοποίηση του διαλόγου ως βάσης κάθε πολιτικής και κάθε προσέγγισης στον ρόλο της σκέψης;