Wednesday, October 6, 2010

2/12/2009-Τι επιθυμεί ο Δεκέμβρης;

If one, settling a pillow by her head,
Should say: “That is not what I meant at all.
That is not it, at all.”
T.S. Eliot, "The Love Song of J. Alfred Prufrock"

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα. Πρόκειται για ένα φάντασμα stricto sensu. Όπως όλα τα φαντάσματα, παραμένει ανήσυχο στο βαθμό που κάτι το οποίο αφορούσε τη ζωή του παραμένει θολό και ατακτοποίητο. Όπως όλα τα φαντάσματα, παραμένει ταυτόχρονα βουβό και απαιτητικό. Όπως όλα τα φαντάσματα, μοιάζει να ζητάει κάτι, αλλά το τι ακριβώς παραμένει αινιγματικό.

Και ο Δεκέμβρης του 2009, γιατί για το δικό του φάντασμα πρόκειται, μας απευθύνει κάτι αινιγματικό--τόσο για αυτούς που συμμετείχαν όσο και για όσους έμειναν, όπως ο γράφων, παρατηρητές εκ του μακρόθεν· τόσο για τα υποκείμενα της εξέγερσης όσο και σ' αυτά της καταστολής· τόσο για τους "συμπαθούντες" όσο και για τους φοβισμένους και οργισμένους "νοικοκύρηδες"· τόσο για τους "δράστες", όσο και για τους "θεωρητικούς", τους σχολιαστές, τους "ειδικούς". Η ερώτηση "τι ήταν στην πραγματικότητα ο Δεκέμβρης" δεν επιδέχεται ούτε την απλή άρνηση (δεν ήταν τίποτε το σημαντικό· ήταν μία απλή αρρυθμία στην καρδιά της νεότερης ελληνικής δημοκρατίας· ήταν μία "κακιά στιγμή" στις σχέσεις πολιτών-κράτους· ήταν προβοκάτσια, το αποτέλεσμα οχλαγωγίας από σκοτεινά κέντρα αποφάσεων, κλπ), ούτε την εξιδανευτική πολιτικοποίηση (ήταν μια αυτοδύναμη έκφραση της λαϊκής θέλησης· ήταν μία ξεκάθαρη πολιτική απάντηση σε μια επονείδιστη κατάσταση πραγμάτων· ήταν η βάση για μια σειρά νέων, ανάλογων κινητοποιήσεων· ήταν το σημείο στροφής της ελληνικής κοινωνίας προς μια νέα πολιτική κατεύθυνση, κλπ). Ο Δεκέμβρης δεν μπορεί ούτε να περισταλλεί σε ασήμαντη εξαίρεση από μία κατάσταση εύρυθμης κοινωνικής φυσιολογικότητας, ούτε να αναχθεί σε ξεκάθαρη έκφραση μιας καινοφανούς και επαναστατικού χαρακτήρα νόρμας· δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε ως χαοτικά ασυντόνιστος, ούτε ως αποκαλυπτικός της πολιτικής θέλησης μιας ταυτοποιήσιμης και οργανωμένης κοινωνικής ομάδας· δεν υπήρξε ούτε αφελώς "αυθόρμητος", ούτε κυνικά προσχεδιασμένος· δεν είναι ούτε μηχανικά και "επετειακά" επαναλήψιμος, ούτε εγκλωβισμένος σε μια ορφανή από συνέχεια, ουσιαστικά εξουδετερωμένη μοναδικότητα.

Ο Δεκέμβρης λοιπόν δεν ήταν, δεν είναι, τίποτε άλλο από μια σειρά από διπλές αρνήσεις, με τις οποίες ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας κατέγραψε μια εν μέρει καταστροφική και εν μέρει δημιουργική απορία. Απορία με την κυριολεκτική έννοια του όρου: δισταγμό μπροστά από ένα σταυροδρόμι, αβεβαιότητα για την κατεύθυνση που μπορεί κανείς να ακολουθήσει, στιγμιαία συναίσθηση αδιεξόδου. Ο Δεκέμβρης δεν είχε αιτήματα. Δεν γνώριζε ποια ήταν τα αιτήματά του. Γνώριζε απλά τι δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο γιατί είχε καταστεί αφόρητο. Τα παιδιά που μίλησαν στην Αυγή σε μια συνέντευξη που ο γράφων βρήκε πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τις περισσότερες "επώνυμες" απόπειρες να δοθεί επιτέλους ένα όνομα στον Δεκέμβρη (αν και το μόνο αληθές όνομα του Δεκέμβρη είναι "Δεκέμβρης", ένα όνομα ουδέτερο νοήματος, χωρίς ταυτοποιήσιμη θέση στο υπάρχον πολιτικό φάσμα) το είπαν απλά έτσι:

"Είναι ότι κάτι γινόταν, κάτι άλλαζε".

"Κάτι γινόταν". Αλλά τι; "Κάτι άλλαζε". Αλλά τι; H φράση ονομάζει ένα συμβάν και ταυτόχρονα αφήνει την φύση του ασαφή· αναδεικνύει ένα κίνητρο συμμετοχής αλλά δεν μπορεί να το προσδιορίσει πέρα από αυτή τη μία λέξη: "Κάτι".

Όχι "τίποτε". Ούτε "αυτό" ή "εκείνο". "Κάτι". And you know something is happening here, but you don't know what it is, τραγούδαγε ο Dylan το 67-68. Ο Δεκέμβρης δεν ήταν η καθαρά μηδενιστική επιθυμία για το τίποτε. Ούτε η καταφατική επιθυμία για την μία ή την άλλη μεταρρύθμιση, την μία ή την άλλη ανταπόκριση σε αυτό ή το άλλο αίτημα. Δεν εξελίχθηκε σε μακρόπνοο χειραφετητικό κίνημα, ούτε μπόρεσε να παρέξει βάσεις για την αλλαγή πολιτικών συσχετισμών. Ούτε εξελίχθηκε όμως σε εκ των προτέρων συμβιβασμένο με την τάξη πραγμάτων συνδικαλιστικό αίτημα. Δεν ζήτησε τίποτε. Δεν έδωσε όνομα στο "κάτι." Αυτή είναι η αδυναμία του. Και η δύναμή του.

Ο Δεκέμβρης ήταν η επιθυμία για "κάτι" λοιπόν. Αλλά αυτό είναι ήδη πλεονασμός. "Ο Δεκέμβρης ήταν η επιθυμία", καλύτερα. Γιατί η επιθυμία είναι πάντα επιθυμία για "κάτι", "κάτι" που όμως δεν μπορεί να ονομαστεί, γιατί δεν μπορεί να δοθεί, να προσφερθεί απ' τον άλλο. Η επιθυμία γνωρίζει μόνο την έλλειψη, αυτό που δεν την καλύπτει, αυτό που δεν την εκπληρώνει. Καλύτερα: η επιθυμία αφαιρεί τον εαυτό της από κάθε απάντηση στο χωρίς όνομα αίτημά της για "κάτι." Η επιθυμία μιλάει αποφατικά και εκ των υστέρων: "That is not it at all. That is not what I meant at all", με τα λόγια του Eliot στις αρχές του 20ου αιώνα. Και με αυτά των παιδιών του Δεκέμβρη: "Δεν ξέραμε ακριβώς τι θέλαμε, αλλά ξέραμε ότι αυτό που έχουμε δεν ήταν καλό, δεν μας έκανε".


Η φαινομενολογία η οποία αναδύεται από την αναλυτική εμπειρία είναι βέβαια ενός τύπου ο οποίος αναδεικνύει στην επιθυμία τον παράδοξο, παραβατικό, ασταθή, εκκεντρικό, και ακόμη και σκανδαλώδη χαρακτήρα δια του οποίου [η επιθυμία] διακρίνεται από την ανάγκη.
Η ίδια η απαίτηση αφορά κάτι παραπάνω από τις ικανοποιήσεις τις οποίες ζητά. Είναι απαίτηση για μια παρουσία ή απουσία.[...]
Η απαίτηση συγκροτεί τον Άλλο ως κάποιον που έχει ήδη το "προνόμιο" του να ικανοποιεί ανάγκες, δηλαδή, και την εξουσία να μας στερήσει από αυτό το μοναδικό πράγμα που μπορεί να τις ικανοποιήσει.
Με τον τρόπο αυτό, η απαίτηση εξαλείφει (aufhebt) τον συγκεκριμένο χαρακτήρα όλων όσων μπορούν να παραχωρηθούν μετατρέποντάς τα σε απόδειξη αγάπης. Η ίδια η ικανοποίηση που προσφέρει στην ανάγκη περιστέλλεται (sich erniedrigt) στο επίπεδο του να μην είναι κάτι παραπάνω από την συντριβή της απαίτησης για αγάπη.
Έτσι η επιθυμία δεν είναι ούτε η όρεξη προς ικανοποίηση, ούτε η απαίτηση για αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτει ως αποτέλεσμα της αφαίρεσης της πρώτης από την δεύτερη, το φαινόμενο της διαίρεσής (Spaltung) τους (Écrits, 1977 [1959], σ. 286-7).

Πίσω από την απαίτηση βρίσκεται η ανάγκη, αλλά όχι μόνο. Πίσω από την απαίτηση βρίσκεται επίσης η λακανική μητέρα, το κράτος, ο μεγάλος Άλλος που έχει το "προνόμιο" να εξυψώνεται στη θέση του αφέντη, αυτού που ικανοποιεί ανάγκες (ή μήπως δεν είναι ακριβώς ο μηχανισμός των συνδικαλιστικών/μεταρρυθμιστικών "αιτημάτων" που περιγράφει ήδη εδώ ο Λακάν;)

Πίσω από την επιθυμία βρίσκεται η διπλή άρνηση ("ούτε η όρεξη προς ικανοποίηση, ούτε η απαίτηση για αγάπη"), αλλά όχι μόνο. Η επιθυμία είναι το ίδιο το χάσμα ανάμεσα στην ανάγκη (για ικανοποίηση) και την απαίτηση (για αγάπη), αυτό που ούτε μπορεί να εκπληρωθεί από ένα οποιοδήποτε πράγμα (προσφορά, εκχώρηση, παραχώρηση, μεταρρύθμιση), ούτε εξαλείφεται μέσα από την απόδειξη της αγάπης (της μητέρας, του κράτους).

Οι πατεράδες μας δεν είναι όμως λακανιστές. Δεν ξέρουν να διαχωρίζουν την επιθυμία από την απαίτηση. Για αυτό θυμώνουν μαζί μας. Γιατί βλέπουν κάθε επιθυμία ως αποτυχία να μιλήσουμε με τη γλώσσα της απαίτησης. Μίκης Θεοδωράκης, Δεκέμβρης 2009:

Και αναφέρω εδώ το παράδειγμα της γενιάς του 1-1-4 που όσον αφορά την Παιδεία έθεσε ως στόχο το 15% του Κρατικού Προϋπολογισμού. Είδαν δηλαδή οι νέοι της εποχής εκείνης τη βασική αιτία για τα χάλια της Παιδείας μας, δηλαδή το οικονομικό. Από ΄κει και πέρα παρ΄ ό,τι τότε η Ελληνική Αστυνομία είχε μια καθαρά φασιστική νοοτροπία και οι εκδηλώσεις βίας σε σύγκριση με το σήμερα ήταν εκατό φορές πιο πολλές και σοβαρές από πλευράς μαζικότητας και βιαιότητας (τα νοσοκομεία ήταν γεμάτα από νέους τραυματισμένους από την αστυνομική βία της εποχής), οι πρωτοπόροι νέοι εκείνης της εποχής, βασικά φοιτητές, μπορούσαν να δουν ελεύθερα, σφαιρικά και σε βάθος. Έτσι με το 1-1-4 έθεταν ως πρώτο καθήκον τους την υπεράσπιση του Συντάγματος, δηλαδή της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων. Χτυπούσαν στην καρδιά της την αντιδραστική εξουσία (θρόνο, αστυνομοκρατία, αμερικανοκρατία). Πάλευαν για την Κύπρο και αγωνίζονταν μαζικά για την Ειρήνη.

Με λακανικούς όρους, η γενιά των πατεράδων αναπαριστά τον εαυτό της ως γενιά που ήξερε να απαιτεί. Αυτό που στα μάτια της δεν την διαχωρίζει απλώς αλλά την εξυψώνει ασύγκριτα (ως αυθέντη) απέναντι στην γενιά των απογόνων της είναι ότι ο αγώνας της είχε αντικείμενο. Μια σειρά αντικειμένων, αν πάρουμε ως παράδειγμα την ιδιαίτερα εύγλωττη τοποθέτηση Θεοδωράκη: κρατικός προϋπολογισμός, ελευθερία, δημοκρατία, δημοκρατικά δικαιώματα, αντίσταση στο θρόνο, στην αστυνομοκρατία, στην αμερικανοκρατία, Κύπρος, ειρήνη.

Αυτό που στα μάτια της ιστορικής αριστεράς καταδικάζει το παρόν, ή καλύτερα το πρόσφατο παρελθόν, στην ασημαντότητα είναι λοιπόν ότι το τελευταίο δεν ξέρει τι να απαιτήσει. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, ότι δεν απαιτεί τίποτε εκτός από ένα ανώνυμο, απογοητευτικά απρόσφορο "κάτι." Στα μάτια αυτής της πατρογονικής αριστεράς, η ανωνυμία του αντικειμένου της επιθυμίας είναι ανάθεμα. Ισούται με μηδενισμό, ουσιαστική αποπολιτικοποίηση, απελπισία. Το άρθρο της κυρίας Δαμιανίδη στο οποίο αναφέρθηκα σε προηγούμενη ανάρτηση είναι ιδιαίτερα εύγλωττο για την απελπισία, τον θυμό που εμπνέει στη γενιά του Πολυτεχνείου η σκοτεινότητα, η θολότητα, το αμετάφραστο της επιθυμίας των απογόνων της. "Τι θέλετε επιτέλους;" Che vuoi? ("Παραδόξως, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η εγκατάλειψη της "δια-υποκειμενικότητας" από τον Λακάν έχει αυστηρή συνάφεια με την επικέντρωση στο αίνιγμα της ακατανόητης επιθυμίας του άλλου, που ενσαρκώνεται στη φράση "Che vuoi?")

Στην διαδικασία, η γενιά των πατεράδων (και των μανάδων) της αριστεράς, η γενιά που απαιτούσε και που είναι πρόθυμη να ανταποκριθεί μόνο σε ό,τι μιλά ως απαίτηση, αναπαράγει την λογική της πατρογονικής εξουσίας. Υποστασιοποιεί το εσωτερικεύσιμο κράτος, το κράτος-μητέρα, το κράτος-πατέρα. Και έτσι αποκαλύπτει ότι αργά ή γρήγορα, η γλώσσα των απαιτήσεων και των ικανοποιήσεών τους (μεταρρύθμιση, προσαρμογή) οδηγεί στην καταστολή αυτού που συνεχίζει σκανδαλωδώς (εκκεντρικά, παραβατικά, παράδοξα) να επιθυμεί. Να γίνουμε σκληροί για το τι συμβαίνει όταν το "σκάνδαλο" της επιθυμίας, το σκάνδαλο που είναι η επιθυμία, καταστέλλεται στο όνομα της πραγματιστικής ωριμότητας; Είναι απαραίτητο να κάνουμε κι εμείς τους παιδαγωγούς των αυτόκλητων παιδαγωγών κάποιες φορές. Ρωτάμε λοιπόν: Σε τι ακριβώς εξελίχθηκαν, όταν εξαφανίστηκε από την πολιτική εξίσωση η διαφορά ανάμεσα στην απαίτηση και την ανάγκη, οι κατακτήσεις της ένδοξης γενιάς του 1-1-4; Τι απέφεραν όλες αυτές οι μυαλωμένες, λογικές, δίκαιες απαιτήσεις; Δωρεάν κουπόνια για κατσαρόλες στις πολιτικές εφημερίδες. 40 κανάλια σκουπιδιών στην τηλεόραση. Την ατελείωτη σαπίλα και διαφθορά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Τον συνδικαλισμό ως επάγγελμα παχυλών εργατοπατέρων. Τα τέσσερα κινητά κέντρα περιβαλλοντικής μόλυνσης (αλλιώς, αυτοκίνητα) ανά οικογένεια. Την κουλτούρα της ανέραστης σεξομανίας και της θορυβώδους ασημαντότητας. Αυτή είναι η παρακαταθήκη των απαιτήσεων που απάλειψαν, μέσα στα ίδια τα υποκείμενα των πατεράδων και των μανάδων μας, την επιθυμία.

Η απαίτηση που έχει αποκηρύξει την επιθυμία απευθύνεται όχι στο "κάτι", στο λακανικό petit objet a, αλλά στον μεγάλο Άλλο. Και ανταμείβεται με κάτι άλλο από το εσωτερικό σκίσιμο στα δυο. Ανταμείβεται με οφίκια και θέσεις στα υπουργικά συμβούλια και δημοσιότητα--τα "δώρα" του κράτους-μαμά στο πεινασμένο στόμα της γενιάς του Πολυτεχνείου. Αλλά αυτό που έχει μάθει να απεμπολεί την επιθυμία στο όνομα του αντικειμένου που χορταίνει την απαίτηση είναι επίσης αυτό που, εκπληρωνόμενο, προδίδει και προδίδεται. Αυτό που δεν έχετε το θάρρος να πείτε για την ένοχη ολότητα της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας, κυρίες και κύριοι της ενδόξου αριστεράς του παρελθόντος, αυτό που όμως γνωρίζουν στο πετσί τους όσοι "δεν ξέρουν τι θέλουν" είναι ότι αυτό το οποίο σας έμεινε να απαιτείτε σήμερα είναι η παραίτηση των άλλων από την επιθυμία την οποία απωθήσατε εσείς. Για αυτό μπουκώνετε τα "παιδιά" σας με τα άχρηστα "δώρα" δήθεν ώριμων παραινέσεων και συμβουλών: για να μην κοιτάξετε στα μάτια το γεγονός ότι η επιθυμία, αυτό που προδώσατε μέσα σας, επιστρέφει ως βίαια διάψευση της υποτιθέμενης εκπλήρωσης της. "That is not what I meant at all. That is not it, at all."

"Τι επιθυμείς, Δεκέμβρη; Γιατί περιπλανιέσαι στη δημοκρατία μας; Γιατί δεν μας αφήνεις να κοιμηθούμε ήσυχοι, χωρίς εφιάλτες και φαντάσματα;"

Αλλά ο Δεκέμβρης δεν απαντά.