Thursday, October 7, 2010

19/5/2010-Για την "νοοτροπία των Ελλήνων"

Ανάμεσα στις πιο διαδεδομένες και χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της λεγόμενης "νοοτροπίας των Ελλήνων" βρίσκεται, παραδόξως, το να μιλά κανείς για την "νοοτροπία των Ελλήνων." Δεν γνωρίζω άλλη χώρα στην οποία οι κάτοικοι να κάνουν τόσο απροβλημάτιστη και τόσο συχνή αναφορά σε ένα σύνολο στο οποίο παραδόξως περιλαμβάνονται στο επίπεδο του λεχθέντος (énoncé), αλλά από το οποίο αποκλείονται, επιτελεστικά, στο επίπεδο του λέγειν (énonciation). Γιατί οι φράσεις που αρχίζουν "ρε, ο Έλληνας ρε..." αποτελούν σύγχρονες εκδοχές του παράδοξου του Επιμενίδη, όπου ένας κάτοικος της Κρήτης αποκαλεί όλους τους Κρήτες ψεύτες: αποδίδουν στον πληθυσμό της χώρας ένα σύνολο από αποκλειστικά αρνητικές ποιότητες (προφανώς, η "νοοτροπία" έχει καταστεί συνώνυμη της "κοινωνικής παθολογίας"), από μια θέση η οποία αφενός νομιμοποιείται ως εκ των ένδον γνώση ("ξέρω που σας λέω, και γω Έλληνας είμαι"), και αφετέρου εξαιρεί επιτελεστικά τον ομιλούντα από το σύνολο για το οποίο εκφράζει αρνητική κρίση (μιλώντας επιτιμητικά για την "νοοτροπία των Ελλήνων", αποδεικνύω ότι εγώ δεν μετέχω αυτής).

Και έτσι φτάνουμε στην κατάσταση, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και δώθε, να έχει σπαταληθεί ατελείωτο μελάνι για την κατακεραύνωση της "νοοτροπίας των Ελλήνων" από Έλληνες (μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να γραφτεί και να τύχει θερμής υποδοχής βιβλίο έλληνα συγγραφέα με τίτλο Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας), με μοναδικό αποτέλεσμα την βεβαιότητα ότι η κατά τα φαινόμενα μη βελτίωση της "νοοτροπίας των Ελλήνων" αποτελεί συνέπεια της "νοοτροπίας των Ελλήνων" ("δε βάζει μυαλό, ρε, ο Έλληνας"): δηλαδή την λογικότατη πρόταση ότι η πλήρης αναποτελεσματικότητα μιας τέτοιου είδους κριτικής αποδεικνύει περίτρανα την απόλυτη ορθότητά της. Έτσι επίσης φτάνουμε στο δευτερογενές παράδοξο ότι ο ασφαλέστερος τρόπος του να δηλώσεις την αποστασιοποίησή σου από την κουλτούρα σου είναι να αρνείσαι να συμμετέχεις στο τελετουργικό ράπισμά της: αυτοί που δεν μοιράζονται την έφεση του να αποδίδουν τα βασικότερα προβλήματα της κοινωνίας σε ζητήματα "εθνικής νοοτροπίας", αυτοί που δεν διεκδικούν τον θώκο του κριτή της κοινωνίας από μια θέση εκτός αυτής, είναι επίσης αυτοί που κρίνονται ως πραγματικά εκτός κοινωνίας. Πρόσφατα, κοντινό μου πρόσωπο μού είπε ότι δεν έχω πάνω μου τίποτε που να θυμίζει τρόπο σκέψης Έλληνα, και εικάζω ότι το γεγονός ότι ποτέ δεν μού έχει περάσει από το μυαλό να αναλύσω κάτι στη βάση της "νοοτροπίας των Ελλήνων" μπορεί να εκληφθεί ως στοιχείο που αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Σήμερα λοιπόν, μετά την είσοδο στην σκληρή επιτροπεία του ΔΝΤ, και παράλληλα με τις επιθέσεις κατά του αδιέξοδου της κριτικής εκείνης παράδοσης που σε καθιστά, κατά τα φαινόμενα, απαρχαιωμένων ηθών ερυθρο-ταλιμπάν (όπως, λίγο παλιότερα, κουκουλοφόρο), ανθεί και η παλιά καλή τέχνη των οιμωγών κατά της "νοοτροπίας των Ελλήνων" που παραπονιούνται για τους άλλους που κλέβουν ενώ κλέβουν οι ίδιοι, που δηλαδή δηλώνουν εκτός μιας πρακτικής στην οποία βρίσκονται εντός (αυτό από μια ρητορική η οποία δηλώνει επίσης ότι δικαιούται δια να ομιλεί μετά λόγου γνώσεως επειδή συμμετέχει στο σύνολο και ότι είναι αξιόπιστη επειδή εξαιρείται από αυτό). Στην αβυσσαλέα αυτοαναφορικότητα (κάποιοι μπορεί να την πουν εσωστρέφεια) που ανακύπτει, άνθρωποι οι οποίοι δηλώνουν γνώστες εκ των ένδον των "συνηθειών της φυλής" κριτικάρουν από την θέση ανθρώπων που βρίσκονται εκτός αυτών των συνηθειών ανθρώπους που αποκηρύσσουν τις κακές συνήθειες των συμπατριωτών τους ενώ έχουν και οι ίδιοι τις ίδιες κακές συνήθειες.

Αυτό το αξιογέλαστα αστόχαστο παιχνίδι αναπαραγωγής του δηλωθέντος προβλήματος ad nauseam ονομάζεται, στην χώρα μας, "κοινωνική κριτική." Και η στα καθ' ημάς "κοινωνική κριτική", με την σειρά της --αυτό το ad hoc μίγμα συνοφρυωμένης ηθικολογίας, αερολόγου ανεκδοτολογίας και ακατάσχετου φολκλορισμού-- υποτίθεται ότι μας απελευθερώνει από τις αγκυλώσεις και τους δογματισμούς της μαρξιστικής ανάλυσης. Η συμμετοχή στην "διπλή συνείδηση" (W.E.B Dubois) που χαρακτηρίζει την ελληνική δημόσια σφαίρα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους (τα έξοχα βιβλία της πρόωρα χαμένης Έλλης Σκοπετέα για τον πρώϊμο 19ο αιώνα παρέχουν πολλά ενδεικτικά παραδείγματα), παρελαύνει ως αναλυτικά σοφιστικέ αντίβαρο στην "παρελθοντολογία" του ταξικού λόγου, δηλαδή ενός λόγου που καθιστά προβληματική κάθε αναφορά σε μια ομοιογενή, υπεριστορική, εγγενή, και εθνικά επικαθορισμένη σφαίρα "νοοτροπίας", επιστρέφοντάς την εκεί που ανήκει: στον σκουπιδοτενεκέ των ιδεοληψιών του Ρομαντισμού των τελών του 18ου αιώνα, με τις ερασιτεχνικά ανθρωπολογικές εμμονές του περί συγκριτικού "εθνικού χαρακτήρα" ("ο Γάλλος: ραφιναρισμένος αλλά ανήθικος, ηδονιστής και με τάση να παρασύρεται από βίαιους ενθουσιασμούς", "ο Γερμανός: πειθαρχημένος, εργατικός, αλλά χωρίς φαντασία και αίσθηση πρωτοβουλίας", "ο Άγγλος: συνδυάζει ακλόνητη κοινή λογική και κρυφή ευαισθησία, είναι ενεργητικός αλλά και μελαγχολικός", "ο Ανατολίτης: ηδυπαθής, οκνηρός, ψεύτης").

Στην περίπτωση του μαρξισμού, ο συγκεχυμένος, ψευδο-ανθρωπολογικός και αντιφατικός --όπως είδαμε-- εμπειρισμός της "νοοτροπολογίας" αντικαθίσταται, ως γνωστόν, από την σαφώς πιο περίπλοκη έννοια της ιδεολογίας (βλ. Althusser, Eagleton, Jameson, Zizek). Υπάρχουν όμως και παραδόσεις, συναφείς με την υλιστική κριτική, που εγκαταλείπουν την αναφορά στην ιδεολογική διάσταση ως διάσταση αποφασιστικής ερμηνευτικής σημασίας (βλ. Foucault, Deleuze, Badiou). Υπάρχει, τέλος, η γενναία προσπάθεια του Pierre Bourdieu να αποτοξινώσει την έννοια της νοοτροπίας από κάθε επαφή με την ηθικολογική ανοησία, προσφεύγοντας στην ανάπτυξη μιας έννοιας --habitus-- της οποίας οι μακρινές απαρχές βρίσκονται στην αριστοτελική αντίληψη περί έξεως, και της οποίας η σύσταση καθορίζεται από την πολυεπίπεδη αλληλεπίδραση πολιτισμικά κωδικοποιημένων τρόπων σκέψης, συμπεριφοράς ή γούστου που διαμεσολαβεί ανάμεσα στις κοινωνικές δομές (οικογένεια, εκπαίδευση, εκκλησία, σχολείο, συνδικάτο, κλπ) και την κοινωνική πρακτική (εργασία, εκλογές, ακαδημαϊκή δραστηριότητα, διαδηλώσεις, μορφές διασκέδασης, κλπ) (βλ. Προσχέδιο μιας θεωρίας της πράξης, 1977).

Από όλες αυτές τις εναλλακτικές --από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του Althusser στην συνάντηση ιδεολογίας, αναπαράστασης και ψυχανάλυσης στους Jameson ή Zizek, στις έννοιες του dispositif και του habitus στον Foucault και τον Bourdieu, ή στην τυπολογία των πιστών, αντιδραστικών και συσκοτισμένων υποκειμένων στον Badiou), η ελληνική "κοινωνική κριτική" των ανοιχτόμυαλων αντικομμουνιστών κράτησε το φολκλόρ της "εθνικής νοοτροπίας" με το οποίο αποπειράται, σε παγκόσμια πρώτη, να εξηγήσει τις απαρχές και τα αίτια μιας παγκόσμιας κλίμακας οικονομικής κρίσης που εκδηλώνεται σε χρηματο-οικονομικά συστήματα δομημένα πάνω σε φόρμουλες ανώτερων μαθηματικών και ασύλληπτα πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις επενδυτών, κρατικών πολιτικών, αγορών, χρηματιστηρίων, ισοτιμιών, συλλογικών και ατομικών δράσεων.

Και εις ανώτερα.