Tuesday, October 5, 2010

19/11/2009-Τι θέλουν όσοι δεν θέλουν "ψευτοαριστερούς";

Το πρόβλημα των κριτηρίων

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα κοινότυπη φράση πολιτικής αποκήρυξης στην ελληνική δημόσια σφαίρα, αλλά και σε κατ' ιδίαν συζητήσεις στον ελληνικό χώρο: Ο τάδε ή η δείνα είναι "ψευτοαριστερός/η", "ψευτο-αντιεξουσαστής", "ψευτοαναρχικός/η", κλπ. Το πρώτο βέβαια ζητούμενο είναι το ποιος και πώς ορίζει το κριτήριο αυθεντικότητας σύμφωνα με το οποίο κρίνεται κάτι ψευδές. Στις περιπτώσεις (και είναι πολλές, ίσως οι περισσότερες) όπου ο ομιλητής διατυπώνει την κρίση του μιλώντας, έμμεσα ή άμεσα, από τον ευρύτερο χώρο της δεξιάς, προκύπτει ένα αυστηρά παράδοξο συμπέρασμα: την "αληθινή αριστερά" την οριοθετεί δικαιωματικά και αυτεπάγγελτα η δεξιά, τον "αληθινό" αναρχισμό η αντι-αναρχική σκέψη, κ.ο.κ. Και σε αυτές όμως τις περιπτώσεις όπου οι όροι χρησιμοποιούνται από (υποτιθέμενα) αριστερόστροφη θέση τίθεται το ερώτημα των κριτηρίων μα τα οποία ορίζεται η αυθεντικότητα. Στις περιπτώσεις αυτές, ελάχιστη υποχρέωση του ομιλητή θα ήταν να ορίσει θεωρητικά και ρητά τις παραμέτρους της "αληθινής" αριστεράς (ή του αληθινού μαρξισμού, αναρχισμού, κλπ) ώστε οι αλλιώς αδήλωτες θέσεις του να προσφέρονται και αυτές για κριτική. Αυτό απαιτεί τουλάχιστον ο πολιτικός ορθολογισμός ως αντίβαρο του ανεύθυνου λαϊκισμού.


Η ασυμμετρία του ψευδούς

Το πρόβλημα όμως δεν εξαντλείται εκεί. Ο καθένας μπορεί να παρατηρήσει μια περίεργη ανισομέρεια σε ό,τι αφορά την χρήση του προθέματος "ψευδο-" στον ελλαδικό πολιτικό χώρο: ενώ είναι συνηθέστατη η χρήση του σε ό,τι αφορά κατηγορίες της ευρύτερης αριστεράς (συμπεριλαμβανομένων ταυτοποιήσεων όπως "ψευτοφεμινιστής", "ψευτοπροοδευτικός", "ψευτοεπαναστάτης", κλπ.), είναι σχεδόν ανήκουστη σε ό,τι αφορά κατηγορίες άλλων πολιτικών χώρων. Ποιος έχει ακούσει, για παράδειγμα, τον όρο "ψευτοδεξιός", ή "ψευτοφασίστας"; Και μόνο το άκουσμα τέτοιων όρων δημιουργεί ένα συναίσθημα αμηχανίας. Πώς θα μπορούσε, λέει η "κοινή λογική", κάποιος να είναι "ψευτοδεξιός" ή "ψευτοχουντικός"; Το σιωπηλό υπονόημα είναι ότι το να είσαι δεξιός, φασίστας ή χουντικός δεν είναι κάτι που μπορείς να υποδυθείς· είναι αληθής πολιτική θέση ή ταυτότητα. Κι όμως, θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να περιγράψει αρκετές εμπειρικές υποκατηγορίες "ψευτοδεξιών": αυτών που θεωρητικά έχουν ξενοφοβικές θέσεις αλλά πρακτικά/εμπειρικά δείχνουν κατανόηση και συμπόνεια στους μετανάστες για παράδειγμα· ή αυτών που μιλούν υπέρ της ελεύθερης ιδιωτικής πρωτοβουλίας αλλά μόλις φαλιρίσουν ζητούν από το κράτος να παρέμβει· ή αυτών που επιθυμούν μεν ταξική ηγεμονία αλλά κοιτάζουν μόνο το στενά προσωπικό τους συμφέρον, ακόμη και όταν η πρακτική τους απονομιμοποιεί την ηγεμονία της τάξης τους· ή αυτών που ανήκουν σε χαμηλά και εισοδηματικά στρώματα και οικονομικά εκμεταλλεύσιμες τάξεις αλλά ταυτίζονται πολιτικά με τους φορείς της έννομης τάξης και της ταξικής εξουσίας. Υπάρχουν λοιπόν πολλές εφικτές χρήσεις του όρου "ψευτοδεξιός" (ή ακόμη και "ψευτοφασίστας"), αλλά η λογική τους χρηστικότητα σε κανένα σημείο δεν επαρκεί για να υπερνικήσει το ταμπού κόντρα στη χρήση τους--ταμπού που μοιράζονται, παραδόξως, αριστερά και δεξιά.

Γιατί αυτή η παράδοξη συμφωνία στην απαγόρευση της διολίσθησης της ετικέτας "ψευδο-" προς τα δεξιά; για πολύ διαφορετικούς λόγους, από ό,τι μπορώ να καταλάβω. Από την μεν δεξιά επειδή, όπως είναι φυσικό, η ιδεολογική ταύτιση πρέπει να ανακηρυχθεί φυσική και αδιαμφισβήτητη: θα ήταν παράδοξο κάποιος που ταυτίζεται με τη δεξιά να έχει λόγους να αμφισβητήσει μόνος του την αυθεντικότητα αυτής της ταύτισης. Από την αριστερά όμως; Εκεί νομίζω ότι επικρατεί ένα είδος αθέλητης ουσιοποίησης του αντιπάλου: νιώθωντας εξ ορισμού περιθωριοποιημένος, ο αριστερός δίνει αυθεντική υπόσταση σε αυτό που τον περιθωριοποιεί, ακόμη και με το κόστος του να παραμερίσει αρκετούς από τους λόγους που θα είχε να αμφισβητήσει μια τέτοια αυθεντικότητα. Όπως και να χει, το γεγονός είναι ότι η απαξιωτική χρήση του "ψευδο-" ως πολιτικού προσδιορισμού θίγει μόνον στόχους που εντάσσονται στον ευρύτερο αριστερό χώρο.


Τι θέλουν όσοι δεν θέλουν ψευτοαριστερούς;

Ας περάσουμε τώρα στον τίτλο αυτής της σημείωσης, τον οποίο προφανώς δανειστήκαμε από την περίφημη ρήση του Σεν Ζυστ ("τι θέλουν όσοι δεν θέλουν ούτε αρετή ούτε τρομοκρατία;"). Τι θέλουν λοιπόν, mutatis mutandi, όσοι από τον χώρο της ευρύτερης δεξιάς αρέσκονται να διακινούν τον όρο "ψευτοαριστερός" (ή "ψευτοαναρχικός", "ψευτοφεμινίστρια", κλπ;) Εδώ θα πρέπει να είμαστε αυστηρά δομιστές στην προσέγγιση μας. Ας χαρτογραφήσουμε λοιπόν αρχικά όλες τις δομικές πιθανότητες που μας δίνει η παρουσία ή απουσία του προθέματος "ψευδο-":

Α (-/-)-------------------------------- Β (-/+)
ψευτοαριστερός----------------------ψευτοδεξιός

Α' (+/-)-------------------------------Β' (+/+)
(αληθινός) αριστερός---------------(αληθινός) δεξιός

Νοουμένου ότι η φράση χρησιμοποιείται από ενσυνείδητα αντι-αριστερή θέση, "δεξιά" και "αριστερά" είναι ήδη έννοιες φορτισμένες, η πρώτη θετικά (+) και η δεύτερη αρνητικά (-). Η παρουσία του προθέματος "ψευδο-" προσθέτει μια επιπλέον (θετική ή αρνητική) φόρτιση, έτσι ώστε ο "ψευτο-αριστερός" να είναι στην ουσία η άρνηση της άρνησης, δηλαδή η απουσία του αρνητικού στοιχείου της αριστεράς. Παραδόξως όμως η φράση "ψευτοαριστερός" ουδόλως φέρεται να υπονοεί κάτι το σε τελική ανάλυση θετικό: αντίθετα, χρησιμοποιείται συχνά για να ταυτοποιήσει όχι αυτούς που αποτυγχάνουν να ενσαρκώσουν τον εχθρό, αλλά αυτούς που είναι οι εχθροί (αυτοί που ήταν στη διαδήλωση, αυτοί που σπάσανε, αυτοί που χαϊδεύουν τους τρομοκράτες, κλπ.). Από την άλλη πλευρά, ο "πραγματικός αριστερός" που θα ήταν η καθαρή άρνηση (και όχι η κίβδηλη, ψευτο-άρνηση), απουσιάζει από τις δυνατότητες του δεξιού λόγου: όπως η αριστερά δεν κάνει ποτέ απαξιωτικά λόγο για "ψευτοδεξιά", έτσι και η δεξιά δεν μιλάει ποτέ κοροϊδευτικά για την "πραγματική αριστερά". Η ασυμμετρία λόγου που διαπιστώσαμε πριν διορθώνεται τώρα, μέσω ενός σχήματος ισορροπίας των αντεστραμμένων: αυτό που απαγορεύει ο έλλην δεξιός στον εαυτό του είναι η πιθανότητα ύπαρξης πραγματικών αριστερών, ενώ αυτό που απαγορεύει ο έλλην αριστερός στον εαυτό του είναι η πιθανότητα ύπαρξης ψευδών δεξιών. Όπως ο "ψευτοδεξιός", ο "πραγματικός αριστερός" αποτελεί τον μονόκερο του ελληνικού πολιτικού στίβου, ένα θρυλικό και ανύπαρκτο πλάσμα.

Τι θέλει λοιπόν, ξαναρωτάμε τώρα, αυτός που δεν θέλει ψευτοαριστερούς; Η απάντηση που αποκλείεται, τόσο από την δική του πλευρά όσο και από την πλευρά των αντιπάλων του, είναι ότι θέλει ψευτοδεξιούς. Μένουν λοιπόν δύο μόνο λογικές πιθανότητες:

α. Αυτός που δεν θέλει ψευτοαριστερούς θέλει αληθινούς αριστερούς.
β. Αυτός που δεν θέλει ψευτοαριστερούς θέλει αληθινούς δεξιούς.

Η θέση μου θα ήταν ότι αυτές οι δύο λογικές συνέπειες της απαξίας των "ψευτοαριστερών" στη δεξιά ρητορική πρέπει να ληφθούν εξίσου σοβαρά, ή μάλλον ότι θα πρέπει να συγχωνευθούν, εφόσον στην ουσία αποτελούν μία και μόνο λογική συνέπεια. Και εξηγώ: αυτός που δεν θέλει ψευτοαριστερούς επιθυμεί στην ουσία έναν αντίπαλο τόσο συμμορφωμένο ως προς τα πολιτικά κριτήρια της δεξιάς που να μην είναι καν αντίπαλος. Εφόσον κάθε αριστερός που εμπλέκεται σε πολιτικές πράξεις που δυσαρεστούν την δεξιά αποκηρύσσεται ως "ψευτοαριστερός", ο μόνος πραγματικός αριστερός είναι ο αριστερός που κάθεται στο σπίτι του, έχει την ίδια απολύτως γνώμη με τον δεξιό, και δεν απειλεί τίποτε και κανένα. Αυτός όμως ο "πραγματικός αριστερός" είναι, με αυστηρά λογικούς όρους, ήδη γνωστός ως δεξιός. [1]

Δεδομένου τώρα ότι ο όρος "ψευτοδεξιός" είναι διπλά αποκλεισμένος (δηλαδή ότι δεν χρησιμοποιείται ούτε από τη δεξιά αλλά ούτε και από την αριστερά), το γεγονός ότι ο "πραγματικός αριστερός" είναι στην ουσία "πραγματικός δεξιός", μας αφήνει όχι με τέσσερις πιθανότητες όπως είχε προς στιγμή διαφανεί, αλλά μόνο με δύο, δηλαδή ουσιαστικά με μία: υπάρχουν μόνο δεξιοί και "ψευτοαριστεροί", δηλαδή υπάρχουν μόνο αυτοί που είναι δεξιοί, αυτοί που θα ήταν στην ουσία δεξιοί (αν υπήρχαν) και κάποιοι που υπάρχουν μεν, αλλά απλώς νομίζουν ότι είναι αριστεροί. Το δεξιό φαντασιακό που εμπλέκεται εδώ, εν ολίγοις, δεν δέχεται την δυνατότητα πραγματικής πολιτικής σύγκρουσης ή αντιπαλότητας. Στο φαντασιακό αυτό, ο πραγματικός πόλος ταύτισης είναι μόνο ένας. Έτσι, το φαντασιακό τούτο διαφέρει επί της ουσίας από το αριστερό, το οποίο, αρνούμενο να χρησιμοποιήσει την κατηγορία "ψευτοδεξιός" για να μειώσει την αυθεντικότητα της έχθρας που εκπροσωπεί ο αντίπαλος, είναι αυτό το οποίο επιμένει να εγγράφει την σύγκρουση μεταξύ δύο στο πολιτικό πεδίο. Ένα ακόμη παράδειγμα, επομένως, του πολιτικού χαρακτήρα του μεταφυσικού ερωτήματος του ενός και του δύο στους έλληνες φιλοσόφους της αρχαιότητας, ή, όπως είδαμε και παλαιότερα, στις "πρωτόγονες" φυλές όπως οι Γουϊνεμπάγκο.

[1] Υπάρχει βέβαια και μια διαφορετική ερμηνεία, περισσότερο εδρασμένη στις ανατροπές του ασυνειδήτου, η οποία θα διατηρούσε το "δύο" και για τη δεξιά: σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, αυτό που επιθυμεί ο δεξιός που αποκηρύσσει τον "ψευτοαριστερό" είναι ο πραγματικός αριστερός, δηλαδή μια (τραυματική) ενσάρκωση όλων των φόβων του ως δεξιού. Πώς θα μπορούσε να εξηγηθεί ψυχικά κάτι τέτοιο; Ο "πραγματικός αριστερός", ο άλλος ως πειστική ενσάρκωση της κυρίαρχης επαναστατικής βίας του Λένιν ή του Μάο, θα ήταν μεν αφάνταστα τρομακτικός, τουλάχιστον όμως θα μας ανάγκαζε να γίνουμε "πραγματικοί δεξιοί" για να έχουμε ελπίδες να τον αντιμετωπίσουμε. Υπό αυτό το πρίσμα, η αποκήρυξη του ψευτοαριστερού περιέχει μια "μαζοχιστική" επιθυμία για τον "αληθινό αριστερό" ως καταστροφέα, η οποία κρύβει με τη σειρά της μια υπόρρητη δυσαρέσκεια με την "παρακμή" μιας πολιτικής θέσης που "καλόμαθε" υπερβολικά στο μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας, και που συνεπώς έγινε μαλθακή, κλπ. Ο Καρλ Σμιτ, μέλος του κόμματος των Ναζί την Γερμανία και παθιασμένος θεωρητικός του πολιτικού ως σύγκρουσης μέχρι θανάτου, δεν έκρυψε ποτέ του τον θαυμασμό του για τον Λένιν και την περιφρόνησή του για τους σοσιαλδημοκράτες του "πολιτικού ρομαντισμού."