Thursday, October 7, 2010

15/2/2010-"Τα μυστήρια των Αιγυπτίων είναι μυστήρια για τους Αιγύπτιους", ή, Πλάτων, Χέγκελ, Λακάν, Μόντυ Πάιθον

Τα μυστήρια των Αιγυπτίων είναι μυστήρια για τους Αιγύπτιους
G.W.F. Hegel

λογισμώ τι νόθω...προς ο δη και ονειροπολούμεν
Πλάτωνας

Η κλασική ερμηνεία της αναμέτρησης ανάμεσα στον Οιδίποδα και την Σφίγγα είναι ότι ο πρώτος θριαμβεύει απέναντι στην τερατώδη ενσάρκωση του μυθικού όταν καθιστά το αίνιγμα του ανθρώπου έλλογα επιλύσιμο. Η δύναμη του μύθου είναι το αίνιγμα του ανθρώπου, και όταν αυτό το αίνιγμα απαντηθεί, ο μύθος αυτοκτονεί, μη έχοντας πλέον καμμία δύναμη πάνω στον άνθρωπο. Η αυτοκτονία της Σφίγγας είναι ταυτόχρονα ο θάνατος του αιγυπτιακού σημαίνοντος, το πέρασμα από τον ακατανόητο ιερογλυφικό κώδικα στον διάφανο, φωτεινό ελληνικό Λόγο.

Υπάρχουν βέβαια κάποια προβλήματα: Αν ο θρίαμβος επί της Σφίγγας κάνει τον Οιδίποδα βασιλιά των Θηβαίων, η βάση του, δηλαδή η γνώση του αινίγματος του εαυτού, τον οδηγεί επίσης στην αυτοκαταστροφή. Αν η Σφίγγα αυτοκαταστρέφεται όταν ο άνθρωπος σταματά να τρέμει μπροστά στο αίνιγμά που είναι ο ίδιος για τον εαυτό του, ο άνθρωπος αυτοκαταστρέφεται για τον ίδιο ακριβώς λόγο, επειδή δεν φοβάται αρκετά να μάθει ποιος είναι. Με άλλα λόγια, ο μύθος του Οιδίποδα ονειρεύεται τον Λόγο ως μια ακόμα λεπτομέρεια του μύθου· είναι ένα παράξενο όνειρο της Σφίγγας. Ο μύθος λέει: o Λόγος που φαίνεται να συντρίβει το μυθικά ακατανόητο συντρίβεται ο ίδιος από την διαφάνεια της γνώσης, γιατί το φως της είναι τόσο αβάσταχτο που τον οδηγεί στην τύφλωση. Η Σφίγγα δεν πεθαίνει ποτέ, ονειρεύεται ότι πεθαίνει στα χέρια κάποιου τον οποίο έχει ήδη νικήσει. Αυτός που καταστρέφεται είναι αυτός που νομίζει ότι έχει τελειώσει με την Σφίγγα, αυτός που δεν έχει ακούσει πίσω από το φαινομενικό αίνιγμα το πραγματικό: "τι είναι αυτό που σε κάνει να θέλεις να μάθεις ποιος είσαι όταν το να μαθαίνεις ποιος είσαι, το να συμπίπτεις απόλυτα με τον εαυτό σου ως υποκείμενο και αντικείμενο της γνώσης, είναι ολέθριο;"

Οι Έλληνες ως ανήσυχο όνειρο των Αιγυπτίων, οι Έλληνες ως το όνομα του μυστηρίου των Αιγυπτίων για τους Αιγύπτιους. Ή αντίστροφα, ο "Αιγύπτιος", η Σφίγγα, ως το μυστήριο των Ελλήνων για τους Έλληνες, αυτό που καθιστά τον ελληνικό Λόγο απροσπέλαστο στον εαυτό του, δηλαδή τον μεταμορφώνει αναδρομικά σε ένα ακόμα επεισόδιο του αιγυπτιακού μύθου.

Αν ο οιδιπόδειος μύθος είναι ακόμα υπολειμματικά φροϋδικός, η επανεπεξεργασία του από τους Μόντυ Πάιθον είναι καθαρά λακανική. Τι έχουμε στο περίφημο επεισόδειο της γέφυρας στο Ιππότες της ελεεϊνής τραπέζης;



Πρόκειται για μια επανάληψη του σεναρίου της συνάντησης με το μυθικό άλλο, με κάποιες όμως αρκετά σημαίνουσες επιπλοκές. Το πέρασμα του πρώτου από τους ιππότες (Λάνσελοτ) είναι γελοία αντικλιμακτικό, μια και καλείται απλώς να απαντήσει σε τρεις πολύ "εύκολες" (αλλά τι σημαίνει αυτό;) ερωτήσεις: ποιο είναι το όνομά του, ποια η αποστολή του, ποιο το αγαπημένο του χρώμα. Τα πράγματα αλλάζουν όταν πλησιάζει ο δεύτερος (Ρόμπιν), ο οποίος έχει "έλλογα" αντιληφθεί την διαδικασία της αναμέτρησης με τον μύθο ως αξιογέλαστα τυπική και βιάζεται να τελειώνει με την παρωδία της Σφίγγας που βρήκε στο διάβα του. Εκεί όμως είναι που η Σφίγγα αλλάζει τους όρους, ανατρέποντας τον "υποκειμενικό" χαρακτήρα των ερωτήσεων. Η ερώτηση "ποια είναι η πρωτεύουσα της Ασσυρίας" είναι βέβαια γελοία --μια "εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα" ερώτηση τύπου τηλεοπτικού κουίζ και όχι κάποιο εμβριθές αίνιγμα αντάξιο μυθικού τέρατος-- αλλά η γελοιότητά της βραχυκυκλώνει τον δεύτερο ιππότη, που υποτίμησε δραστικά το ποσοστό στο οποίο ο μύθος έχει μάθει να μιμείται τη γλώσσα του (εργαλειακού) Λόγου. Ο τρίτος ιππότης (Γκάλαχαντ) δεν έχει καμμία ελπίδα να την βγάλει καθαρή: Είναι πλέον το ευκολότερο πράγμα για τον φύλακα της γέφυρας να επιστρέψει στις "υποκειμενικές" ερωτήσεις έχοντας όμως υποσκάψει την αντίστιξή τους με τις "αντικειμενικές". Έτσι, όταν ο Γκάλαχαντ απαντά "μπλε" στην ερώτηση "ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα", αναγκάζεται ο ίδιος να αμφισβητήσει την "αντικειμενικότητα" της υποκειμενικής απάντησης, με άλλα λόγια να πράξει το αδύνατο: να καταστήσει ο ίδιος την υποκειμενική, και άρα error-free, απάντησή του για τις άρρητες προτιμήσεις του "αντικειμενικά" λανθασμένη, διορθώνοντάς την εκ των υστέρων.

Με την σειρά δοκιμασίας τους, οι τρεις ιππότες εκπροσωπούν τα εξής: την βλακώδη αφέλεια μπροστά στον μύθο (που τον παρακάμπτει, χωρίς όμως να τον υπερνικήσει), την κυνική αναπαραγωγή της βλακώδους αφέλειας, δηλαδή την κακή πίστη (η οποία τιμωρείται με θάνατο), και τέλος, την αυτοπαγίδευση στην ανακλαστικότητα (ξέρει ή δεν ξέρει ο άλλος ποιο είναι πραγματικά το αγαπημένο μου χρώμα/ξέρω εγώ ο ίδιος ποιο είναι το αγαπημένο μου χρώμα;) η οποία επίσης οδηγεί στον όλεθρο. Όταν έρχεται η σειρά του Αρθούρου, επακολουθεί μια ακόμη διαλεκτική αντιστροφή, ένα ακόμα στρίψιμο της βίδας: στην γελοιωδώς δυσεπίλυτη "αντικειμενική" τρίτη ερώτηση του φύλακα της γέφυρας, ο Αρθούρος απαντά με μια δεύτερη, απόλυτα πεζή ερώτηση, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στο μυστήριο του Αιγυπτίου το φάσμα αυτού που είναι μυστήριο για τον Αιγύπτιο, αυτό το οποίο το ίδιο το μυθικό τέρας δεν γνωρίζει. Το αποτέλεσμα είναι η αυτοκαταστροφή του μύθου, που εδώ δεν υπερνικάται από την απάντηση του ανθρώπινου άλλου για την φύση του εαυτού του (όπως στον Οιδίποδα), αλλά από την ερώτηση που αποκαλύπτει την απόλυτη άγνοια υπό την οποία τελεί ο μύθος, το γεγονός ότι ο μύθος είναι (σχεδόν) ανίκητα ηλίθιος. Ο φύλακας της γέφυρας δεν φυλάει καμμία απολύτως γνώση ή απάντηση, είναι απλώς μια μηχανή ερωτήσεων. Οι ερωτήσεις παραμένουν επιτελεστικές μπλόφες, στοιχήματα που χάνει ή κερδίζει το υποκείμενο ως υποκείμενο, χωρίς ποτέ να βεβαιώνεται η "σωστή" απάντηση, χωρίς ποτέ να κάνει την εμφάνισή της η "αντικειμενική" αλήθεια.

Εδώ όμως είναι που προκύπτει και η απόλυτη διαλεκτική ανατροπή: κανείς δεν εγγυάται με κανένα τρόπο ότι ο Λάνσελοτ, ο μόνος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι απάντησε σωστά, απάντησε σωστά. Στην πραγματικότητα, η αναμέτρηση του Λόγου με τον μύθο, της ερώτησης ενός με την απάντηση ενός άλλου, δεν υπήρξε ποτέ. Αυτό που συναντήθηκε, υπό το πρόσχημα της συνάντησης του Λόγου με τον μύθο, ήταν ο Λόγος με τον Λόγο που του απευθύνει μιμητικά ο μύθος (ποια είναι η πρωτεύουσα της Ασσυρίας;), ο Λόγος με τον Λόγο ως ανακλαστική αμφιβολία (είναι όντως το μπλε το αγαπημένο μου χρώμα;) ο μύθος που μιμείται τον Λόγο με τον Λόγο που αποκαλύπτει στον μύθο την άγνοιά του, που ξεσκεπάζει την μπλόφα του επιστρέφοντάς του την ερώτηση (τι εννοείς; αφρικανικό [Αίγυπτος] ή ευρωπαϊκό [Ελλάδα] χελιδόνι;) Στην πρώτη συνάντηση (αυτή του Λάνσελοτ με τον φύλακα της γέφυρας) δεν συναντιέται τίποτε, γιατί η διαφορά της συνείδησης που ανακλάται στην ερώτηση και αυτής που εμπλέκεται στην απάντηση είναι μηδέν, δηλαδή δεν μπορεί να διακριβωθεί καν η συγκροτητική διαφορά μεταξύ Λόγου και Μύθου.

Στην ουσία λοιπόν, για τους Μόντυ Πάιθον, η ιδέα ότι υπήρξε ποτέ μια νικηφόρος για τον Λόγο αναμέτρηση του Λόγου με τον μύθο είναι η ίδια μύθος, ένας μύθος που μας κληροδότησε ο Λόγος. Η συνάντηση στην γέφυρα δεν είναι η μάχη μέχρι θανάτου μεταξύ του ενός και του άλλου, του Έλληνα και του Αιγύπτιου, αλλά η αυτοεξαλειπτική συνάντηση του καθένα από τους δύο με το αποξενωμένο κομμάτι του εαυτού του, με το ασυνείδητό του. Λόγος: το όνειρο του μύθου ότι είναι κάτι άλλο από μύθος. Μύθος: το όνειρο του Λόγου δια μέσω του οποίου γεννιέται --επισφαλώς-- ως Λόγος.

Είμαστε όμως αρκετά λακανιστές; Όχι πριν ρωτήσουμε τι πρέπει να συνάγουμε για τον νικητή της αναμέτρησης, τον Αρθούρο ως νέο, μεταμοντέρνο (μεταμοντερνισμός: η τραγωδία ως κωμωδία) Οιδίποδα. Είναι ο παϊθονικός Αρθούρος ένας αποδομιστής πριν την αποδόμηση, ένας τετραπέρατος αφελής σωκρατικού τύπου; Ίσως, αλλά ο Αρθούρος είναι επίσης ένας επικίνδυνος σχιζοφρενής που στο τέλος της ταινίας μπουζουριάζεται με συνοπτικές διαδικασίες για το φρενοκομείο, μαζί με όλη του την παρέα. Είναι δηλαδή το κατεξοχήν παράδειγμα της τρέλας της λογικής, του ανθρώπου που δεν αντέχει το τίμημα του "γνώθι σεαυτόν" ως συνοπτικής διατύπωσης του "γνώριζε πως το μυστήριο που είσαι για τον άλλο είναι επίσης το μυστήριο που είσαι για τον εαυτό σου". Είναι, εν ολίγοις, άλλος ένας Οιδίποδας, άλλη μία Σφίγγα, άλλος ένας Αιγύπτιος, άλλος ένας Έλληνας. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει έξω: η τρέλα των ελεεϊνών ιπποτών ήταν πάντα μαζί μας, και θα ήταν τρέλα να νομίζουμε ότι έξω από τις επικίνδυνες παραισθήσεις τους μας περιμένει ήρεμος, χαμογελαστός, και ντυμένος σε καταπραϋντικά λευκά ο κόσμος της λογικής.