Wednesday, October 6, 2010

13/12/2009-14/12/2009-Για την πρόζα της αντιεξέγερσης

Όταν ένας χωρικός εξεγειρόταν, σε οποιοδήποτε χώρο και χρόνο κάτω από βρετανική αποικιακή κυραρχία, το έκανε παραβιάζοντας αναπόφευκτα και ανοιχτά μια σειρά από κώδικες οι οποίοι όριζαν την ίδια του την ύπαρξη ως μέλους αυτής της αποικιακής και ακόμα ημιφεουδαλικής κοινωνίας. Γιατί η υποτέλειά του υλοποιούνταν από την δομή της ιδιοκτησίας, θεσμοποιούταν απ' τον νόμο, νομιμοποιούταν από τη θρησκεία και γινόταν ανεκτή--κι ακόμη και επιθυμητή--από την παράδοση. Το να εξεγείρεται σήμαινε πράγματι το να καταστρέφει πολλά από τα οικεία εκείνα σημεία τα οποία είχε μάθει να διαβάζει και να χειρίζεται ώστε να μπορεί αντλήσει ένα νόημα από τον σκληρό κόσμο γύρω του και να ζήσει σε αυτόν. Το ρίσκο που ενείχε η ανατροπή των πραγμάτων κάτω από τέτοιες συνθήκες ήταν τόσο μεγάλο που δεν μπορούσε να εμπλακεί κανείς σε ένα τέτοιο εγχείρημα σε κατάσταση αφηρημάδας.
Δεν υπάρχει τίποτε στις πρωταρχικές πηγές που να υπονοεί κάτι διαφορετικό. Οι πηγές διαψεύδουν τον μύθο, ο οποίος αναπαράγεται τόσο συχνά από απρόσεκτα και ιμπρεσιονιστικά κείμενα πάνω στο θέμα, ότι οι εξεγέρσεις των χωρικών ήταν ξεκάθαρα αυθόρμητες και χωρίς πρόθεση υποθέσεις. Η αλήθεια είναι μάλλον η αντίθετη.
[...]
Κι όμως αυτή η ενσυνειδητότητα δεν έχει τύχει προσοχής στα κείμενα πάνω στο θέμα. Η ιστοριογραφία ικανοποιείται με το να βλέπει τον χωρικό απλώς ως εμπειρικό άτομο ή ως μέλος μιας τάξης, αλλά όχι ως μια οντότητα της οποίας η θέληση και η λογική συναπετέλεσαν την πράξη που ονομάζεται εξέγερση. Η παράλειψη χρωματίζει τις περισσότερες αφηγήσεις με μεταφορές που συνδέουν τις εξεγέρσεις χωρικών με φυσικά φαινόμενα: ξεσπούν σαν καταιγίδες, κάνουν το έδαφος να τρέμει σαν σεισμοί, απλώνονται σαν πυρκαγιές, μολύνουν σαν επιδημίες. Με άλλα λόγια, όταν γυρίζει ο παροιμιώδης σβώλος χώματος, πρόκειται για θέμα που μπορεί να εξηγηθεί με όρους φυσικής ιστορίας. Ακόμη και όταν η ιστοριογραφία αυτή ωθείται στο σημείο να παράξει μια εξήγηση με λίγο πιο ανθρώπινους όρους, το κάνει προϋποθέτωντας την ταυτότητα φύσης και κουλτούρας--ορόσημο, υποτίθεται, ενός χαμηλού πολιτισμού, και πράγματος που δειγματίζεται σε αυτά τα "περιοδικά ξεσπάσματα βίας και ανομίας στα οποία είναι επιρρεπείς όλες οι άγριες φυλές", όπως το έθεσε ο πρώτος ιστορικός της εξέγερσης στο Chuar. Εναλλακτικά, η εξήγηση αναζητείται στην απαρίθμηση αιτιών--ας πούμε, παραγόντων οικονομικής και πολιτικής στέρησης οι οποίοι δεν σχετίζονται καθόλου με την συνείδηση των χωρικών, ή σχετίζονται αρνητικά--οι οποίες πυροδοτούν την εξέγερση ως ανακλαστική αντίδραση, δηλαδή, ως ενστικτώδη και απερίσκεπτη αντίδραση στο υλικό πάσχειν του ενός ή του άλλου είδους (π.χ πείνα, βασανισμοί, εξαναγκασμένη εργασία, κλπ), ή ως μια παθητική αντίδραση σε κάποια πρωτοβουλία του κυρίαρχου εχθρού του υποτελούς. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η εξέγερση θεωρείται ως εξωγενής προς την συνείδηση του χωρικού και η Αιτία λειτουργεί ως φαντασματικό υποκατάστατο του Λόγου, της λογικής αυτής της συνείδησης.
[...]
Η ανοιχτά επιθετική και αγωνιώδης πρόζα της αντιεξέγερσης γεννήθηκε από τις ανησυχίες των πρώιμων αποικιακών ημερών και έφτασε να υιοθετήσει σε αυτό το είδος ιστορικής γραφής το στιβαρό αλλά καλοπροαίρετο, αυταρχικό αλλά γεμάτο κατανόηση ιδίωμα ενός ώριμου και γεμάτου αυτοπεποίθηση ιμπεριαλισμού.
Ranajit Guha, "The Prose of Counter-Insurgency", Subaltern Studies ΙΙ (Μελέτες για τους υποτελείς ΙΙ), 1983.

Προκαταρκτικά αξιώματα

Τα παρακάτω αποτελούν αξιωματικές παραδοχές, δηλαδή παραδοχές τις οποίες ο γράφων θα θεωρήσει ως αυταπόδεικτες και στην βάση των οποίων στηρίζεται το οικοδόμημα της ανάλυσης που ακολουθεί. Σε ό,τι αφορά τις θέσεις 3-6, θεωρώ αρκετά προφανή την μεθοδολογική επιρροή της γκραμσικά-φουκωικά διαμορφωμένης σχολής της μελέτης της υποτέλειας (subalternity) και του πρωτοστάτη της, Ranajit Guha, όσο και της ανταγωνιστικής θεώρησης του πολιτικού που περνά από τον Lacan και οδηγεί στους Laclau-Mouffe και Zizek, Badiou. Ούτε βέβαια οι θέσεις 1 και 2 κομίζουν γλαύκα εις Αθήνας, καθώς αποτελούν την άλφα-βήτα της επιστημολογικής αναστοχαστικότητας στις επιστήμες του ανθρώπου.

1. Η επιστημονική προσέγγιση στα πολιτικά, κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα δεν μπορεί να έχει ως στόχο ούτε την καταδίκη τους ούτε την εξύμνησή τους αλλά την κατανόησή τους.

2. Ως ιστορικό, πολιτικά και κοινωνικά ενταγμένο υποκείμενο, ο/η επιστήμονας που ενσκύπτει σε ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα έχει ωστόσο ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Οφειλή του/της είναι η μέγιστη εφικτή αναστοχαστικότητα για τους τρόπους με τους οποίους τα όποια ερευνητικά εργαλεία, μέθοδοι και ερμηνευτικά πλαίσια συγκοινωνούν ήδη με αυτό που καλούνται να αναλύσουν.

3. Το φαινόμενο μιας εξέγερσης είναι τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά διχαστικό. Με άλλα λόγια, δημιουργεί ένα ρήγμα στο κοινωνικό σύνολο δια του οποίου μια μερίδα του συνόλου έρχεται αντιμέτωπη με μια άλλη. Αλλά και ένα ρήγμα, λιγότερο εμφανές, στις επί μέρους μονάδες των συνόλων. Το ρήγμα αυτό έχει την φύση της "μεταμέλειας", του φόβου ότι τα πράγματα ξέφυγαν από τον έλλογο έλεγχο, του πανικού μπροστά στο άγνωστο που μπορεί να επισυμβεί σε ένα χρονικό σημείο σε συμμετέχοντες στην εξέγερση και αυτό της συμπάθειας, των δεύτερων σκέψεων, των ιδεολογικών ανασφαλειών που μπορεί να ανακύψουν σε όσους αποστασιοποιήθηκαν αρχικά από αυτή. Το τοπίο που δημιουργείται μέσω της αλληλεπίδρασης εξωτερικών και εσωτερικών ρηγμάτων στον απόηχο μιας εξέγερσης και των τραυμάτων που αυτή αφήνει είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και δύσκολο να αναλυθεί. Οι συσχετισμοί, για παράδειγμα, πεπεισμένων υπέρμαχων της τάξης και μεταμελημένων συμμετεχόντων στην αμφισβήτησή της, και αντιστρόφως, αμετάπειστων εξεγερμένων και εκ των υστέρων συμπαθούντων, είναι αρκετά ευάλωτοι στη χρονική στιγμή κατά την οποία αναλύεται το φαινόμενο.

4. Ως συλλογική πράξη, μια εξέγερση δεν αποτελεί ποτέ απλά ανακλαστική αντίδραση σε συνθήκες. Είναι επίσης ανεξάλειπτα κάτι που επισυμβαίνει στην συνείδηση πριν λάβει χώρα στην πραγματικότητα. Η μελέτη της συνείδησης που νομιμοποιεί την εξέγερση στο μυαλό του εξεγερθέντος είναι όμως εξαιρετικά δύσκολη, καθώς δεν βρίσκει παρά τεθλασμένη και συχνά αντιφατική έκφραση (συχνότατα, εκτός οποιουδήποτε γραπτού αρχείου). Επιπρόσθετα, η συνειδητότητα μιας εξεγερσιακής πράξης, η λογική της, δεν μπορεί να αναχθεί σε όρους  λογικής του τύπου 1+1=2. Η εξέγερση αποτελεί υποκειμενική επίλυση μιας βιωμένης αντίφασης που όμως παράγει τις δικές της, δευτερογενείς αντιφάσεις.

5. Ο λόγος της αντιεξέγερσης, ο λόγος δηλαδή που επιχειρεί είτε να αρνηθεί την ιστορική σημασία μιας εξέγερσης, είτε να την αποκηρύξει ηθικά, είτε να απαρνηθεί την πολιτική της φύση ως πράξη, είναι λόγος με άμεσα πολιτικά διακυβεύματα και ως τέτοιος οφείλει να αντιμετωπίζεται. Όπως δεν υπάρχει πολιτικά "αθώος" εξεγερσιακός λόγος, δεν υπάρχει πολιτικά "αθώος" αντιεξεγερσιακός λόγος. Η εξέγερση δημιουργεί ένα ρήγμα που δεν επιδέχεται "μέσες λύσεις" ή συμβιβασμούς: ανήκει κανείς είτε στην μία είτε στην άλλη πλευρά, σε διαφορετικούς βέβαια βαθμούς, και όχι απαραίτητα με αμοιβαία αποκλειστικότητα σε ό,τι αφορά τον κατά συνθήκη χώρο του ανήκειν. Δεν υπάρχει όμως, εξ ορισμού, "ουδέτερος", μη ιδεολογικά φορτισμένος χώρος από τον οποίο να είναι εφικτό να μιλήσει κανείς. Κάθε πρόταση για την εξέγερση εντάσσεται αυτόματα σε έναν πεπερασμένων διαστάσεων ιδεολογικο-πολιτικό χάρτη.

6. Η επιθυμία για αδιάφορη ουδετερότητα σε ότι αφορά τον λόγο για ένα φαινόμενο με τις υποκειμενικές πολυπλοκότητες και συνειδησιακές αντιφατικότητες που ενέχονται σε μια εξέγερση δεν μπορεί παρά να είναι επιθυμία να "τελειώνουμε" με την εξέγερση, να βρεθούμε πάλι σε ένα αρραγές όλον όπου οι προτάσεις μπορούν να επαναδιεκδικήσουν ανενόχλητες τις δάφνες της νηφάλιας αντικειμενικότητας. Είναι δηλαδή εκ φύσεως αντιεξεγερσιακή και πρέπει να εκλαμβάνεται ως τέτοια από το ίδιο το υποκείμενο που την αρθρώνει.


Ποια "εξέγερση"; Ορολογικές επιπλοκές

Η ορολογική παλέτα που καλύπτει το φάσμα των εκδηλώσεων συλλογικής συγκρουσιακότητας είναι ευρεία και συνδηλωτικά χρωματισμένη ταυτόχρονα.

Στο αγγλικό λεξιλόγιο συναντούμε μια πληθώρα δυνητικών συνωνύμων του ελληνικού "εξέγερση"· μεταξύ άλλων, τους όρους insurrection, rebellion, revolt, insurgency, riot. Ας ξεκινήσουμε από τον τελευταίο, μια και είναι αυτός που επιλέχθηκε για να περιγράψει τα τεκταινόμενα στην Αθήνα και την υπόλοιπη αστική κυρίως Ελλάδα κατά την περίοδο που άρχισε στις 6 Δεκέμβρη και διήρκεσε για περισσότερες από τρεις εβδομάδες.

Ο όρος riot δηλώνει αφενός το ξέσπασμα βίαιων αντιδράσεων από μια μεγάλη μερίδα ατόμων και αφετέρου την οργιαστική, καρναβαλική έκρηξη (ενός βακχισμού του οποίου οι οιονεί πολιτικές διαστάσεις εντοπίζονται ήδη στα ρωμαϊκά saturnalia). Σημασιολογικά, ο όρος 'riot' οριοθετεί συνεπώς μια δράση με αντιφατικά και συγκεχυμένα κίνητρα, καθώς και μια διάρρηξη της κοινωνικής κανονικότητας που είναι (εξ ορισμού) περιορισμένη σε διάρκεια και δεν οδηγεί σε νέα έννομη τάξη πραγμάτων. Ο όρος συνδηλώνει επίσης τον "αυθόρμητο"/"μη διαμεσολαβημένο" και τον "οχλοκρατικό" χαρακτήρα της όποιας δράσης. Επιπρόσθετα, δεν περιορίζεται ιστοριογραφικά στις βίαιες ενέργειες υποτελών κοινωνικών ομάδων, αλλά περιλαμβάνει και τις ενέργειες βίας εναντίον ασθενέστερων, ταξικά ή αριθμητικά, ομάδων. Κινητήρια δύναμη στο "riot" είναι το ανώνυμο πλήθος· δεν υπάρχουν ηγέτες και προγραμματικά στοιχεία και δεν μπορούν πάντα να ταυτοποιηθούν υποκινητές. Η βία είναι τυφλή, απρόβλεπτη, και χωρίς ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους. Περιλαμβάνει τη λεηλασία και τις παράπλευρες εκδηλώσεις παραβατικότητας (βιασμούς, ληστείες, εμπρησμούς κλπ).

Στην ιστοριογραφία ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως σε ό,τι αφορά α) εξεγέρσεις που προκαλούνται από την έλλειψη τροφίμων ή τις ακριβές τιμές (food riots/price riots), κυρίως στην φεουδαλική κοινωνία, αν και υπάρχουν παραδείγματα τέτοιου είδους "riots" ως τον 19ο αιώνα β) φυλετικά επικαθορισμένες εξεγέρσεις (race riots, όπως αυτές στην συνοικία Watts του Los Angeles και τα Rodney King riots του 1992 στην ίδια πόλη, ή το Brixton riot στο Λονδίνο το 1981) γ) θρησκευτικές συμπλοκές και σφαγές (religious riots), όπως οι περιοδικές συγκρούσεις Μουσυλμάνων και Ινδουϊστών στην Ινδία, με αφορμή κυρίως την πρόσβαση ή κοινοτική ιδιοκτησία ιερών χώρων και ναών.

Όπως είναι προφανές, απουσιάζει χαρακτηριστικά στις περιπτώσεις χρήσης του όρου η έμφαση στην καθαρά ταξική διαστρωμάτωση: ο όρος είναι ιδιαίτερα σπάνιος στην μαρξική ιστοριογραφία, μια και αφορά φαινόμενα τα οποία με τον ένα ή άλλο τρόπο είναι "περιφερειακά" για την πάλη των τάξεων (θρησκεία, φυλή και εθνικότητα, σχέσεις αρχόντων-αρχομένων σε προνεωτερικές κοινωνίες) και τα οποία δεν έχουν τον πειθαρχημένο χαρακτήρα του συνδικαλιστικού-ταξικού αγώνα (απεργία, γενική απεργία, επανάσταση). Όπως είναι επίσης προφανές, η χρήση του όρου αξιολογεί εξ αρχής αυτό το οποίο υποτίθεται ότι απλώς περιγράφει. Ακριβολογώντας, θα πρέπει να πούμε ότι η διαπίστωση ότι τα λεγόμενα griots δεν είχαν σαφείς πολιτικούς προσανατολισμούς ή περιελάμβαναν πολιτικά συγκεχυμένες εκδηλώσεις βίας είναι ήδη πλεοναστική, μια και αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά δηλώνει από μόνη της η επιλογή του όρου.

Ο όρος insurrection, επίσης μεταφράσιμος ως "εξέγερση", είναι σαφώς πολιτικότερος σε ό,τι αφορά τις συνδηλώσεις του. Οι ρίζες του είναι ιστορικά βαθύτερες, μια και προέρχεται από το λατινικό insurrectio. Ο όρος δηλώνει "την πράξη ή περίπτωση της εξέγερσης ενάντια σε μια κυβέρνηση ή ενάντια στις πολιτικές αρχές." Η μη χρήση του στις αγγλόφωνες περιγραφές του Δεκέμβρη δηλώνει συνεπώς ότι η εξέγερση δεν έγινε αντιληπτή ως πολιτική πράξη με στόχο την αμφισβήτηση της εξουσίας των πολιτικών αρχών της χώρας, ούτε ως λαϊκή εξέγερση κατά της συγκεκριμένης κυβέρνησης Καραμανλή (όπως έγινε, λίγους μήνες αργότερα, αντιληπτή η εξέγερση στο Ιράν, η οποία ερμηνεύτηκε καθολικά σχεδόν ως λαϊκή εξέγερση εναντίον του καθεστώτος Αχμεντινατζάντ).

Ο όρος insurgency ορίζεται από το λεξικό Websters ως "μια κατάσταση εξέγερσης ενάντια σε μια κυβέρνηση η οποία είναι λιγότερο από οργανωμένη επανάσταση, και η οποία δεν αναγνωρίζεται ως εχθροπραξία." Σε αντίθεση με τον όρο rebellion, ο οποίος υπονοεί την νομική αναγνώριση κατάστασης εχθροπραξιών, ο όρος insurgency καταδεικνύει την έλλειψη αναγνώρισης της νομιμότητας της εξέγερσης (σύμφωνα πάντα με τους κατεστημένους νόμους ενός κράτους), και ανήκει συνήθως στο φρασεολογικό οπλοστάσιο της κρατικής καταστολής. Γίνεται προφανές το γιατί είναι ο όρος insurgency και όχι κάποιος άλλος που επιλέχθηκε ως συστατικός της πολιτικής της "αντιεξέγερσης" (counterinsurgency), πολιτικής της οποίας η διασημότερη ιστορική ενσάρκωση είναι η υπηρεσία του FBI COINTELPRO (Counter Intelligence Program), η οποία ανέλαβε, από το 1956 ως το 1971, το εκ των έσω σαμποτάζ κινημάτων και οργανισμών που θεωρήθηκαν ανατρεπτικοί (κομμουνιστικοί και σοσιαλιστικοί οργανισμοί, φεμινιστικοί οργανισμοί, το μη βίαιο κίνημα για τα κοινωνικά δικαιώματα των μαύρων, το μέτωπο κόντρα στον πόλεμο του Βιετνάμ, κλπ.). Η στρατηγική χρήση, από την άλλη, του πληθυσμού των Hmong στο Βιετνάμ και των Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, αποτελούν διάσημα παραδείγματα διεθνούς εφαρμογής δογμάτων counterinsurgency. Ο όρος είναι συνεπώς βαθιά χρωματισμένος από την κουλτούρα του Ψυχρού Πολέμου και την κατασταλτική/προληπτική δράση μυστικών υπηρεσιών και έχει μικρή απήχηση σε μη κρατικιστικούς και κατασταλτικούς κύκλους.

Τέλος, οι όροι revolt και rebellion αντιμετωπίζονται ως σχεδόν συνώνυμοι, μια και αμφότεροι δηλώνουν την οργανωμένη εξέγερση εναντίον ενός πολιτικού συστήματος ή μιας κυβέρνησης που δεν προχωρά στο στάδιο της ολικής ρήξης αλλά περιορίζεται στην διαμαρτυρία για επιμέρους συνθήκες καταπίεσης, αδικίας, ή καταστολής. Η διαφορά τους εντοπίζεται κυρίως στην σημασιολογική εγγύτητα του όρου 'revolt' στην έννοια της σπασμωδικής, αυθόρμητης, βραχύβιας πολιτικής εξέγερσης (χρησιμοποιείται δε κατά κόρον για φοιτητικές εξεγέρσεις όπως του ελληνικού Πολυτεχνείου). Σε αντίθεση, ο όρος 'rebellion' είναι πιο σημασιολογικά ουδέτερος--ο πιο ουδέτερος σημασιολογικά από όλους όσους παρατέθηκαν πιο πάνω--και δεν εξυπακούει το βραχύβιο ή σπασμωδικό της εξέγερσης, ενώ δεν αποκλείει και την μετάφρασή της σε σύγκρουση μεταξύ λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένων στρατευμάτων, κάτι τι οποίο δεν εξυπακούει ο όρος "revolt."

Τοποθετημένοι στο φάσμα από το λιγότερο προς το περισσότερο "πολιτικό" οι όροι τους οποίους συζήτησα θα είχαν την εξής διάταξη: riot, revolt, insurrection, rebellion (με τον όρο "insurgency" να εξαιρείται λόγω σημασιολογικής ετερογένειας).

Τοποθετημένοι στο φάσμα από το λιγότερο προς το περισσότερο ιδεολογικά φορτισμένο από τη θέση του γλωσσικού χρήστη, η διάταξη θα είχε ως εξής: rebellion, insurrection, revolt, riot, insurgency.

Η απόδοση όλου αυτού του εξαιρετικά πολύπλοκου και πολυσήμαντου φάσματος αξιολογικών, ιδεολογικών, ιστορικών και πολιτικών κρίσεων για την φύση της σύγκρουσης με την έννομη τάξη με τον όρο "εξέγερση" είναι προφανές ότι δεν απλοποιεί την κατάσταση. Απλά αποκρύπτει τις πολύ διαφορετικές διαστάσεις που μπορεί να λάβει ο όρος σε διαφορετικές πρακτικές λόγου και μας δείχνει ότι η ορολογική συναίνεση δεν εξυπακούει με κανένα τρόπο και αντίστοιχη ιδεολογική/σημασιολογική συμφωνία. Είναι προφανές ότι η λέξη "εξέγερση" σημαίνει ήδη πολύ διαφορετικά πράγματα για τον λόγο των υπερμάχων της, των επικριτών της, των συμπαθούντων, των μεταμελημένων, ή των αμφίθυμων και αναποφάσιστων. Και αυτό σημαίνει ότι είναι αδύνατη η επιστημονική συζήτηση του Δεκέμβρη χωρίς την διασαφήνιση των σιωπηλών συγκρούσεων που διεξάγονται ήδη μέσα στο πεδίο των συγκειμένων και συμφραζομένων στα οποία επιλέγει να εντάξει την "εξέγερση" η μία ή η άλλη πλευρά. Στο επόμενο τμήμα, θα ασχοληθώ με τις βασικές παραμέτρους και εκδοχές του λόγου της αντιεξέγερσης όπως εκφράστηκε στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.


Παράμετροι και προϋποθέσεις της πρόζας της αντιεξέγερσης

Οι βασικές επιχειρηματολογικές παράμετροι του λόγου της αντιεξέγερσης, ο οποίος εκπορεύτηκε από κρατικούς εκπροσώπους και δημόσιους διανοουμένους από νωρίς αλλά δείχνει σημάδια σταθερής επίρρωσης με την πάροδο του χρόνου, είναι οι εξής;

α) Η εξέγερση δεν υπήρξε.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η οποία φαίνεται να συσσωρεύει αυτοπεποίθηση όσο απομακρύνεται ο χρονικός ορίζοντας των συμβάντων, δεν στοιχειοθετείται καν η ύπαρξη εξέγερσης. Αμφισβητείται i) ο βαθμός μαζικότητας των κινητοποιήσεων και συγκρούσεων ή ii) η υπαρξιακή "αυθεντικότητα" και το "πηγαίο"/"αυθόρμητο" των ενεργειών. Σε ό,τι αφορά το πρώτο, η μαζικότητα της συμμετοχής, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες μέρες, ερμηνεύεται ως φαντασίωση που προήλθε από υπερβολές των ΜΜΕ ή σατιρίζεται ως ευσεβής πόθος απομονωμένων από την πραγματικότητα αριστεριστών. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο, η τάση είναι να κατασκευάζεται έμμεσα μια φαντασματικά συναινετική έννοια του τι είναι "πραγματική" εξέγερση (η οποία βέβαια δεν ορίζεται παρά συναισθηματικά και ιμπρεσιονιστικά από την "κοινή γνώμη") ή/και ένας αυθαίρετος αλλά ισχυρογνώμων συσχετισμός της "αυθεντικότητας" με τον "αθώο αυθορμητισμό" (βλ. "Η ιδεολογία του αυθορμητισμού"), ο οποίος, κόντρα σε κάθε κοινωνιολογικά φερέγγυα έρευνα για την φύση της δυναμικής των λαϊκών κινημάτων, προϋποθέτει την απόλυτη αντίστιξη ανάμεσα σε "αυθόρμητο" και "οργανωμένο" (οδηγώντας, αναπόφευκτα, στην συνομωσιολογία). Εναλλακτικά, σε ένα τρίτο, πιο φαινομενικά "ουδέτερο" σενάριο, η ρεβιζιονιστική ματιά αναλαμβάνει να αποσυνθέσει το σύνολο των γεγονότων που εξελίχθηκαν μέχρι και τις πρώτες εβδομάδες του Γενάρη σε σκόρπιες λεπτομέρειες και να "ανακαλύψει" αναδρομικά ότι δεν συντίθεται καμμία απολύτως εικόνα άξια του όρου "εξέγερση."

Στις τρεις αυτές βασικές εκδοχές της, η θέση "δεν υπήρξε Δεκέμβρης" αποτελεί, όπως πολύ σωστά έδειξε το Black Cat, Red Cat, το ελληνικό αντίστοιχο στην φροϋδική θέση "δεν δανείστηκα καν το τσουκάλι", την πρώτη δηλαδή μορφή απάρνησης (disavowal) του γεγονότος (βλ. Zizek, Iraq: The Borrowed Kettle). Σε ό,τι πάντως αφορά την έλλειψη "επαρκούς" μαζικότητας, καλό είναι να ενθυμούμαστε ότι είναι αμφίβολο αν η Γαλλική επανάσταση του 1789 ή η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 ξεπέρασαν σε συμμετοχή το 1% του πληθυσμού των αντίστοιχων χωρών (βλ. Kurzman, The Unthinkable Revolution in Iran). Τα ίδια τα υπόρρητα κριτήρια "μαζικότητας" παραμένουν ασαφή, βασισμένα σε μια μάλλον ιμπρεσιονιστική και πληθωριστική αντίληψη του τι συνιστά "κρίσιμη μάζα" σε ό,τι αφορά μια εξέγερση (είτε τύπου "riot" είτε τύπου "revolt", τουλάχιστον).

β) Η εξέγερση υπήρξε, αλλά ως απλή σύρραξη. Δεν αποτελεί άξιο λόγου πολιτικό συμβάν.
Πρόκειται για την δεύτερη εκδοχή απάρνησης, η οποία αντιστοιχεί στο φροϋδικό "σου επέστρεψα το τσουκάλι σε καλή κατάσταση" (δηλαδή, αποδέχομαι μεν ότι το δανείστηκα, αλλά αρνούμαι ότι προέκυψε πρόβλημα φθοράς του). Η πανθομολογούμενη απουσία πολιτικής συνέχειας των γεγονότων του Δεκέμβρη χρησιμοποιείται εδώ ως αναδρομική και εκ των υστέρων προβεβλημένη απόδειξη της ασημαντότητάς του. Το γεγονός ότι η χώρα επέστρεψε σε ομαλές κοινοβουλευτικές εκλογές με αναμενόμενο νικητή, για παράδειγμα, αποδεικνύει την ανυπαρξία πολιτικών διακυβευμάτων. Πρόκειται για μια ερμηνεία με σαφώς μεγαλύτερα ερείσματα από την πρώτη, αλλά όχι για αυτό τον λόγο "αντικειμενική" ή "απο-ιδεολογικοποιημένη." Κατ' αρχάς, γιατί δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για το αν όσοι ενεπλάκησαν άμεσα ή ως αλληλλέγυοι με την εξέγερση του Δεκέμβρη ενσωματώθηκαν στην εκλογική διαδικασία στις πρόσφατες εκλογές και σε ποιο βαθμό. Ως εκ τούτου, δεν γνωρίζουμε σε τι ποσοστό η θέση "επιστροφή στην κοινοβουλευτική νόρμα" αφορά τους άμεσα συμμετέχοντες ή συμπαθούντες. Δεύτερον, η θέση περί μη συνέχειας αγνοεί το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εξεγέρσεων απέτυχε να αφήσει άμεση πολιτική παρακαταθήκη, χωρίς αυτό να την εξαιρεί αυτόματα από την συμβολική ή και οργανωτική σημασία για κατοπινά συμβάντα. Ας θυμηθούμε ότι η επαναστατική αναταραχή του 1848 που ενέπνευσε το κομμουνιστικό μανιφέστο υπήρξε παροιμιωδώς βραχύβια και εξαφανίστηκε σχεδόν όσο ξαφνικά προέκυψε, ή ότι η εξέγερση της παρισινής Κομμούνας ακολουθήθηκε από πενταετή στρατιωτικό νόμο και σήμανε, ουσιαστικά, το τέλος της κομμουνιστικής εξέγερσης στη Γαλλία (με εν μέρει μόνο εξαίρεση ορισμένες από τις διαστάσεις του Μάη του 68). Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι ο Δεκέμβρης του 2008 αποτελεί πολιτικά βαρύνον μέγεθος· αυτό είναι ακόμα νωρίς να κριθεί. Σημαίνει απλά ότι συχνά, οι όποιες απώτερες πολιτικές απηχήσεις μιας εξέγερσης δεν εμφανίζονται όποτε και όπως τις περιμένουμε.

γ) Η εξέγερση υπήρξε, αλλά ήταν έκνομη και ηθικά αποτρόπαια και ως εκ τούτου πρέπει να μην ξαναϋπάρξει.
Το αντίστοιχο του φροϋδικού "μου δάνεισες μεν το τσουκάλι, αλλά ήταν ήδη σπασμένο". Εδώ δίνεται ασύμμετρη έμφαση στο φαινομενικά αυταπόδεικτο, δηλαδή στο ότι τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 σημαδεύτηκαν από την χρήση βίας (αυτό την στιγμή που όλες οι μορφές εξέγερσης--riot, revolt, rebellion, insurrection--εμπεριέχουν εξ ορισμού την άσκηση άτακτης και σε ορισμένες περιπτώσεις χαωτικής βίας). Η εμμονή στο θεωρητικά αυτονόητο δηλώνει, όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, την άρνηση αποδοχής της φύσης αυτού το οποίο ταυτόχρονα γίνεται φαινομενικά αποδεκτό (το αντίστοιχο σε λογική συνοχή θα ήταν η πρόταση "είμαι εναντίον των τσιγάρων εκείνων που προκαλούν καρκίνο"). Η ιστορική ανάλυση αντικαθίσταται συνεπώς από την ηθική αποκύρηξη, ωσάν να ήταν πολλές οι μορφές εξέγερσης που δεν ενσωματώνουν είτε την μονόδρομη είτε την αμφίδρομη άσκηση βίας, και ωσάν το άξιο στοχασμού για αυτές να εξαντλείται στην ηθική κρίση (η οποία με την σειρά της εκφυλίζεται στις διαθέσεις του προσωπικού γούστου: "μου άρεσε/δε μου άρεσε"). Η "υπεύθυνη" θέση που μια σειρά από δημόσιους διανοουμένους νιώθει όλο και πιο αναγκασμένη να πάρει είναι: "Ο Δεκέμβρης υπήρξε μεν, αλλά μέλημά μας ως διανοουμένων/ηθικών/εχεφρόνων πολιτών είναι να μην ξαναϋπάρξει ποτέ. Αν θέλετε να επαναστήσετε κάντε το με τον Χ ή Ψ τρόπο" (η εξέγερση που οφείλει να ακολουθεί άνωθεν οδηγίες σε ό,τι αφορά είναι το απόλυτο οξύμωρο της αντιεξεγερσιακής φαντασίωσης). Η όποια προσπάθεια διαφοροποίησης από τέτοιου είδους υπεκφυγές για την ταμπακιέρα του τι και γιατί έγινε ερμηνεύεται ως αήθης συμπαράταξη με όσους επιθυμούν να επαναλάβουν τα εγκλήματα ή έστω ατοπήματα του παρελθόντος, και η συζήτηση ολισθαίνει στα συνήθη ευχολόγια την ίδια στιγμή που εκστρατεύονται, μάλλον αντιφατικά, "ανθρωπολογικές" διαπιστώσεις για την ροπή των Ελλήνων σε επαναλαμβανόμενες εκρήξεις βίας.

Η ίδια η εσωτερική αντιφατικότητα που καταγράφει ο Φρόυντ για τα επιχειρήματα περί "σπασμένου τσουκαλιού", ή μάλλον ακριβέστερα, η ίδια η σπουδή να απαρνηθεί κανείς με κάθε δυνατό τρόπο το ενδεχόμενο να συνέβει κάτι στο "τσουκάλι" όσο αυτό ήταν στα χέρια του, υποδηλώνει βέβαια μια υποφώσκουσα δυσχέρεια με τη διαχείριση του γεγονότος. Είναι ένας από τους κοινούς τόπους της ψυχανάλυσης ότι η υπερβολική προθυμία παροχής άλλοθι για κάτι καταλήγει να εδραιώνει αυτό που απαρνείται (σε ό,τι αφορά τα δικά μας συμφραζόμενα: γιατί τέτοια συντεταγμένη προσπάθεια απαξίωσης του υποτιθέμενα ήδη ασήμαντου, γιατί τέτοια εμμονή να πεισθούν όλοι και όχι απλώς οι γράφοντες ότι το ανύπαρκτο είναι όντως ανύπαρκτο;) Ανεξάρτητα του αν αποδέχεται ή όχι κάποιος την συνάφεια της ψυχαναλυτικής μεθόδου για το θέμα, οφείλει να παραδεχτεί ότι η ρητορική απάρνησης του συμβάντος της εξέγερσης εμπλέκει αμοιβαία αντιφατικά επιχειρηματολογικά σενάρια και ότι οι αντιφάσεις που διαφαίνονται στον δημόσιο λόγο της αντιεξέγερσης οφείλουν να αντιμετωπιστούν με την δέουσα προσοχή και σκεπτικισμό.

Είναι βέβαια απόλυτα κατανοητό και σεβαστό ότι τα συμβάντα του περυσινού Δεκέμβρη υπήρξαν τραυματικά για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, ακόμη και αυτό που σε πρώτο στάδιο συντάχθηκε με τους εξεγερθέντες. Είναι εξίσου κατανοητό ότι η χρονική απομάκρυνση από τα συμβάντα συνοδεύεται από ποικιλότροπες συμβολικές πρακτικές εκλογίκευσης, απάρνησης η εξορκισμού τους. Ο ιστορικός όμως, ο κοινωνιολόγος, ή ο πολιτικός επιστήμονας δεν είναι αυτόκλητοι ψυχοθεραπευτές κάποιας συλλογικότητας. Το δικό τους χρέος είναι να αναλύσουν τόσο τα ίδια τα γεγονότα όσο και αυτό που είναι σαφώς ευκολότερο να αναλυθεί, τους τρόπους με τους οποίους η ελληνική κοινωνία διαχειρίζεται την εικόνα της και με τους οποίους διαπραγματεύεται με το άμεσο ή μακρινότερο παρελθόν της.

Είναι επιπλέον σημαντικό να επισημανθεί ότι, παρά την τάση του να επικαλείται την νηφάλια και απομαγεμένη του απόσταση από τον ιρρασιοναλισμό των συμβάντων, ο αντιεξεγερσιακός λόγος δεν είναι άτρωτος στους δικούς του ιδεολογικούς ιρρασιοναλισμούς. Οι επικλήσεις της ανάγκης για "επιστημονικότητα" δεν είναι, σε τέτοιες περιπτώσεις, λιγότερο τελετουργικού χαρακτήρα από ό,τι αυτό με το οποίο κατηγορείται η λογική δράσης του "αντιπάλου": όχι όταν "επιστημονικότητα" σημαίνει απαίτηση για την λομπροζική συλλογή των κοινωνικών προφίλ των "παραβατών" (βλ. προσεχή συζήτηση κειμένων Σ.Ν Καλύβα)· ούτε όταν σημαίνει απλώς την αποκύρηξη, χωρίς σαφείς μεθοδολογικές βάσεις, της ιδέας ότι η βεβαιότητα ότι ζούμε σε μια λίγο-πολύ "παθητική", απο-ιδεολογικοποιημένη και υποταγμένη στους ρυθμούς της αστικής καθημερινότητας κοινωνία μπορεί να ήταν ήδη μία ακόμη ιδεολογική φαντασίωση.

Στην βάση του προβλήματος --και στην προθυμία με την οποία επιστρατεύονται κάθε λογής ad hoc επιχειρήματα για εξορκιστεί η ίδια η ιδέα ότι υπάρχει πρόβλημα-- βρίσκεται η αδυναμία διαμεσολάβησης ανάμεσα στην (όποια) ιδεολογική λογική του αναλυτή και την ιδεολογική λογική της ίδιας της εξέγερσης (και διαμεσολάβηση δεν σημαίνει ούτε ταύτιση και εγκόλπωση, ούτε απόρριψη και εξοβελισμός). Στην περίπτωση του εξεγερσιακού συναισθηματισμού, η αναλυτική λογική παραδίδεται αμαχητί και εκ των προτέρων στον υποτίθεται υπερβατικό χαρακτήρα της λογικής της εξέγερσης· στην περίπτωση του αντιεξεγερσιακού λόγου, ταυτίζει την λογική tout court με την λογική της έννομης τάξης, και εξοβελίζει την εξέγερση στη σφαίρα του φανταστικού, του παράλογου, ή του τερατώδους.

Η ειρωνεία δεν σταματάει σε αυτή την μορφή της σύγκλισης των αντιθέτων. Επεκτείνεται και στο γεγονός ότι στην ουσία, το ρήγμα στο τσουκάλι το οποίο επιχειρεί να εξορκίσει αναδρομικά ο αντιεξεγερσιακός λόγος επανεμφανίζεται ως σύμπτωμα της μνήμης της ίδιας της κοινωνίας για το τραυματικό συμβάν. Στην έρευνα της Public Issue για παράδειγμα, το 52% βλέπει τον Δεκέμβρη του 08 ως πραγματική εξέγερση ενώ το 45% αρνείται ότι αυτό ισχύει. To 51% θεωρεί ότι τα γενονότα αφορούσαν μια μικρή μειοψηφία, ενώ το 45% τα χαρακτηρίζει ως μαζικό φαινόμενο: με άλλα λόγια, το ρήγμα το οποίο ο αντιεξεγερσιακός λόγος αρνείται ότι υπήρξε (ή αν υπήρξε, πρέπει να αποκηρυχθεί ως συνέπεια της δράσης μιρκής μερίδας αλλόφρονων φανατικών) αναδιπλασιάζεται ως ρήγμα ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούν ότι υπήρξε ιστορικά και πολιτικά βαρύνον συμβάν και αυτούς που το αρνούνται (βλ. σχετικά την παλαιότερη ανάρτησή μου "Η ανέφικτη σύνθεση", καθώς και το Slavoj Zizek, The Parallax View).

Η σπουδή με την οποία η ερμηνευτική σκούπα της πρόζας της αντιεξέγερσης έρχεται να "τακτοποιήσει" την σύγχυση πρέπει συνεπώς να μας βάλει σε σκέψεις. Γιατί στην πραγματικότητα, αντί να "καθαρίζει" το τοπίο από αναλυτικά και ερμηνευτικά προβλήματα και αμφιθυμίες, το βιαστικό της σκούπισμα τείνει απλά να γεμίζει τον αέρα με την σκόνη τους. Χρειάζεται μια μεγαλύτερη ταπεινοφροσύνη για την επάρκεια αναλυτικών εργαλείων που είναι, όπως προσπάθησα να δείξω αναλυτικά στο τμήμα για τις επιπλοκές της ορολογίας, ήδη βουτηγμένα σε ιδεολογικές επιλογές και ασυμβατότητες προοπτικής. Στο επόμενο και τελευταίο τμήμα θα ασχοληθώ με το τι συμβαίνει όταν αυτού του είδους οι αναστοχαστικές αναστολές καταστέλλονται στο όνομα ενός υπερβατικά αυτονομιμοποιούμενου "ρεαλισμού." Θα επικεντρωθώ, πιο συγκεκριμένα, στην ανάγνωση τριών κειμένων του καθηγητή Σ.Ν. Καλύβα για την εξέγερση του Δεκέμβρη.


Αντιεξεγερσιακή πρόζα: Η "ακαδημαϊκή" εκδοχή

Στο τμήμα αυτό θα εξετάσω τρία από τα κείμενα τα οποία δημοσίευσε ο καθηγητής Στάθης Ν. Καλύβας για τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008: πιο συγκεκριμένα, τα "Why Athens is Burning", New York Times, Τρίτη, 11 Δεκέμβρη 2008· "Η 'εξέγερση του Δεκέμβρη' ως σύμπτωμα της 'κουλτούρας της Μεταπολίτευσης', Athens Review of Books, τεύχος 2, Δεκέμβρης 2009· "...και τι δεν ήταν", Το Βήμα, 6 Δεκέμβρη 2009. Τα κείμενα αυτά είναι βέβαια σύντομα και δεν έχουν ακαδημαϊκό χαρακτήρα (για αυτό και τα εισαγωγικά στον τίτλο). Τα συνοδεύει όμως νομιμοποιητικά το μεγάλο συμβολικό πρεστίζ του γράφοντος, του οποίου η πανεπιστημιακή καρριέρα στις Η.Π.Α είναι αδιαμφισβήτητα λαμπρή και πολυβραβευμένη. Επιπλέον, ο κύριος Καλύβας μπορεί, βάσει βιογραφικού, να χαρακτηριστεί ως ειδικός στο θέμα το οποίο πραγματεύεται: είναι διευθυντής του προγράμματος για την Τάξη, την Σύγκρουση και τη Βία στο Πανεπιστήμιο Yale και συγγραφέας πλειάδας άρθρων και βιβλίων με θέματα την πολιτική βία, τις ομάδες μη κρατικών insurgents (βλ. άνωθεν τμήμα για τις ορολογικές επιπλοκές) τον ελληνικό (καθώς και τον ισπανικό και βοσνιακό) εμφύλιο, καθώς και τον ελληνικό και διεθνή κομμουνισμό (το βιογραφικό του εδώ). Για το τελευταίο θέμα έχει επίσης αρθρογραφήσει στην εφημερίδα Βήμα· αν και το παρόν κείμενο δεν θα ασχοληθεί με όσα ισχυρίζεται εκεί, ο αναγνώστης είναι πιθανόν να βρει τις απόψεις του για ένα διαφορετικό από τα γεγονότα του Δεκέμβρη θέμα ενδιαφέρουσες.

Θα ξεκινήσω, αναγκαστικά αυθαίρετα, από τον τίτλο του κειμένου στo Athens Review of Books, και με το αξιοπρόσεκτο γεγονός ότι η φράση "εξέγερση του Δεκέμβρη" βρίσκεται σε αυτόν εντός εισαγωγικών. Τα εισαγωγικά αυτά είναι βέβαια ειρωνικά/αναιρετικά του περιεχομένου τους· μια και είναι αδύνατον το αντικείμενο της αναίρεσης να είναι η ονομασία του μήνα, είναι προφανές ότι η αναίρεση αφορά την λέξη "εξέγερση". Από τον τίτλο λοιπόν του κειμένου του, ο κύριος Καλύβας εκφράζει μια αμφιβολία για το αν η "εξέγερση" ήταν όντως, πραγματικά, άνευ εισαγωγικών, εξέγερση. Ο λόγος για την αμφιβολία αυτή εκφράζεται μέσα στο κείμενο ως εξής:
Δίχως τις εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας, οι κινητοποιήσεις δεν θα είχαν προκαλέσει ούτε το σοκ που προκάλεσαν στην ελληνική κοινωνία ούτε το αυξημένο ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ. Άλλωστε, δίχως τη βία, θα εξέλιπε και ο χαρακτηρισμός των γεγονότων ως εξέγερσης. Στο βαθμό, λοιπόν, που οι αναφορές στα «γεγονότα του Δεκεμβρίου» αφορούν ουσιαστικά την εκδήλωση της βίας, εκεί θα πρέπει να επικεντρωθεί και η ερμηνεία τους.
Το εδάφιο αυτό εισάγει δύο παραμέτρους, αμφότερες επικεντρωμένες στον βίαιο χαρακτήρα της εξέγερσης: πρώτον ότι χωρίς αυτόν, δεν θα είχε πετύχει διεθνή ορατότητα, και δεύτερον, ότι χωρίς αυτόν "θα εξέλιπε ο χαρακτηρισμός των γεγονότων ως εξέγερσης." Αρχικά, η δεύτερη πρόταση μοιάζει να δηλώνει το απόλυτα προφανές: οι εξεγέρσεις είναι βίαιες, άρα άνευ βίας δεν θα είχαμε κάτι που να μπορεί να χαρακτηριστεί εξέγερση. Τούτη όμως η ερμηνεία καθιστά δύσκολη την εξήγηση του γιατί ο όρος "εξέγερση" βρίσκεται σε εισαγωγικά, τόσο στον τίτλο όσο και σε πολλαπλά σημεία του κειμένου. Μια προσεκτικότερη ματιά στην φρασεολογία αποκαλύπτει ότι ο κύριος Καλύβας δεν λέει αυτό το οποίο υποθέσαμε ότι λέει: δεν γράφει ότι η βία καθιστά τα συμβάντα του Δεκέμβρη εξέγερση αλλά ότι αυτή επέτρεψε τον χαρακτηρισμό τους ως τέτοια. Ο χαρακτηρισμός των συμβάντων ως εξέγερση δεν είναι απαραίτητα ένας χαρακτηρισμός με τον οποίο ο ίδιος ο κύριος Καλύβας συμφωνεί. Εξού και τα εισαγωγικά ειρωνικής αποστασιοποίησης.

Γιατί όμως δεν συμφωνεί με τον χαρακτηρισμό ο κύριος Καλύβας; Η παράγραφος την οποία παρέθεσα δεν το εξηγεί. Μάλλον, η πρώτη της πρόταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, μια και αντί να περιγράφει την φύση της εξέγερσης αναφέρεται στην απήχησή της στα ξένα ΜΜΕ: "Δίχως τις εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας, οι κινητοποιήσεις δεν θα είχαν προκαλέσει ούτε το σοκ που προκάλεσαν στην ελληνική κοινωνία ούτε το αυξημένο ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ." Πιθανότατα, αλλά τι σχέση έχει τούτο με την απόφαση να τεθεί εντός ειρωνικών εισαγωγικών ο όρος εξέγερση; Υπονοείται μήπως ότι επρόκειτο για δράσεις οι οποίες ήταν αρκετά media-savvy ώστε να εγείρουν αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητά τους; Το κείμενο δεν διευκρινίζει ποτέ το αν αυτή είναι η σημασιολογική του πρόθεση. Αφήνει την αναφορά στον εντυπωσιασμό των διεθνών ΜΜΕ να αιωρείται, σε μια παράγραφο που υποτίθεται ότι εξηγεί γιατί ο όρος εξέγερση τίθεται υπό τυπογραφική αμφισβήτηση στον τίτλο και στο υπόλοιπο άρθρο.

Ας επιστρέψουμε όμως στην γενικότερη λογική δομή του εδαφίου, το οποίο κλείνει με την πρόταση ότι η ερμηνεία του Δεκέμβρη θα πρέπει να επικεντρωθεί στην μελέτη της εκδήλωσης της βίας, εφόσον τα γεγονότα που τον έκαναν γνωστό και τα οποία κέρδισαν τον χαρακτηρισμό "εξέγερση" ήταν γεγονότα βίας. Η πρόταση του κυρίου Καλύβα φαντάζει απόλυτα λογική, μέσα βέβαια στα πλαίσια του δικού του, μάλλον λογικά χαλαρού επιχειρήματος: Ο Δεκέμβρης είχε διεθνή απήχηση και χαρακτηρίστηκε ως εξέγερση επειδή ήταν βίαιος, άρα αυτό που είναι σημαντικό να συζητήσουμε σε αυτόν είναι η εκδήλωση της βίας.

Ας αποστασιοποιηθούμε για λίγο από τα εθνικά συμφραζόμενα και ας θυμηθούμε τα LA riots, που ξέσπασαν μετά την αθωωτική για τους αστυνομικούς υπόθεση του ξυλοδαρμού του αφροαμερικανού Rodney King. Τα γεγονότα στο Λος Άντζελες ήταν επίσης εξαιρετικά βίαια· περιέλαβαν τους εμπρησμούς καταστημάτων και το πλιάτσικο· προκάλεσαν επίσης το εκτεταμένο ενδιαφέρον των παγκόσμιων ΜΜΕ αν και διήρκεσαν πολύ λιγότερο από τα αντίστοιχα ελληνικά. Επικεντρώθηκαν οι αμερικανοί ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι κυρίως ή αποκλειστικά στον βίαιο χαρακτήρα της εξέγερσης; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο όχι. Τα αντικείμενα συζήτησης και μελέτης ήταν μάλλον ο ρατσισμός της αστυνομίας, η γκετοποίηση της πόλης και η φερεγγυότητα του δικαστικού συστήματος στη χώρα. Μια σειρά κοινωνικών αναλυτών--ανάμεσα τους ο γνωστός Mike Davis--ασχολήθηκαν με την ανατομία των συστηματικών κοινωνικών παραγόντων και αιτιών που οδήγησαν στην εξέγερση. Ο ίδιος ο μετέπειτα πρόεδρος των Η.Π.Α Μπιλ Κλίντον δήλωσε ότι "η βία ήταν επακόλουθο της κατάρρευσης των οικονομικών ευκαιριών και των κοινωνικών θεσμών στο αστικό κέντρο." Και κανείς δεν μίλησε για "δακρύβρεχτες και γλυκερές περιγραφές" ή για "ψευδοπιστημονική αερολογία" (Καλύβας, "Η 'εξέγερση του Δεκέμβρη'"). Γιατί; Μήπως επειδή τα LA riots, σε αντίθεση με τα αθηναϊκά, χαρακτηρίστηκαν από συγκροτημένο πολιτικό όραμα; Μήπως επειδή περιείχαν δημιουργικά πολιτικά στοιχεία που αντιστάθμισαν την καταστροφική οργή του πλήθους; Και πάλι η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Τα γεγονότα στο Λος Άντζελες του 1992 εξαντλήθηκαν στην καταστροφή των αστικών υποδομών και παρεκτράπηκαν στα αδικήματα κοινού ποινικού δικαίου. Απλά κανείς σημαντικός διανοούμενος δεν διανοήθηκε να τα απαξιώσει ή να τα προσπεράσει για αυτό το λόγο. Για τους αμερικανούς ομολόγους του κυρίου Καλύβα, η εξεγερσιακή βία στο Λος Άντζελες είχε, είτε την εγκρίνει κανείς είτε όχι, αιτίες. Εξέφραζε μια συγκεκριμένη υποκειμενική λογική. Και τίποτε από τα δύο δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό εφόσον το ερμηνευτικό πλαίσιο αφορά αποκλειστικά τα ίδια τα φαινόμενα βίας και όχι τα κοινωνικά, ταξικά, φυλετικά ή άλλα συμφραζόμενά τους.

Αντίθετα λοιπόν με τους αμερικανούς συναδέλφους του, ο κύριος Καλύβας επιμένει τόσο στην ανάγκη αποκόλλησης των φαινομένων βίας από κοινωνικά, πολιτικά και νομικά συμφραζόμενα, όσο και στην υπόρρητη δήλωση ότι η ύπαρξή τους οφείλει ως τέτοια να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα του όρου "εξέγερση":
ο λόγος που αποκαλούμε τα γεγονότα του περυσινού Δεκεμβρίου «εξέγερση» (και που ασχολούμαστε με αυτά) είναι επειδή ήταν βίαια. Αν οι διαμαρτυρίες για τον φόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν ειρηνικές, αν περιορίζονταν στις ρουτινιάρικες και μίζερες καταλήψεις σχολείων και σε αποχές από μαθήματα, δεν θα είχαν προκαλέσει τη διεθνή προσοχή και δεν θα γράφαμε γι΄ αυτές σήμερα. Επομένως, όταν αναφερόμαστε στην «εξέγερση» και στους «εξεγερμένους», αναφερόμαστε πρωταρχικά στα γεγονότα και στα άτομα που συμμετείχαν στα βίαια επεισόδια ("...Και τι δεν είναι").
Και πάλι, η γλώσσα του κειμένου γλιστράει αδιόρατα από το μέρος στο όλον, από το διακριτικό χαρακτηριστικό στην φύση ή ουσία του φαινομένου. Ο λόγος όμως που αποκαλούμε --όσοι τα αποκαλούμε-- τα γεγονότα του περυσινού Δεκεμβρίου "εξέγερση" δεν είναι απλώς επειδή ήταν βίαια. Είναι επίσης επειδή αφορούσαν την σύγκρουση με το κράτος και τους φορείς του. Είναι επίσης επειδή κινητοποίησαν και ενέπλεξαν συλλογικότητες. Ούτε βέβαια μπορεί η θυμική και υποκειμενική περιγραφή του ενδεχομένου ειρηνικών διαμαρτυριών ως "μίζερων και "ρουτινιάρικων" να αποδείξει ότι η σημασία του συμβάντος εξαντλήθηκε στην εντυπωσιακή του (κυρίως για τα ΜΜΕ όπως υπονοείται) βία. Το civil rights movement του Κινγκ και η Satyagraha του Γκάντι τράβηξαν την παγκόσμια προσοχή επειδή ήταν εντυπωσιακά, πρωτόγνωρα μη βίαιες αντιδράσεις στην κρατική και αποικιοκρατική βία. Είναι βέβαιο ότι το ενδεχόμενο παρατεταμένων και συλλογικών πράξεων ειρηνικής απείθειας προς το κράτος στην Ελλάδα θα μας απασχολούσε εντονότατα ως φαινόμενο σήμερα, σαφώς περισσότερο από ό,τι μια εξέγερση την οποία ο κύριος Καλύβας θεωρεί ως την απόλυτη ενσάρκωση του ανιαρά προβλέψιμου (έτσι, οι εναλλακτικές της ειρηνικής και βίαιας αντίδρασης έχουν τη ίδια αντιμετώπιση· αναρωτιέται κανείς ποια αντίδραση θα διέφευγε των απαξιωτικών χαρακτηρισμών του κυρίου Καλύβα).

Ας έλθουμε όμως σε αυτό που θεωρεί επιστημονικά φερέγγυα ανάλυση της εξεγερσιακής βίας στην Ελλάδα ο κύριος Καλύβας. Η προσέγγισή του στο θέμα δίνει έμφαση στον "τελετουργικό" χαρακτήρα της βίαιας αντιεξουσιαστικής συμπεριφοράς, την πρωτογονική της φύση, την εγγύτητά της σε άτυπες ιεροτελεστίες μύησης. Η σχετική ανάλυση βρίθει όρων που παραπέμπουν σε εθνογραφική μελέτη των παραδόσεων πρωτόγονων φυλών και όχι στην κοινωνιολογία ή την πολιτική θεωρία. Το μεγάλο διακύβευμα της διατυμπανιζόμενης επικέντρωσης στα φαινόμενα βίας δια της οποίας αποδεικνύεται, υποτίθεται, η νηφάλια διεισδυτικότητα του επιστημονικού (και όχι του φθηνά προπαγανδιστικού) λόγου για τον Δεκέμβρη, είναι η ρητή άρνηση της νεωτερικότητας, της πολιτικότητας και της ιστορικότητας των βίαιων συγκρούσεων με το κράτος στην Ελλάδα:
...το μοντέλο κινητοποίησης παρέπεμπε στις χρόνιες και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις που ταλανίζουν τη χώρα και που διακρίνονται από την ανεμπόδιστη δράση των διάφορων «αντιεξουσιαστικών» ομάδων...Το μοντέλο αυτό έχει ως συμβολικό θεμέλιο την τοτεμική λειτουργία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973, που λειτουργεί ως ένα πρότυπο το οποίο η κάθε γενιά θα πρέπει να αναπαράγει αν θέλει να ενηλικιωθεί: κάθε γενιά και το Πολυτεχνείο της...η συντήρηση και αναπαραγωγή μιας ξεπερασμένης κουλτούρας στον κόρφο της οποίας παράγονται φαινόμενα όπως η «εξέγερση του Δεκέμβρη». ("...Και τι δεν ήταν").
Παρότι η έκταση των καταστροφών υπήρξε πρωτοφανής, οι βίαιες κινητοποιήσεις αυτές καθαυτές δεν είχαν κάτι το καινούργιο.... Με λίγα λόγια, η πρακτική των βίαιων κινητοποιήσεων στην Ελλάδα παρουσιάζει μια εντυπωσιακή κανονικότητα, σχεδόν μια κυκλικότητα. ...Στο πλαίσιο της κουλτούρας αυτής, η συμμετοχή σε καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων ή σε δυναμικές κινητοποιήσεις έχει εξελιχθεί σε ένα είδος «ιεροτελεστίας ενηλικίωσης» ("Η 'εξέγερση του Δεκέμβρη'")
After Greece's transition to democracy in the mid-1970s, a public discourse of resistance against authority emerged and became dominant. Civil disobedience, including violent demonstrations and the destruction of public property, is almost always justified, if not glorified; the police can only be wrong: If they act too harshly they are brutal; if not, incompetent. This discourse has proven to be extremely resistant to time and momentous world events, such as the fall of the Berlin Wall, and is promoted in the media. ... After Greece's transition to democracy in the mid-1970s, a public discourse of resistance against authority emerged and became dominant. ... Depending on the popularity of the issue they are joined, by hundreds or thousands of others of lesser commitment and varying motivations, from ideology to simple looting, who are nevertheless socialized into this culture ("Why Athens is Burning").
Εν ολίγοις: η "εξέγερση" δεν είναι εξέγερση αλλά συλλογική τελετουργία. Δεν εκπροσωπεί την ρήξη αλλά την προβλέψιμη ανακύκλωση tribal συμπεριφορών. Η Αθήνα δεν είναι Λος Άντζελες γιατί οι Αθηναίοι δεν εξεγέρθηκαν αλλά συμμορφώθηκαν με την κυκλική χρονικότητα της κομμουνιστικής τους οπισθοδρόμησης (εδώ δεν αποδέχονται καν την πτώση του τείχους του Βερολίνου!). Οι "εξεγέρσεις" τους είναι σχεδόν φυσικά φαινόμενα, με την χρονική κανονικότητα που έχουν τα πρωτοβρόχια ή η φυλλοροή των δέντρων (βλ. Guha, "The Prose of Counter-Insurgency"). H "κουλτούρα της μεταπολίτευσης" είναι ένα άλλο όνομα για τον παγωμένο χρόνο στον οποίο παγιδεύτηκε μια ενελικτική, οπισθοδρομικά αριστερίζουσα κουλτούρα που αρνείται να μεγαλώσει, ή, μάλλον, που ενηλικιώνεται μόνο δια μέσω του παλιμπαιδισμού, σε αντίθεση με τις ώριμες και πεφωτισμένες κοινωνίες με τις οποίες την συγκρίνει προφανώς ο συγγραφέας.

Και αυτό λέγεται πολιτική επιστήμη, προοδευτική μάλιστα πολιτική επιστήμη, επιστήμη που περηφανεύεται ότι έχει αποτάξει τις ανωριμότητες του μαρξισμού και τους μελοδραματισμούς των αριστερίζοντων ψευδοεπιστημόνων και έχει ανοιχτεί προς μη αγκυλωτικές, καινοτομικές ερευνητικές κατευθύνσεις.

Κλείνω με μια σύντομη αναφορά στις αρνήσεις που ο κύριος Καλύβας απευθύνει στους οπισθοδρομικούς ιθαγενείς που ανέχονται και επικροτούν την βία (για την εντυπωσιακή ιδεολογική πρεσβυωπία της εξίσωσης κοινωνική βία="περιφερειακού τύπου" και "προ-νεωτερικού" χαρακτήρα κοινωνίες βλ. την ανάρτηση "Η ανοχή της κοινωνίας σε βίαιες συμπεριφορές", καθώς και το σχετικό, παλιό σύγγραμα των Adorno-Horkheimer για το νεωτερικό γεγονός που λέγεται Ολοκαύτωμα). Σε αυτούς, τους υπεύθυνους για "βανδαλισμούς που ήταν πρωτοφανείς για μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του 21ου αιώνα" (αν και ο 21ος αιώνας έχει ακόμα 91 χρόνια μπροστά του, θα συμφωνήσω, μια και οι πρωτοφανείς βανδαλισμοί στην πρώην Γιουγκοσλαβία έγιναν στον 20ο αιώνα, αυτοί στο Ιράκ εκτός Ευρώπης, αυτοί στο Παρίσι αφορούσαν μετανάστες, και αυτοί του 2005 στην Νέα Ορλεάνη Αμερικανούς, μαύρους και φτωχούς), ο κύριος Καλύβας απευθύνει μια σειρά από "όχι": ο Δεκέμβρης δεν ήταν εξέγερση της νεολαίας, δεν ήταν μαζική, δεν ήταν αυθόρμητη, δεν απετέλεσε παράδειγμα μίμησης για άλλες χώρες, δεν άφησε κανένα άξιο λόγου ίχνος πίσω της" ("...Και τι δεν ήταν"). Δεν δανείστηκα τσουκάλι, το επέστρεψα σε καλή κατάσταση, ήταν ήδη σπασμένο: Ο Δεκέμβρης δεν συνέβη ως πολιτικό συμβάν (αλλά βρίσκω απαραίτητο να αρθρογραφώ επανειλημμένα για αυτό), δεν ήταν εξέγερση (αλλά δεν ξεκαθαρίζω τι συνιστά μια εξέγερση), δεν ήταν μαζικού χαρακτήρα (αλλά δεν βρίσκω τον λόγο να προσφέρω στοιχεία για καμμία από τις δημογραφικές μου υποθέσεις). Στο κείμενό του στο Athens Review of Books, ο συγγραφέας υιοθετεί την κλασική πόζα του αναστοχαστικού υποκειμένου που επισκέπτεται αναδρομικά το παρελθόν για να ξεχωρίσει, εν είδει αποτίμησης του παρελθόντος, την ήρα από το στάχυ:
Πώς μπορούμε να αποτιμήσουμε τις ερμηνείες αυτές ένα χρόνο μετά; Το πλεονέκτημα της χρονικής απόστασης προσφέρει ίσως τη δυνατότητα μιας ψύχραιμης αποτίμησης των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου, ενδεχομένως και ως προληπτικού αντιδότου για την έκρηξη ψευδοεπιστημονικής αερολογίας που αναμένεται να συνοδεύσει την επέτειο.
Το πέταγμα της κουκουβάγιας, έλεγε ο Χέγκελ, έρχεται το σούρουπο. Εκτός αν είσαι τόσο ταλαντούχος ώστε να γράφεις τις δικές σου μελλοντικές αποτιμήσεις την στιγμή που εξελίσσονται ακόμα τα γεγονότα. Γιατί, όπως μαρτυρά το άρθρο του της 11ης Δεκέμβρη του 2008 στους New York Times, ο κύριος Καλύβας έγραφε εξ αρχής τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα για την φύση των επεισοδείων, την πολιτική τους ασημαντότητα και περιφερειακότητα, τον μικρό αριθμό των συμμετεχόντων, και την εθνογραφικά tribal φύση της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Ο ίδιος θα απαντούσε ίσως ότι δεν χρειάζεται να έχει κανείς το χάρισμα της προφητείας όταν μιλάει για την Ελλάδα· για κοινωνίες παγωμένες στον χρόνο, το σήμερα είναι χτες, και το χτες είναι αύριο. Για αυτό και η ανάλυση της ιστορίας τους μπορεί χωρίς επιστημολογική βία να αφεθεί στην φροντίδα των ετερολογικών στερεότυπων που έχουν ξεμείνει στο οπλοστάσιο του στραουσικού νεοσυντηρητισμού από παλιότερες, ψυχρότερες δεκαετίες.